Η διάλεξη Εμβολα – Τα ύφη του Νίτσε εκφωνήθηκε από τον J. Derrida στο ιστορικό συμπόσιο του Cerisy (1972) με τον ερωτηματικό τίτλο Ο Νίτσε σήμερα; Στη διάλεξή του ο Ντερριντά, αποτίοντας φόρο τιμής στην Kofman και στους Rey, Lacoue-Labarthe και Pautrat, κάνει λόγο για τη διάνοιξη μιας νέας φάσης στη διαδικασία της «αποδομητικής» ερμηνείας. Τη νέα αυτή πρακτική ανάγνωσης και επαναγραφής των κειμένων ο Ντερριντά την αποκαλεί ενεργητική και «καταφατική ερμηνεία».


Τι θα ήταν όμως μια παθητική ή αρνητική ερμηνεία; Σύμφωνα με μια πρώτη και επιφανειακή ανάγνωση του ντερριντιανού κειμένου, πρόκειται μάλλον για εκείνη τη χαϊντεγκεριανή προ-κριτική θεωρία του νοήματος και της αλήθειας, η οποία υποδέχεται και προσλαμβάνει ως ήδη προαποφασισμένη τη δυνατότητα μιας αρχέγονης δωρεάς. Στην περίπτωση αυτή ο ερμηνευτής δεν έχει παρά να επανενεργοποιήσει ένα λανθάνον νόημα που προηγείται της ανάγνωσης, ένα βαθύτερο «θέλειν ειπείν», και να το καταστήσει έκδηλο. Ο Ντερριντά αναγνωρίζει σε αυτή την αντίθεση του δούναι και λαβείν του νοήματος, όπως και γενικά σε όλες τις αντιθέσεις (αλήθεια – φαινομενικότητα, κυριολεξία – άκυρον, ανδρικό – γυναικείο), το κατ’ εξοχήν δόλωμα της μεταφυσικής, στο οποίο «τσιμπάει», ή μάλλον «δαγκώνει», ανέκαθεν ο δογματικός φιλόσοφος (αλίμονό του αν δεν έχει γερά δόντια). Η άλλη, η πέραν κάθε αντίθεσης καταφατική ερμηνεία που ο Ντερριντά θεωρεί ότι μπορεί κανείς να τη βρει έμμεσα και άμεσα διατυπωμένη στη φιλοσοφία του Νίτσε, δεν πιστεύει σε καμία καταγωγική αλήθεια ή σε κάποιο οντοθεολογικά δεδομένο νόημα που θα πρέπει να αποκαλυφθεί. Εδώ η απόσυρση της αλήθειας και η απουσία νοήματος δεν βιώνονται αρνητικά ως απουσία αυθεντικότητας αλλά ως στρατηγικοί ελιγμοί, ως ύφη ή πέπλα που κρατούν σε απόσταση ασφαλείας το βλέμμα του μη δογματικού φιλοσόφου από την απειλή μιας απροκάλυπτης και θανατηφόρας παρουσίας: της γυναίκας-αλήθειας.


Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Ντερριντά ακολουθεί στις κινήσεις του μια συμβουλή του Κλοσοβσκί, στον οποίον αναφέρεται συχνά στη διάλεξή του, χωρίς όμως να παραπέμπει ρητά στο ενδιαφέρον για τα συμφραζόμενά μας δοκίμιο του τελευταίου Το λουτρό της Αρτεμης (1953) (Ρ. Klossowski, Το λουτρό της Αρτεμης, εκδόσεις Αγρα, 1992). Εκεί διαβάζουμε: «Μην κοιτάξεις ποτέ καταπρόσωπο την Αρτεμη: το βλέμμα της θα σε αφανίσει. […] Να τη θαυμάζεις λοξά, αν μπορείς· ή πλάγια· ή καλύτερα από πίσω».


Ο Ντερριντά επιλέγει τον λοξό ή πλάγιο τρόπο προσέγγισης του ζητήματος του νιτσεϊκού ύφους καθώς και του χαϊντεγκεριανού ερωτήματος για την ουσία τού Είναι. Με τον τρόπο αυτόν δείχνει ότι δεν σκοπεύει να πραγματευθεί το θέμα του ουδέτερα αλλά μιμητικά. Κοντολογίς, ένα κείμενο που πραγματεύεται το ζήτημα του ύφους δεν μπορεί παρά να κατατρύχεται από το υφολογικό στοιχείο. Το ύφος δεν είναι, όπως πολλοί πιστεύουν, ένα απλό μέσο διακόσμησης του κειμένου, αλλά (απο)συγκροτητικός παράγοντας της ίδιας του της δομής. Ισως αυτός να είναι και ο λόγος που ώθησε τον Βαλερύ στην περίφημη ρήση του «το ύφος είναι ο διάβολος». Αν μάλιστα προστεθεί και η ρήση του μείζονος αρχειοθέτη της τέχνης, Aby Warburg, ότι ο διάβολος κρύβεται στη λεπτομέρεια (λ.χ., στα εισαγωγικά ή γενικά σε ό,τι ο Ντερριντά ονομάζει αλλού «γραφική ρητορική»), τότε ίσως κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Ντερριντά ήδη (deja: αναγραμματισμός των αρχικών του Jacques Derrida) στην αρχή του δοκιμίου του ομολογεί ότι το «περιθώριο» είναι ο τόπος στον οποίο θα σταθεί ως σχολιαστής και θα αποσυρθεί ως υπογράφων.


Στην προσπάθειά του να εισαγάγει μια διαφορά στο εννοιολογικό οπλοστάσιο του νιτσεϊκού έργου ο Ντερριντά δεν επιλέγει τις καταξιωμένες λέξεις-κλειδιά μιας ήδη κυρίαρχης ερμηνευτικής, υπαρξιακής ή και διαλεκτικής παράδοσης (Jaspers, Heidegger, Lowith, Gadamer), η οποία έλκεται από τα κύρια ονόματα του νιτσεϊκού στοχασμού (π.χ. Θέληση για δύναμη, Αιώνια επανάληψη, Υπεράνθρωπος), αλλά εκείνο το οριακό και περιθωριακό σημείο στο οποίο προσκρούει πάντοτε η «ερμηνευτική μορφή του ερωτάν»: το ζήτημα του ιδίου, της ιδιοποίησης και της αποιδιοποίησης του κειμένου. Και αυτό όμως δεν το πραγματεύεται ευθέως αλλά πλαγίως, προτάσσοντας αντ’ αυτού το «θέμα» της γυναίκας (η οποία υπήρξε ανέκαθεν αντικείμενο ιδιοποίησης αλλά και απώλειας ή διαφυγής, όπως και η «γραφή» εξάλλου), ένα δηλαδή μάλλον έλασσον ζήτημα στην ιστορία της πρόσληψης του νιτσεϊκού έργου. Ετσι το κείμενό του ακολουθεί κατά την παρουσίαση των θεμάτων του μια μη γραμμική, πλάγια και ελλειπτική κίνηση, αποφεύγοντας τις θεμελιώσεις, τις τελεολογικές και ουσιοκρατικές «θέσεις», που χαρακτηρίζουν εν γένει ένα μεταφυσικό κείμενο. Εντός αυτής της κίνησης έκκεντρης φυγής σκηνοθετεί με σκωπτικότητα και καταφατικότητα την πολλαπλότητα και μη αναγωγιμότητα των νιτσεϊκών τρόπων της έμμεσης ανακοίνωσης περί της ουσίας της γυναίκας-αλήθειας. Σύμφωνα με την ντερριντιανή λογική της διαφοράς, άνδρας δεν είναι αυτός που αντιπαρατίθεται στη γυναίκα, αλλά εκείνος που (μετα)φέρει τον ανδρισμό (ύφος) του όπως μια γυναίκα (γραφή) τη μάσκα της. Στη σεξουαλική δραστηριότητα η «κυριότητα» του φύλου είναι μη αποκρίσιμη.


Το δοκίμιο του Ντερριντά είναι ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά ντοκουμέντα στη διαμάχη μεταξύ ερμηνευτικής και αποδόμησης, όπου η δεύτερη δεν αντιτίθεται διαλεκτικά στην πρώτη (η σχέση της μεταφυσικής με το Αλλο της δεν μπορεί να είναι μια σχέση αντίθεσης αλλά κατάφασης μέσω της επαναγραφής της), αλλά επιχειρεί να την εντάξει σε μια γενικότερη στρατηγική της γραφής και του κειμένου.


«Ενα κείμενο», διατείνεται ο Ντερριντά στην Πλάτωνος Φαρμακεία, «δεν είναι κείμενο παρά μόνον εάν κρύβει σε πρώτη όψη, στον πρώτο τυχόντα, τον νόμο της σύνθεσής του και τους κανόνες του παιχνιδιού του. Ενα κείμενο εξάλλου παραμένει πάντα αδιόρατο».


Οι προγραμματικές αυτές δηλώσεις στοιχειώνουν σχεδόν όλα τα γραπτά του Ντερριντά. Αυτά φαίνεται πως απαιτούν από τους αναγνώστες τους μια τέχνη που οι περισσότεροι έχουν ξεμάθει στις ημέρες μας και που ο Νίτσε συνέστηνε ιδιαιτέρως στους δικούς του αναγνώστες: το αναμάσημα. Μεταφρασμένο σε ντερριντιανούς όρους: την επανάληψη της ανάγνωσης, μια και ο γραπτός λόγος (το caput mortuum της παρουσίας) αφήνει πάντοτε, κατά την εκάστοτε ιδιοποίησή του, ένα «αχώνευτο» υπόλοιπο που θα πρέπει να ξαναμασηθεί. Ο Ντερριντά δεν τρώγεται, αναμασάται.


Συνιστάται λοιπόν πριν από την ανάγνωση μια επίσκεψη στον οδοντογιατρό.


Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι λέκτορας στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παντείου Πανεπιστημίου.