Περνώντας από την Περσία ο Μάρκο Πόλο το 1273 δεν μπορούσε παρά να συναντήσει το φρούριο και την κοιλάδα του Αλαμούτ, έδρα του φοβερού Γέροντα του Βουνού και των Ασσασίνων του. Το κάστρο του Αλαμούτ πέρασε στην ισλαμική ιστορία ως «αετοφωλιά» και οι Ασσασίνοι έδωσαν το όνομά τους στην πράξη της δολοφονίας, αφού ήταν οι πρώτοι κατά παραγγελίαν δολοφόνοι της ιστορίας. Τα όσα έκανε ο Γέρος του Βουνού συντηρώντας ατμόσφαιρα τρόμου στη Μέση Ανατολή αλλά και στην Ευρώπη αφηγείται ο Μάρκο Πόλο μεταξύ άλλων περιηγητών της εποχής του ύστερου Μεσαίωνα. Τόσο αυτός ο οξυδερκής ταξιδιώτης όσο και οι υπόλοιποι που περνούσαν από την Ασία νιώθοντας την καυτή ανάσα των μεταμφιεσμένων Ασσασίνων στην ατμόσφαιρα δεν μας τα είπαν τα πράγματα απολύτως σωστά.


Αυτό θέλησε να πράξει, αποκαθιστώντας την προκατάληψη των Δυτικών, την εχθρότητα των σουννιτών μουσουλμάνων και, ουχ ήττον, την ετυμολογία και τη σημασία των λέξεων στις πηγές, η σύγχρονη ιστοριογραφία διά προσώπου Μπέρναρντ Λιούις. Το βιβλίο του Λιούις Οι Ασσασίνοι είχε πρωτοκυκλοφορήσει στο Λονδίνο το 1967 και έκτοτε θεωρείται η κορωνίδα της σχετικής φιλολογίας. Φαίνεται μάλιστα πως το έργο αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του μυθιστορήματος του ΝτονΝτελίλλο Ονόματα, όπου οι τελετουργικοί φόνοι μιας πολυσχιδούς ομάδας αιρετικών από τη Συρία και την Περσία έμοιαζαν ακατανόητοι στα μάτια των Δυτικών, πλην ενός επιφανούς ανατολιστή που γνώριζε τα κόλπα από την Ασία.


Ετσι και ο Μπέρναρντ Λιούις, έγκριτος μελετητής της μεσαιωνικής ισλαμικής ιστορίας, διαλύει παρεξηγήσεις αιώνων στα μάτια των Δυτικών και ανοίγει τα χαρτιά των Ασσασίνων ένα προς ένα. Η κατάληξη του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου με τίτλο Η Ανακάλυψη των Ασσασίνων είναι ενδεικτική του οίστρου του συγγραφέα: «Οι Ασσασίνοι δεν εμφανίζονται πλέον ως μια συμμορία ναρκοβίωτων κορόιδων που τη σέρνουν από τη μύτη κάποιοι ευφυείς απατεώνες, ως μια συνωμοσία μηδενιστών τρομοκρατών ή ως ένα συνδικάτο επαγγελματιών δολοφόνων. Βέβαια, και κάτι απ’ όλα αυτά να ήταν, η περίπτωσή τους πάλι θα παρέμενε ενδιαφέρουσα». Ποιοι ήταν λοιπόν οι Ασσασίνοι;


Κατ’ αρχάς γίνονται οι συστάσεις: ήταν ισμαηλίτες, δηλαδή μια πολύ σοβαρή αίρεση του Ισλάμ, απειλή για το ορθόδοξο (σουννιτικό) Ισλάμ, το οποίο από τα μέσα του 8ου αιώνα εκπροσωπείτο από το αββασιδικό Χαλιφάτο της Βαγδάτης. Οι ισμαηλίτες Ασσασίνοι, λοιπόν, έχοντας πάρει το όνομά τους σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις από τη λέξη «χασισίν», που στα αραβικά σημαίνει «αυτοί που καπνίζουν το χασίς», ήταν μια σημαντική αιρετική (σιιτική) δυναστεία που αναπτύχθηκε σε δύο βασικούς κλάδους, τον πρώτο στην Περσία την περίοδο 1090-1256 και τον δεύτερο στη Συρία από το 1100 περίπου ως το 1273. Η δυναστεία αυτή εξαπλώθηκε και οι δύο κλάδοι της ήταν απειλή για τα μεγαλύτερα βασίλεια της εποχής, μουσουλμανικά και φραγκικά, ώσπου διαλύθηκε τελικά από τον μεγάλο κούρδο στρατηλάτη Σαλαδίνο (Σαλάχ αλ-Ντιν) στα τέλη του 12ου αιώνα.


Ιδρυτής του ασσασινικού τάγματος ήταν ο Χασάν ιμπν Σαμπάχ, που γεννήθηκε γύρω στο 1040 και σπούδασε στη γενέτειρά του Κουμ και στη Νισαπούρ, όπου είχε συμφοιτητές τον μετέπειτα φημισμένο πέρση ποιητή των τετράστιχων ρουμπαγιάτ Ομάρ Καγιάμ και τον πάνσοφο πέρση πρωθυπουργό (μέγα βεζίρη) του σελτζουκικού σουλτανάτου της Βαγδάτης Νιζάμ αλ-Μουλκ, έναν πραγματικό Μιχαήλ Ψελλό των Σελτζούκων όπως σχολιάζει ο Λιούις. Ο Χασάν, ο πρώτος ηγεμόνας της νιζαριδικής ασσασινικής δυναστείας του περσικού κλάδου, συγγραφέας θεολογικών και δογματικών έργων, έδωσε ο ίδιος το παράδειγμα του ασκητισμού και του αυστηρού τρόπου διαβίωσης, ενώ δεν δίστασε να εκτελέσει και τους δύο γιους του.



Μετά από τέτοια αρχή είναι φυσικό να παρακολουθεί ο αναγνώστης τη συνέχεια με κομμένη την ανάσα. Στα χρόνια των επτά διαδόχων ηγεμόνων του Χασάν έπεσαν θύματα των Ασσασίνων διάφορα δημόσια πρόσωπα της εποχής, όπως ο προαναφερθείς πάνσοφος Νιζάμ αλ-Μουλκ, κάποιοι αββασίδες χαλίφες της Βαγδάτης αλλά και επιφανείς λατίνοι σταυροφόροι όπως ο Ραϋμόνδος της Τρίπολης (το 1152) και ο Κορράδος του Μομφερράτου (το 1192).


Την προσοχή της Ευρώπης τράβηξε αρχικά η τυφλή αφοσίωση των Ασσασίνων στον αρχηγό τους, αφού ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για χάρη του κυρίου τους. Ηταν εκπαιδευμένοι ώστε να ξέρουν ξένες γλώσσες και να περνούν απαρατήρητοι στις αυλές άλλων ηγεμόνων, οπότε όταν πλησίαζαν τον στόχο τους σε απόσταση αναπνοής ­ δολοφονούσαν μόνο με μαχαίρι! ­ ήταν επόμενο ότι και οι ίδιοι δεν είχαν πιθανότητες διαφυγής. Και παρ’ όλα αυτά πήγαιναν!


Τι έλεγαν τα νέα που έφθαναν από την Ανατολή; Σύμφωνα με την αφήγηση του Μάρκο Πόλο που παραθέτει ο Λιούις, ο Γέρος είχε βάλει να κλείσουν μια κοιλάδα ανάμεσα σε δύο βουνά και την είχε μετατρέψει σε επίγειο παράδεισο. Εκεί είχε χτίσει τα ομορφότερα παλάτια, όπου φυσικά κυκλοφορούσαν τα ουρί του παραδείσου, οι πιο όμορφες κοπέλες του κόσμου, που έπαιζαν όλων των ειδών τα όργανα και τις μουσικές, χόρευαν και τραγουδούσαν γλυκά και ωραία, ενώ έτρεχε στα αυλάκια κρασί, γάλα, μέλι και νερό. Κανέναν δεν άφηνε ο Γέρος να μπει στον κήπο του εκτός από εκείνους που προόριζε για Ασσασίν του. Και εκείνοι δεν έμπαιναν έτσι απλά. Τους είχε γαλουχήσει νωρίτερα με ιστορίες για τον παράδεισο που θα συναντήσουν, όπως έκανε και ο Μωάμεθ, και αυτοί, νέα παιδιά, περίμεναν τον παράδεισο ως κάτι υπαρκτό. Οταν ερχόταν η ώρα, τους έριχνε ένα ποτό που τους αποκοίμιζε, τους έβαζε στον Κήπο και όταν ξυπνούσαν αυτοί νόμιζαν ότι βρίσκονταν πραγματικά στον Παράδεισο. Οι κοπέλες ερωτοτροπούσαν ελεύθερα μαζί τους και οι νέοι δεν θα ήθελαν να φύγουν ποτέ από αυτόν τον παράδεισο εκτός… από μια έξοδο προσωρινή για έναν φόνο και μετά επιστροφή πίσω.


Ηταν πράγματι το χασίς που δημιουργούσε αυτή την ψευδαίσθηση ή μήπως ούτε αυτό είναι ακριβές; Ο Λιούις απορρίπτει την άποψη ότι το μυστικό του Γέρου ήταν το χασίς, αφού το χόρτο και η ινδική κάνναβις ήταν ήδη τότε ευρέως γνωστά και δεν μπορούσαν να αποτελούν μυστικό κανενός. Η ισλαμική ιστορία δίνει τους λόγους και την ώθηση για μια τέτοια συμπεριφορά πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε παραισθησιογόνο. Αλλωστε οι επιθέσεις αυτοκτονίας ακόμη και σήμερα είναι συνήθεις για τους ισλαμιστές στο διεθνές πεδίο της τρομοκρατίας. Για την κατανόηση αυτής της πρακτικής ο Λιούις παραθέτει συνοπτικά σχεδόν όλη την ιστορία του Ισλάμ, όσα προηγήθηκαν της δυναστείας των Ασσασίνων και όσα έπονται αυτής.


Εν κατακλείδι «οι Ασσασίνοι δεν επινόησαν τη δολοφονία· απλώς της δάνεισαν το όνομά τους». Διάσημες πολιτικές δολοφονίες προηγήθηκαν της ύπαρξης των Ασσασίνων, όπως η δολοφονία του τυράννου Ιππία στην αρχαία Αθήνα, οι δολοφονίες του Φιλίππου Β’ του Μακεδόνα, του Τιβέριου Γράκχου και του Ιουλίου Καίσαρα. Η εξιδανίκευση της τυραννοκτονίας απαντάται τόσο στην κλασική αρχαιότητα όσο και στην εβραϊκή παράδοση, αλλά και στην πολιτική και θρησκευτική ιστορία του Ισλάμ: η ισλαμική παράδοση αναγνωρίζει την αρχή της δίκαιης εξέγερσης. Επιδεξιότητα στους φόνους είχαν πάμπολλοι πριν από τους Ασσασίνους, λέει ο Λιούις. Αν κάποιου πράγματος μπορούμε να τους αποδώσουμε την πατρότητα, είναι «η σχεδιασμένη, συστηματική και μακρόχρονη χρήση του τρόμου ως πολιτικού όπλου». Θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε «πρώτους τρομοκράτες της Ιστορίας».


Οι Ασσασίνοι μπορεί να εξέλιπαν κάποια στιγμή από το ιστορικό προσκήνιο και η δράση τους να εξασθένησε σταδιακά, αλλά ο ρόλος και η ιστορική σημασία των ισμαηλιτών μέσα στο Ισλάμ παραμένει. Διαβάζουμε ότι ο επικεφαλής της αίρεσης είχε διοριστεί κυβερνήτης του Μαχαλλάτ και της Κουμ από τον σάχη της Περσίας το 1818, και τότε ο σάχης τού έδωσε τον τίτλο του Αγά Χαν. Με αυτόν τον τίτλο είναι γνωστοί αυτός και οι απόγονοί του. Ο τελευταίος Αγά Χαν που γνωρίζουμε εμείς είναι αυτός που νυμφεύθηκε τη Ρίτα Χέιγουορθ, την κινηματογραφική Τζίλντα. Είναι πιθανόν η κοκκινομάλλα Ρίτα να μην είχε ιδέα για όλα αυτά, αφού ο Λιούις δεν είχε γράψει ακόμη την πραγματεία του.