Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο θα αποδειχθεί ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τα νεαρά ζευγάρια που σχεδιάζουν να γίνουν γονείς, αλλά και για τους νεαρούς γονείς και για όσους φροντίζουν τα παιδιά, όπως γιαγιάδες, παππούδες ή ξένοι, παρ’ όλο που απευθύνεται και στους επιστήμονες ή στους φοιτητές των κοινωνικών επιστημών. Οι νεαροί γονείς, των αστικών ιδιαίτερα περιοχών, που δεν μπορούν πια να αντλήσουν γνώσεις από την παράδοση, θα βρουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες οι οποίες βασίζονται σε επιστημονικές μελέτες για την αγωγή του παιδιού τους και θα ανακαλύψουν ότι πολλοί από τους φόβους τους είναι μύθοι.


Οι συγγραφείς του βιβλίου ενδιαφέρονται κυρίως να δώσουν πρακτικές προσεγγίσεις που προάγουν την ανάπτυξη του παιδιού – ο Michael Cole είναι ψυχολόγος ο οποίος ειδικεύεται στη μάθηση και τη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, ενώ η Sheila Cole είναι δημοσιογράφος και έχει γράψει άρθρα και βιβλία για τα παιδιά. Οι συγγραφείς εισάγουν τον αναγνώστη από την αρχή σε βασικούς άξονες της αναπτυξιακής ψυχολογίας που διαπερνούν όλο το περιεχόμενο του βιβλίου τους: ποιες είναι οι κρίσιμες περίοδοι ανάπτυξης, οι πηγές ανάπτυξης, τι είναι οι ατομικές διαφορές, ποια η σχέση της βιολογικής κληρονομιάς με την ωρίμανση του παιδιού και με το περιβάλλον που βιώνει. Μάλιστα συγκρίνουν την αγωγή του παιδιού σε διάφορα πολιτισμικά πλαίσια, πράγμα που δίνει μια φρέσκια οπτική γωνία σε ό,τι αφορά τις συνήθειες ανατροφής του.


Αρχίζουν από την προγενετική κατάσταση και τελειώνουν με τη συμπλήρωση του δεύτερου έτους του βρέφους, ενώ στον δεύτερο τόμο της ίδιας σειράς προχωρούν ως και το τέλος της παιδικής ηλικίας. Οι συγγραφείς εστιάζουν σε θέματα όπως: ωφέλειες των ειδικών προγραμμάτων διατροφής για παιδιά, μέθοδοι μείωσης της επιθετικότητας και ευερεθιστότητας, αντιπαραθέσεις που περιβάλλουν το θέμα της φροντίδας των μικρών παιδιών έξω από το σπίτι, σπουδαιότητα της εκτεταμένης οικογένειας. Παραθέτουν πολλά παραδείγματα από την καθημερινότητα της οικογένειας για να δείξουν ότι οι κοινωνικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις επηρεάζουν την ανάπτυξη των παιδιών καθώς διαμορφώνουν τους κοινωνικούς κανόνες της ανατροφής τους.


Για τους κοινωνικούς επιστήμονες το βιβλίο περιέχει ιδιαίτερα χρήσιμες ενότητες που έχουν σχέση με τα προβλήματα, τον σχεδιασμό και τη δεοντολογία της έρευνας στην ευαίσθητη βρεφική ηλικία, τονίζοντας συγχρόνως τη σπουδαιότητα τόσο των βιολογικών όσο και των περιβαλλοντικών παραγόντων στην ανάπτυξη. Εδώ συζητούν και το επίμαχο, σήμερα, θέμα της ανθρώπινης κληρονομικότητας, δηλαδή την αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος, σημειώνοντας τα υπέρ και τα κατά, καθώς και τις παρερμηνείες των ευρημάτων της βιολογικής επιστήμης. Παρ’ ότι δεν υπάρχει βιβλίο γενικών γνώσεων που να είναι απόλυτα ενήμερο ως προς τα τελευταία ευρήματα της επιστήμης αυτής, η οποία καλπάζει τα τελευταία χρόνια, υπογραμμίζουν αυτό που βιολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες υποστηρίζουν ολοένα και πιο σθεναρά, ότι δηλαδή δεν είμαστε σκλάβοι των γονιδίων μας. Αν υπάρχει κάποια προδιάθεση στο γονίδιό μας, θα πρέπει συγχρόνως να υπάρξει η αλληλεπίδραση με τους περιβαλλοντικούς παράγοντες για να εμφανισθεί η συμπεριφορά.


Σε ό,τι αφορά την προγενετική κατάσταση, δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις μέλλουσες μητέρες, πάντα βασισμένες σε σχετικές μελέτες, όπως π.χ.: η επίδραση της κατάστασης θρέψης και της συναισθηματικής διάθεσης της εγκύου στο έμβρυο, καθώς και η ικανότητα μάθησης που παρουσιάζει το έμβρυο· αλλά και απομυθοποιούν τη σημασία της σχέσης γονέα – παιδιού τους πρώτους δύο μήνες της ζωής του. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον όμως ότι για την ίδια χρονική περίοδο αντλούν χρήσιμες πληροφορίες από παραδοσιακούς τρόπους ανατροφής, όπως είναι το φάσκιωμα στις παραδοσιακές κοινωνίες, και συμβουλεύουν τις νεαρές μητέρες να τυλίγουν το βρέφος με μια κουβέρτα για να περιορίζουν τα πολλά ερεθίσματα που προέρχονται από το περιβάλλον και το αναστατώνουν.


Από εκεί και πέρα και ως τους 24 μήνες ασχολούνται με τα πάντα: τα προβλήματα ύπνου και φαγητού, η αντιληπτική και κοινωνική ανάπτυξη, η γνωστική ανάπτυξη και η ανάπτυξη της μνήμης. Τονίζουν όμως και την εγγενή επιφυλακτικότητα του βρέφους προς άγνωστα άτομα, καθώς και τη συμβολή της ομιλίας, που ανοίγει νέους ορίζοντες επικοινωνίας. Περιγράφουν το τέλος της βρεφικής ηλικίας που χαρακτηρίζεται από τον έλεγχο των σφιγκτήρων, την ανάπτυξη του δεσμού με τον άνθρωπο που το φροντίζει. Εδώ τονίζεται η σημαντική συμβολή του πατέρα, αλλά και του παππού και της γιαγιάς. Μέσα από την ανάπτυξη των πολλαπλών δεσμών και ιδιαίτερα με τον πατέρα, το βρέφος αποκτά πρόσθετη ασφαλή βάση για τη συνεχιζόμενη ανάπτυξή του.


Οι συγγραφείς δεν παραλείπουν, τέλος, να σημειώσουν τις σοβαρές δυσμενείς επιδράσεις που προκαλούνται από την εγκατάλειψη ή και την κακοποίηση του παιδιού, την απομόνωση, τον αποχωρισμό από τους γονείς χωρίς ένα καλό υποκατάστατο, τον υποσιτισμό ή την κατάθλιψη της μητέρας.


Η μετάφραση της Μαρίας Σόλμαν είναι άψογη, παρά το γεγονός ότι δεν άγγιξε, και καλά έκανε, το γνωστό πρόβλημα της ορολογίας – πώς τελικά μεταφράζεται ο αγγλικός όρος developmental: αναπτυξιακή ή εξελικτική; Η επιμέλεια από τη Ζαΐρα Παπαληγούρα και την Παναγιώτα Βορριά είναι εξαιρετική, κάνει το κείμενο ελκυστικό και ευκολοδιάβαστο.


Η κυρία Μίκα Χαρίτου-Φατούρου είναι ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.