Εχει το παρουσιαστικό του ευπρεπούς μεσοαστού. Εργάζεται σκληρά, αλλά δεν έχει γίνει διάσημος. Είναι σεμνός, πραγματιστής και ενίοτε κυνικός. Λύνει τις περισσότερες από τις υποθέσεις ανθρωποκτονίας που αναλαμβάνει, αν και ορισμένες φορές αποτυγχάνει και το μυστήριο παραμένει άλυτο. Είναι χωρισμένος, με μία κόρη που του δημιουργεί προβλήματα. Πίνει απεριόριστο καφέ και αλκοόλ βλάπτοντας το ευαίσθητο στομάχι και την αδύναμη καρδιά του. Μερικές φορές επιθυμεί να τα παρατήσει. Ο μοναχικός αυτός άνθρωπος στον ύπνο του βλέπει εφιάλτες, τις φριχτές εικόνες των θυμάτων που δολοφόνησε ο άγνωστος «χ». Αυτό είναι το πορτρέτο του επιθεωρητή Κουρτ Βαλάντερ και όχι του συγγραφέα που τον επινόησε. Ο συγγραφέας ονομάζεται Χένινγκ Μανκέλ και είναι Σουηδός.


Ο Ηρακλής Πουαρό (της Αγκαθα Κρίστι), ο Φίλιπ Μάρλοου (του Ρέιμοντ Τσάντλερ), ο Σαμ Σπέιντ (του Ντάσιελ Χάμετ) είναι οι διάσημοι ήρωες του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εκτός αγγλοσαξονικής παράδοσης, μόνον ο γάλλος επιθεωρητής Μεγκρέ (του Ζορζ Σιμενόν) κατέκτησε τα υψίπεδα της φήμης των βιρτουόζων του είδους. Στην Ελλάδα είναι λιγότερο γνωστοί ο αστυνόμος Μπέκας (του Γιάννη Μαρή) και ο Χαρίτος (του Πέτρου Μάρκαρη), ενώ ελάχιστοι έχουν ακολουθήσει τις υποθέσεις του ντετέκτιβ Φαργκ Φέουμε του σύγχρονου νορβηγού συγγραφέα Γκούναρ Στάαλεζεν.


Οι νουάρ ιστορίες του 60χρονου Χένινγκ Μανκέλ όμως έχουν πουλήσει περισσότερα από 20 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο, κερδίζοντας ταυτοχρόνως διεθνή βραβεία.


Παιδικές φαντασιώσεις


Χιόνι και κρύο και ζόφος: έτσι περιγράφει τις παιδικές αναμνήσεις του ο συγγραφέας που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη στη Βόρεια Σουηδία, εκεί που ο μακρύς χειμώνας κυμαίνεται μεταξύ μισοσκόταδου και απόλυτου σκότους. Αυτά τα χρώματα μετουσιώθηκαν και στις ιστορίες του. Αλλά εκείνος αρνείται ότι ήταν το περιβάλλον του που τον επηρέασε. Ισχυρίζεται ότι το παιδικό φαντασιακό του σύμπαν ήταν τόσο έντονο και ζωντανό στο μυαλό του, που αναπόφευκτα και αναπόδραστα ζούσε μέσα σε αυτό: «Ενιωθα ότι μεγάλωνα δίπλα στον ποταμό του Κονγκό, μέσα στον οποίο σέρνονταν κροκόδειλοι. Αυτές οι νομαδικές φαντασιώσεις με ώθησαν όταν ήμουν 22 ετών να ταξιδέψω στην Αφρική». Σήμερα ο Μανκέλ μοιράζει τον χρόνο ανάμεσα στη Σουηδία γράφοντας μυθιστορήματα και στη Μοζαμβίκη, όπου διευθύνει τον τοπικό θίασο Teatro Avenida. «Ετσι καταφέρνω να έχω μια μακροσκοπική ματιά πάνω στον κόσμο και όχι εθνοκεντρική. Η Αφρική εξάλλου μου δίδαξε το πώς να γίνω ένας καλύτερος άνθρωπος» δήλωσε προσφάτως. Αυτή τη στιγμή προβάρει το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Γουίλιαμς, μεταφέροντας το κέντρο της δράσης σε μια οικογένεια Αφρικανών του 1955. Η παράσταση ανέβηκε στις 3 Φεβρουαρίου στο Μαπούτο.


Το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλο Εκτελεστές δίχως πρόσωπο (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός) το έγραψε το 1989. Ελειπε από τη Σουηδία για καιρό και επιστρέφοντας ένιωσε μονομιάς το αναδυόμενο κύμα του ρατσισμού που έπνιγε τη χώρα.


Τότε αποφάσισε να καταγράψει το χρονικό ενός εγκλήματος. «Διότι ο ρατσισμός είναι έγκλημα», όπως επαναλαμβάνει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Κατά τον Μανκέλ οι ρίζες του λογοτεχνικού αυτού είδους βρίσκονται στη «Μήδεια» και στον Μακμπέθ και όχι στις μυθοπλασίες του Εντγκαρ Αλαν Πόε και του Κόναν Ντόιλ. «Η καταγραφή μιας εγκληματικής ιστορίας με όλες τις προεκτάσεις της λειτουργεί σαν καθρέπτης του κοινωνικού ιστού, της δυναμικής που δημιουργείται από τις συγκρούσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους» υποστηρίζει.


Σουηδική μελαγχολία


Κάτι ξέρει από προσωπικά δράματα και ο ίδιος ο Χένινγκ Μανκέλ. Εχει νυμφευθεί τρεις φορές. Η τρίτη του σύζυγος είναι η Εύα Μπέργκμαν, κόρη του μεγάλου σουηδού σκηνοθέτη Ινγκμαρ Μπέργκμαν, με τον οποίο φαίνεται να μοιράζεται κάτι παραπάνω από απλώς μια καλλιτεχνική φλέβα (ο σκηνοθέτης ήταν γνωστός για τη θυελλώδη ιδιωτική του ζωή). «Μας έδενε οπωσδήποτε ένα κοινό πάθος για τη μουσική» είπε προσφάτως για τον διάσημο πεθερό του. Εχει και ο Μανκέλ τέσσερα παιδιά, τα οποία ισχυρίζεται ότι δεν παραμελεί, παρά τα συνεχή ταξίδια του. Η μητέρα του τον παράτησε όταν ήταν μικρός και την είδε ακόμη μία φορά όταν έκλεισε τα δεκαπέντε. «Πάντα ρωτούσα τις γυναίκες αν διέκριναν το ορφανό παιδί που κρυβόταν μέσα μου, αλλά εκείνες απαντούσαν αρνητικά».


Οσοι έχουν γνωρίσει τον Μανκέλ έχουν ισχυριστεί ότι η εγγενής, «σουηδική» μελαγχολία του συγγραφέα έχει διαποτίσει και το alter ego του, τον επιθεωρητή Κουρτ Βαλάντερ. Ο ίδιος όμως επιμένει ότι δεν συμπαθεί ιδιαίτερα την εφεύρεσή του: «Αν μπορούσα να διαλέξω, θα προτιμούσα να γνώριζα τον Σέρλοκ Χολμς». Ωστόσο, αν κάτι θλίβει αυτόν τον άκρως πολιτικοποιημένο συγγραφέα, αυτό είναι η τραγωδία της Αφρικής και όχι οι σουηδικές στέπες. Εχει μετατραπεί σε porte parole της. «Σήμερα μιλάμε για τη λογοτεχνία ενώ υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο που δεν θα έχουν ποτέ τη δυνατότητα να διαβάσουν ένα βιβλίο. Εδώ και δύο χρόνια περίπου μια αγγλική οργάνωση υπολόγισε το κόστος ενός προγράμματος εξάλειψης του αναλφαβητισμού. Ηταν πολύ υψηλό, αλλά όχι υψηλότερο απ’ όσα ξοδεύουμε ετησίως για να δώσουμε τροφή στη γάτα και στον σκύλο μας».


Ο δολοφόνος ξαναχτυπά


Στο Ενα βήμα πίσω ο Κουρτ Βαλάντερ κυνηγά τα ίχνη ενός δολοφόνου που σκότωσε τρία παιδιά και τα παράτησε στον δρυμό της σουηδικής επαρχίας Σκόνε. Αργότερα ο δολοφόνος ξαναχτυπά: σκοτώνει αυτή τη φορά ένα ζευγάρι που ποζάρει στη γαμήλια φωτογραφία του. Τελικά δολοφονεί και έναν από τους στενούς συναδέλφους του Βαλάντερ. Υπάρχει διάχυτη η αγωνία ότι η καρδιά του επιθεωρητή θα σταματήσει προτού πιάσει τον εγκληματία. Αυτή είναι και η μαεστρία του Μανκέλ: κορυφώνει το σασπένς παρέχοντας στον αναγνώστη όλες τις πληροφορίες που δεν έχει στη διάθεσή του ο αστυνόμος. Νιώθεις λοιπόν συνέχεια την ανάγκη να του πεις «μην πας προς τα εκεί!» για να τον σώσεις.