από metereologos.gr
Δευτέρα 28 Μαΐου 2018
 
 
Το αποκρουστικό έπος της καθημερινότητας μιας «καλοβαλμένης» δυτικογερμανικής οικογένειας

Η ακόρεστη κυρία Σούζι

μυθιστόρημα
Η ακόρεστη κυρία Σούζι
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Οταν η κυρία Σούζι Γκερν παίρνει το πρωινό της, απλώνει εναλλάξ τον δείκτη της, βουτηγμένο πρώτα στο πιατάκι με το στραγγιστό γιαούρτι, έξι φορές δεξιά στο στοματάκι του Ντόμινο και έξι φορές αριστερά στη μουσουδίτσα της Ζανί. Το μυστικό της δικαιοσύνης κατά το τάισμα των γατιών έγκειται κυρίως στην εναλλαγή γιατί, αν η Ζανί περίμενε πρώτα τις έξι φορές του Ντόμινο ώσπου να έρθει η σειρά της, θα ένιωθε αδικημένη και θα στενοχωριόταν φοβερά. Η δικαιοσύνη είναι ένα από τα βασικά μελήματα της Σούζι, της ηρωίδας του νέου μυθιστορήματος του γερμανού συγγραφέα Μάρτιν Βάλζερ με τίτλο Η βιογραφία της αγάπης. Η ζωή που περιγράφεται εδώ μεταξύ του 1987 και του 1999 στάθηκε μάλλον άδικη με τη Σούζι. Ο άνδρας της Εντμουντ, μεγαλοδικηγόρος του Ντύσελντορφ και ταχυδακτυλουργός στη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, είναι στην προσωπική του ζωή ένας νέος Πρίαπος. Προδίδει συστηματικά και ολοφάνερα τη Σούζι, η οποία συναινεί επειδή τον αγαπά, αλλά διακόπτει κάθε ερωτική συνομιλία μαζί του όταν της προτείνει να κάνουν ομαδικό σεξ. Στη συνέχεια και η ίδια παραδίδεται επί δεκαετίες σε ξένες αγκαλιές: στον Κλάους και στον Σαλίμ, στον Κουρτ και στον Σανκάρ, στον Ντιρκ και σε πολλούς άλλους, ων ουκ έσται τέλος.

Η νεόπλουτη Σούζι είναι αδύνατη στην ορθογραφία, άμοιρη γενικής παιδείας αλλά ακόρεστη στον έρωτα, μια και δεν βρίσκει την αγάπη. Ο Εντμουντ, ο οποίος την αποκαλεί μονίμως «τζουτζούκα μου», της το έχει ξεκαθαρίσει: καλύτερα φόνος παρά διαζύγιο. Εχουν εξάλλου και δύο παιδιά: τον άβουλο και επιρρεπή στα ολισθήματα Αντρέα και την καθυστερημένη χοντρομπαλού Κόνι. Εχουν επίσης και δύο έξοχα αυτοκίνητα: αυτός μια Μπέντλεϊ και αυτή μια Πόρσε. Η Σούζι κυνηγά σε ολόκληρη τη ζωή της ένα όνειρο, τον άνδρα που θα είναι πλασμένος αποκλειστικά γι' αυτήν και θα ταυτιστεί απόλυτα μαζί της. Αυτό το ανώριμο κοριτσίστικο όνειρο, τον μόνο ισχυρό εσωτερικό της πυρήνα, θα ακολουθήσει με πάθος και εμμονή. Αλλά και με μεθόδους που εγγυώνται την αποτυχία: μέσω αγγελιών σε εφημερίδες. Γνωρίζονται, τους πηγαίνει συνήθως στο μικρό διαμέρισμα που της έχει νοικιάσει ο Εντμουντ κοντά στο οικογενειακό, τους φορτώνει δώρα, τους μελαψούς και πένητες τους σπιτώνει, κάποια στιγμή πλήττει ή πλήττουν και οι δεσμοί διαλύονται.

Μια υπερβολικά ριψοκίνδυνη σπέκουλα θα οδηγήσει τον Εντμουντ στην οικονομική καταστροφή. Σιγά σιγά αναγκάζονται να ξεπουλήσουν τα πάντα, φυσικά και την αγαπημένη της Πόρσε. Ο Εντμουντ θα πάθει Πάρκινσον και προστάτη και θα ξεψυχήσει σε κατάσταση προχωρημένης ακράτειας. Αυτή η εξαθλίωση όμως δεν είναι και η κατάληξη του μυθιστορήματος, υπάρχει χάπι εντ. Η 68άρα πια Σούζι ζει παίρνοντας κοινωνικό βοήθημα σε μια γκαρσονιέρα, παντρεμένη με τον 30χρονο Μαροκινό Χαλίλ. Ενα δείγμα όψιμης ευτυχίας διά χειρός Βάλζερ: «Τελικά βρέθηκε πάνω από τη Σούζι, η λεγόμενη σεξουαλική επαφή έλαβε χώρα, αλλά η Σούζι δεν ένιωθε τόσο τον Χαλίλ όσο μια διαβολεμένη σπασμένη σούστα του καναπέ από κάτω της. Ο,τι έπεφτε κατά πάνω της την πίεζε πάνω σ' αυτή τη σούστα που ήταν κοφτερή σαν λεπίδα και το ύφασμα δεν την αναχαίτιζε πια καθόλου. Ευτυχώς που ο Χαλίλ δεν ήταν δα και σπουδαίος σφυροκόπος. Αλλά κι έτσι ακόμα την πονούσε. Εντός και εκτός. Είναι απορίας άξιο πώς κατάφερε τελικά να μπει μέσα της. Συγκριτικά το ξεπαρθένεμά της πριν από πολλά χρόνια της θύμιζε τώρα μια θαυμάσια γλίστρα». Με τέτοια και άλλα παρόμοια φθάνουμε στην Πρωτοχρονιά του 1999, οπότε το μυθιστόρημα εκπνέει αισίως έχοντας επεκταθεί προηγουμένως σε 525 πυκνοτυπωμένες σελίδες.

Το τελευταίο αυτό έργο του Βάλζερ είναι ένα από τα πιο ιδιότυπα μυθιστορήματα που εκδόθηκαν στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια, κάτι σαν φθηνό ρομάντζο γραμμένο από έναν αξιόλογο συγγραφέα. Ο Βάλζερ έχει δώσει ως σήμερα πολλά δείγματα συγγραφικής μαεστρίας με έναν συνδυασμό γοργής και καίριας διήγησης. Αυτή τη φορά μας ταλαιπωρεί με αναλυτικές στιχομυθίες ανάμεσα στη Σούζι και στις τρεις υπηρέτριές της, με την εξονυχιστική περιγραφή μιας πλουμιστής γόβας ή με τα περιττώματα του άρρωστου Εντμουντ πάνω στον καναπέ. Και όμως, παρ' όλη τη δυσφορία σε αρκετά σημεία της ανάγνωσης, το κλείσιμο του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με μια παράξενη συμπάθεια γι' αυτή τη γυναίκα, αυτή την περιορισμένης εμβέλειας προσωπικότητα, που δαπάνησε τόση δύναμη για μια αδυναμία, που αναλώθηκε κυριολεκτικά και τσουρουφλίστηκε σαν την ανόητη μύγα που πέφτει και ξαναπέφτει πάνω στην αναμμένη λάμπα. Η Σούζι Γκερν είναι μια κουτή γυναίκα με ακαλλιέργητη ευαισθησία που προσπαθώντας να ξεπεράσει την έλλειψη δημιουργεί γύρω της διαρκώς νέες συνθήκες διαιώνισης αυτής της έλλειψης.

Τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του '70 ο Μάρτιν Βάλζερ έχει αφοσιωθεί στην εποποιία της καθημερινότητας. Οι ήρωές του είναι αδύναμοι χαρακτήρες που δεν κατάφεραν να τακτοποιηθούν, που δεν εκμεταλλεύθηκαν τις ευκαιρίες την κατάλληλη στιγμή. Είναι τα γρανάζια που πετώνται κάθε τόσο από τη φοβερή μέγκενη της κανονικότητας. Με το μυθιστόρημα Η βιογραφία της αγάπης ο Βάλζερ προχωρεί στην ίδια κατεύθυνση στήνοντας αυτή τη φορά ένα μνημείο στη μετριότητα. Είναι η μετριότητα και κακομοιριά της μέσης γερμανικής οικογένειας όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται και καταγράφεται κατά την τελευταία περίοδο της παλιάς Δυτικής Γερμανίας. Είναι ο απόηχος της άλλης όψης του οικονομικού θαύματος, της ανθρώπινης. Είναι οι συνέπειες μιας κοινωνίας που επέβαλε στον εαυτό της μεταπολεμικά την κατάργηση κάθε κατηγορικής προσταγής. Και ζει με τη σχάση ανάμεσα σε απλά ανθρώπινα συναισθήματα που έχει μάθει να μην ομολογεί και σε ρητές συναινέσεις για την ελευθερία και την ελευθεριότητα. Η σχάση αυτή παράγει απορρίμματα και ράκη, ο Βάλζερ βγήκε στον δρόμο, τα περισυνέλεξε και συνέθεσε έτσι αυτό το μυθιστόρημα-έπος της μετριότητας. Εσκυψε όμως τόσο πολύ πάνω στα ψυχικά λύματα και στα αποτρίμματα ώστε τελικά μας μιλάει με τη δική τους γλώσσα, μια γλώσσα που με την ανούσια φλυαρία της προσπαθεί να υπερκαλύψει τις ρωγμές της ζωής. Και μας μεταφέρει τη δική τους εικόνα του κόσμου, μια εικόνα συχνά αποκρουστική.

Ο κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος στην «Deutsche Welle».



Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.