από metereologos.gr
Παρασκευή 25 Μαΐου 2018
 
 
Ιεροί πατέρες, κακοποιά στοιχεία και πολιτικοί βρίσκονται μπερδεμένοι σε μια περίεργη υπόθεση που ξετυλίγεται στη συμπρωτεύουσα

Μεταξύ Πανοράματος και Χορτιάτη

αστυνομικό
Μεταξύ Πανοράματος και Χορτιάτη
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Ηδη από τριακονταετίας θεωρητικός της παραλογοτεχνίας ο Π. Μαρτινίδης, όταν το 1998 αποφάσισε να δοκιμαστεί και ως αφηγητής, το μόνο που δήλωνε ότι ήθελε να γράψει ήταν αστυνομικά, χωρίς περαιτέρω συγγραφικές φιλοδοξίες, γνωρίζοντας πολύ καλά ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που επιβαρύνουν ένα ελαφρύ ανάγνωσμα. Στο έβδομο αστυνομικό του επιμένει όμως να διαπράττει τα λεκτικά και αφηγηματικά ατοπήματα του πρώτου και δη, καθ' υπερβολήν, καλλιεργώντας περαιτέρω τη στυλιστική του ιδιαιτερότητα. Λόγιες λέξεις, περιπεπλεγμένες προτάσεις, πακτωλός πληροφοριών και παρατηρήσεων από πλείστα όσα γνωστικά πεδία, διακειμενικά παίγνια, προπαντός το λεπταίσθητο χιούμορ δείχνουν σαν ένα βήμα προς τον γειτνιάζοντα χώρο της λογοτεχνίας, προσώρας μετέωρο.

Θαύμα και ιεράρχες

Ανοιξη 2006 κυκλοφόρησε το πρόσφατο αστυνομικό του Μαρτινίδη ταυτόχρονα με το σατιρικό μυθιστόρημα του Νίκου Κουνενή Ω του θαύματος!, αμφότερα εμπνευσμένα από την τελευταία εκκλησιαστική κρίση και την επικρατούσα εντύπωση ότι μόνον ένα θαύμα μπορεί να σώσει τους ιεράρχες, το οποίο και συμβαίνει με τη συνεργία πατέρων και κακοποιών στου Κουνενή, ενώ στο αστυνομικό, πλην αυτών, συμπράττουν και σημαίνοντες παράγοντες του δημόσιου βίου. Και οι δύο συγγραφείς διαφεύγουν της επίκαιρης σκανδαλολογίας, επινοώντας μια φανταστική μονή, όπου συμβαίνουν πράματα και θάματα. «Μεταξύ Πανοράματος και Χορτιάτη» στήνει τη μονή ο Μαρτινίδης, μια και πρωταρχική σταθερά στο μυθοπλαστικό του σύμπαν είναι η Θεσσαλονίκη, σε αντιστοιχία με την Αθήνα του Πέτρου Μάρκαρη. Αν η κατά Μάρκαρη πρωτεύουσα συνιστά όμως στόχο συνεχούς κριτικής, η συμπρωτεύουσα για τον Μαρτινίδη είναι ο κατ' εξοχήν οικείος τόπος που προσφέρει τα ιδανικά σκηνικά, δίνοντας την ευχέρεια για περιγραφές ρεαλιστικές και συνάμα συναισθηματικά φορτισμένες.

Γενικότερα παρουσιάζει ενδιαφέρον η παράλληλη πορεία Μάρκαρη - Μαρτινίδη, καθώς οι αστυνομικές ιστορίες τους, αντλημένες από την ελληνική επικαιρότητα της τελευταίας δεκαετίας, εφάπτονται πολλαχού, ενώ ταυτόχρονα διίστανται πολλαπλώς. Εντατικότερος ο ρυθμός παραγωγής του Μαρτινίδη καταλήγει ετήσιος, με εξαίρεση τις κοσμογονικές για την Ελλάδα χρονιές 2000 και 2004. Σε συνέχειες και τα δικά του αστυνομικά, με τον χρόνο δράσης να παρακολουθεί το έτος έκδοσης, ορισμένα πρόσωπα να επανέρχονται και η κατάληξη μιας ιστορίας να δίνεται στον πρόλογο της επόμενης. Μόνο τον κεντρικό ήρωα αποφάσισε ο συγγραφέας να αλλάξει στο μέσον της πορείας, παραμένοντας ωστόσο στον γνώριμο σε αυτόν πανεπιστημιακό χώρο. Ούτε αστυνομικός ούτε ερασιτέχνης ντετέκτιβ ο πρωταγωνιστής του, αλλά διδάκτωρ, υποψήφιος ή άρτι ανακηρυχθείς που βρίσκεται μπλεγμένος. Θύμα των καταστάσεων, συχνά και θύτης αξιόποινων πράξεων, σε κάθε περίπτωση καταναλώνει όση φαιά ουσία διαθέτει για την επίλυση του γρίφου. Αρχικά πρωταγωνιστούσε ένας υποψήφιος διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου που καβατζάρισε τα σαράντα ώσπου να ολοκληρωθεί η τετραλογία «Ακαδημαϊκοί φόνοι», όπως εκ των υστέρων τιτλοφορήθηκε. Ετσι όμως που ο ήρωας είχε βρεθεί έγκλειστος, δυσκόλευε τις σκηνές έντονης δράσης στο γρήγορο τέμπο της επικαιρότητας. Πιθανώς και γι' αυτό η γόνιμη φαντασία του συγγραφέα τον αντικατέστησε με έναν τριαντάρη κοινωνικό ανθρωπολόγο, ο οποίος στο ξεκίνημα της μόλις ολοκληρωμένης τριλογίας ετοιμαζόταν να υποστηρίξει μια διδακτορική διατριβή για τις σχέσεις των κόμικς με τις εθνικές λογοτεχνίες διαφόρων χωρών, πάντοτε στο Αριστοτέλειο. Μάλιστα, ο συγγραφέας για να βρεθεί ολωσδιόλου εντός των χωρικών του υδάτων, επινόησε έναν γεννήτορα για τον ήρωα με το δικό του εξειδικευμένο επάγγελμα, τουτέστιν αρχιτέκτονας επιδιδόμενος στον σχεδιασμό θεατρικών χώρων. Εξ ου η υπόθεση του πρώτου μυθιστορήματος και μαζί ο τίτλος της τριλογίας «Θεατρικοί θάνατοι».

Το κυρίως θέατρο

Πάντως, με τη δολοφονία του πατρός στο πρώτο Μοιραίοι αντικατοπτρισμοί περίπου τελειώνει το κυρίως θέατρο, οπότε η τριλογία αρχίζει να θάλλει στον αναπεπταμένο ορίζοντα των θεατρικών δρώμενων, όπως είθισται να αποκαλούνται πλείστες όσες συλλογικές δραστηριότητες. Ετσι, το δεύτερο της τριλογίας, Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, έχει ως βάθος πεδίου αλλά και σωτήριο μοχλό της υπόθεσης το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2004, ενώ το πρόσφατο, απανωτές εκκλησιαστικές τελετές, αρχής γενομένης με την παννυχίδα της 8ης Μαρτίου 2005, προς συμφιλίωση λαού και κλήρου, τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Αν και οι λόγοι για τους οποίους τα δύο πρόσφατα αστυνομικά του Μαρτινίδη ευδοκιμούν πιστεύουμε πως είναι μάλλον ουσιαστικότεροι. Ο συγγραφέας αποφασίζει να περάσει από την ευκολία της πρωτοπρόσωπης αφήγησης στην τριτοπρόσωπη, με τον αφηγητή να εστιάζει μεν στον κεντρικό ήρωα, ταυτόχρονα όμως να παρακολουθεί και τους λοιπούς εμπλεκομένους, κυρίως να σχολιάζει με την άνεσή του τις ορμέμφυτες κινήσεις και τις αθεράπευτα ρομαντικές σκέψεις του ήρωα, τέλος, να γενικεύει απόψεις περί των ανθρωπίνων. Ενας τρόπος για να γίνει διακριτή μια σχεδόν φαρσική διάσταση των μυθιστορημάτων, ιδιαίτερα στο τελευταίο, όπου το χιούμορ βρίσκει στην ασέβεια ανοικτό πεδίο άσκησης.

Στα διάσπαρτα κωμικά στοιχεία ανήκει και το επίθετο του ήρωα, Ολμέζογλου. Συμπτωματικά, προέκυψε ταυτόχρονα με το Ουζουνίδης, που ο Μάρκαρης σοφίστηκε για τον μέλλοντα γαμπρό του ήρωά του, Κώστα Χαρίτου. Ωστόσο, παραδόξως, ο κλήρος, όπως και στο σατιρικό μυθιστόρημα του Κουνενή, δεν εμπνέει κωμικούς χαρακτήρες, παρά μόνο ορισμένους τύπους ημιμαθών ρασοφόρων, χάνοντας την ευκαιρία για σκωπτικούς διαλόγους. Για παράδειγμα, μια συζήτηση περί θρησκείας και υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως αυτή που ξεκίνησε ο ήρωας με τον ηγούμενο της μονής, ανακατεύοντας βολονταριστικές και λαμαρκιστικές θέσεις και απόψεις, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πιπεράτη στιχομυθία, αν ο άγιος πατέρας ήταν αντίστοιχης μορφώσεως, όπως άλλωστε θα αναμενόταν, εκφυλίζεται σε επιδεικτισμό γνώσεων. Ισως όμως η Θεολογία να είναι από τους τομείς όπου ο συγγραφέας χωλαίνει.

Μια δεύτερη σταθερά των μυθιστορημάτων του Μαρτινίδη είναι οι θηλυκές δυνάμεις, που εμφανίζονται συνήθως ανά ζεύγη. Δυνάμεις του κακού και δυνάμεις του καλού που ερίζουν για την καρδιά του ήρωα. Κι αυτός, πάντοτε ερωτύλος, προτιμά τις δόλιες καλλονές «παίζοντας στα ρηχά». Ανεξάρτητα αν έτσι βρίσκεται μπλεγμένος σε περιπέτειες κατά πολύ οχληρότερες των συναισθηματικών, από όπου γλιτώνει χάρις στην επέμβαση των δυνάμεων του καλού, προς τις οποίες κάθε φορά λησμονεί να δείξει την ευγνωμοσύνη του. Στο πρόσφατο η διάσωση γίνεται με τη βοήθεια μηνυμάτων εν είδει σταυρολέξου από τον χώρο των κόμικς. Μόνο που ο Μαρτινίδης, όταν είναι στο στοιχείο του, πέφτει στην παγίδα του ειδικού και υπερβάλλει, με αποτέλεσμα γρίφοι και λογοπαίγνια να καταλήγουν σταυρόλεξα για λίγους. Αν και στην προκειμένη περίπτωση μπορεί και να ανησυχεί μην τυχόν το πέπλο του μυστηρίου που ύφανε γύρω από θαύματα και φόνους δεν είναι αρκούντως πυκνό. Οπως και να έχει, ο αφηγητής δείχνει να ωρίμασε, οπότε και ο θεωρητικός, στην επόμενη τριλογία ή έστω τετραλογία, θα μπορούσε να χαλαρώσει τον εναγκαλισμό του.



Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.