Την τριλογία του Πρίμο Λέβι (και σε ελληνική πια μετάφραση) ολοκληρώνει η έκδοση του βιβλίου Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν. Αν με το πρώτο βιβλίο, το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδόσεις Αγρα, 1997), ο συγγραφέας καταθέτει εν θερμώ τη μαρτυρία του από τον εγκλεισμό του στο Αουσβιτς (αφού το βιβλίο γράφτηκε αμέσως μετά την επιστροφή του, το 1946) και στο δεύτερο αφηγείται την επιστροφή από το στρατόπεδο του θανάτου στον κόσμο των ζωντανών (Η Ανακωχή, μτφρ. Ζακ Σαμουήλ, εκδόσεις Σέλας, 1998), το τρίτο είναι το κατ’ εξοχήν βιβλίο του στοχασμού γύρω από τα στρατόπεδα εξοντώσεως. Γραμμένο 40 χρόνια μετά το πρώτο και έναν μόλις χρόνο πριν από την αυτοκτονία του, το 1986, λαμβάνει εκ των υστέρων χροιά πνευματικής διαθήκης ενός από τους διαυγέστερους ευρωπαίους στοχαστές που προσέγγισαν το φαινόμενο των ναζιστικών στρατοπέδων εξοντώσεως. Εξάλλου το βιβλίο διαβάζεται αναγκαστικά υπό το φως αυτής της αυτοκτονίας που συντάραξε το αναγνωστικό κοινό. Οταν γράφει στον πρόλογο σχολιάζοντας την όψιμη αυτοκτονία (1978) του άλλου διανοητή, Εβραίου και αυτού και εκτοπισμένου στο Αουσβιτς, του Jean Amery, ότι «τα βασανιστήρια υπήρξαν γι’ αυτόν ένας ατέρμων θάνατος» (σελ. 25), πώς να μη σκεφτούμε ότι το ίδιο συνέβαινε και για εκείνον; Το Αουσβιτς συνέχισε λοιπόν να σκοτώνει πολλές δεκαετίες μετά.


Αν και ο ίδιος είχε σημειώσει ότι «τα πιο σημαντικά πράγματα» τα είχε πει στο πρώτο βιβλίο, ενώ για «ορισμένα θέματα» που του «φαίνονταν δευτερεύοντα εκείνη τη στιγμή» έγραψε αργότερα (βλ. «Εργοβιογραφία», σελ. 220), σήμερα που οι γραπτές και προφορικές μαρτυρίες επιζώντων του Αουσβιτς έχουν πια, ευτυχώς, περισσέψει, ίσως αυτό το τρίτο βιβλίο να είναι για μας το πιο σημαντικό. Τώρα που η εξιστόρηση και η περιγραφή των απάνθρωπων συνθηκών της καθημερινότητας του στρατοπεδικού κόσμου είναι πια γνωστές, τα θέματα που ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «δευτερεύοντα» είναι για μας πρώτιστης σημασίας. Με αυτά ακριβώς ασχολείται ο Λέβι σε τούτο το βιβλίο, από μια σκοπιά που θα την ονόμαζα «ανθρωπολογική», προβαίνοντας σε μια λεπτολόγο και διεισδυτική ανάλυση. Γι’ αυτό το βιβλίο δεν ολοκληρώνει απλώς, αλλά θα έλεγα ότι κορυφώνει την τριλογία.



Γιατί οι θύτες διέπραξαν όσα διέπραξαν; Είχαν συνείδηση ότι επρόκειτο για έγκλημα; Οι κλασικές απαντήσεις (που δόθηκαν σε δίκες, σε συνεντεύξεις, σε απομνημονεύματα) συμπυκνώνονται στα εξής: «Υπήρξαμε επιμελείς εκτελεστές και για την επιμέλειά μας βραβευτήκαμε και προαχθήκαμε. Οι αποφάσεις δεν ήταν δικές μας, διότι το καθεστώς υπό το οποίο ζήσαμε δεν επέτρεπε ελευθερία αποφάσεων: άλλοι αποφάσισαν για μας και θα ήταν αδύνατο να συμβεί διαφορετικά […]» (σελ. 28). Εξετάζει λοιπόν πώς σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα διαστρέφονται πολίτες, που σε άλλες συνθήκες θα ήσαν φυσιολογικοί. Διακρίνει βέβαια τους ανώτερους αξιωματούχους, καθώς προϋπήρχε πολιτική ένταξή τους και ιδεολογική ταύτιση με τις απόψεις του Χίτλερ. Το αποτέλεσμα είναι πως οι ενεχόμενοι από την πλευρά των θυτών προσπαθούν να ανακατασκευάσουν την αλήθεια, οικοδομώντας διαφορετικά τη μνήμη αυτή ή ορισμένοι φτάνοντας ως την πλήρη άρνηση της ύπαρξης των στρατοπέδων εξοντώσεως (κεφ. «Η μνήμη της προσβολής»).


Για άλλους λόγους μπορεί να αλλοιώνεται η μνήμη του επιζώντος: εδώ πρωταρχικό ρόλο παίζει η ντροπή. Αν και η έννοια της ντροπής είναι κατ’ αρχήν συνυφασμένη με ό,τι διαπράξαμε, μπορεί όμως να λειτουργεί και για ό,τι υποστήκαμε. Τα θύματα αισθάνονται βαθιά ταπείνωση και εξευτελισμό για ό,τι «αφέθηκαν» να υποστούν, όπως ενίοτε κατηγορούνται από τις μεταπολεμικές γενιές. Η ντροπή συνοδεύει όμως και μερικές πράξεις τους, υπαγορευμένες από το αγριότερο ένστικτο επιβίωσης: μια φορά που έκλεψαν ένα κομμάτι ψωμί από έναν συγκρατούμενο, μια περίπτωση όπου δεν βοήθησαν έναν εξαντλημένο αιχμάλωτο. Ο ίδιος ο Λέβι εξομολογείται (και το απόσπασμα είναι πράγματι σπαραχτικό) ότι ανακαλύπτοντας σε περίοδο τραγικής δίψας στο στρατόπεδο έναν σωλήνα νερού δεν ειδοποιεί όλη την ομάδα, αλλά το μοιράζεται μόνο με έναν στενό του φίλο. Ομολογεί ότι για αυτή την πράξη του «η ντροπή υπήρχε και υπάρχει και σήμερα, απτή, βαριά, συνεχής» (σελ. 84). Να σκεφτούμε πως έπαιξε και αυτή τον ρόλο της στην κατοπινή του αυτοκτονία (κεφ. «Η ντροπή»);


Μια άλλη παράμετρος που εξετάζει είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Μιλάει για την αποκοπή από την οικογένεια αλλά και από τη μητρική γλώσσα. Αναλύει τον καίριο ρόλο που έπαιζε η γνώση της γερμανικής γλώσσας και πώς συχνά η άγνοιά της μπορούσε να επισπεύσει τον θάνατο, καθώς οι διαταγές δίνονταν μόνο στα γερμανικά. Επρόκειτο όμως πράγματι για τη «γερμανική» γλώσσα; Ενα άλλο ιδίωμα είχε δει το φως στον στρατοπεδικό κόσμο, το οποίο «αμυδρή μόνο συγγένεια [είχε] με την ακριβή και αυστηρή γλώσσα των εγχειριδίων μου της χημείας» (σελ. 102, κεφ. «Επικοινωνώντας»).


Στο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Η γκρίζα ζώνη» ο συγγραφέας προβαίνει σε μια σημαντικότατη ανάλυση που προκαλεί ανατροπή των στερεοτύπων: αφού αναφερθεί στο απλουστευτικό σχήμα (καλοί / κακοί, εμείς / οι άλλοι), προτείνει και επεξεργάζεται την έννοια και τον όρο «γκρίζα ζώνη». Για τον Λέβι «είναι μια γκρίζα ζώνη με δυσδιάκριτο περίγραμμα, η οποία ταυτόχρονα χωρίζει και συνδέει τα δύο στρατόπεδα των εξουσιαστών και των σκλάβων» (σελ. 43). Πρόκειται για τη ζώνη της «protekcja» και αφορά τους συνεργαζόμενους με τους ναζί αιχμαλώτους· τους κάπο και όλους εκείνους που βρίσκονταν μέσα στο στρατόπεδο και είχαν κάποια προνομιακότερη μεταχείριση επειδή προσέφεραν επιπλέον υπηρεσίες. Ο συγγραφέας βιάζεται να δηλώσει ότι η διατύπωση κρίσεων ηθικής φύσεως δεν είναι διόλου εύκολη σε τέτοιες περιπτώσεις και πως οπωσδήποτε ο ίδιος θα αθώωνε τους χιλιάδες που ήσαν χαμηλόβαθμοι («καθαριστές, λαντζέρηδες, νυχτοφύλακες») για ένα «τιποτένιο όφελος». Για τους υπόλοιπους η κρίση είναι δυσκολότερη. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι πρόκειται για προϊόντα της πιο ακραίας μορφής ολοκληρωτισμού.


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο «Γράμματα από Γερμανούς». Τα γράμματα αυτά έλαβε σε μεγάλο αριθμό ο Λέβι μετά τη μετάφραση του βιβλίου του στα γερμανικά. Αυτά γράφονται συνήθως από εκείνους τους Γερμανούς που ένιωθαν ξένοι στην ίδια τους τη χώρα. Δίνεται έτσι η ευκαιρία να εκφραστούν κάποιοι Γερμανοί που δεν ταυτίστηκαν με τον ναζισμό. Ο Λέβι κλείνει με μια διαπίστωση που ανοίγει τον δρόμο στις ιστοριογραφικές αναλύσεις της δεκαετίας του ’90 (Goldhagen, Browning): οι «δήμιοι» δεν ήσαν κάποια τέρατα της φύσεως, ήσαν «φυσιολογικοί» άνθρωποι, «φτιαγμένοι από τη δική μας στόφα», υπήρξαν όμως καρποί του ολοκληρωτικού συστήματος. Η εγρήγορσή μας λοιπόν πρέπει να παραμένει σε ό,τι αφορά την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων. Από την άλλη, ακέραια παραμένει η συλλογική ευθύνη της γερμανικής κοινωνίας, χωρίς τη συγκατάθεση της οποίας ο ναζισμός δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει τόσο επιτυχώς τα σχέδιά του.


Η κυρία Οντέτ Βαρών-Βασάρ είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκδότρια του περιοδικού «Μετάφραση».