• Αναζήτηση
  • Καλοκαίρι και ελληνικό σινεμά : Cult λιακάδες και art παραλίες

    Ακούγοντας τη λέξη αγκίστρι, το πρώτο πράγμα που σου έρχεται σήμερα στο μυαλό είναι ένα νησάκι του Αργοσαρωνικού, που έγινε γνωστό ως λημέρι του Δημήτρη Κουφοντίνα.

    Ζουμπουλάκης Γιάννης
    Ακούγοντας τη λέξη αγκίστρι, το πρώτο πράγμα που σου έρχεται σήμερα στο μυαλό είναι ένα νησάκι του Αργοσαρωνικού, που έγινε γνωστό ως λημέρι του Δημήτρη Κουφοντίνα. Ουδεμία σχέση με την ομότιτλη ταινία του Ερρίκου Ανδρέου, παραγωγής 1976. Ο τίτλος «Το αγκίστρι» παραπέμπει στη γαλλίδα ηθοποιό Μπάρμπαρα Μπουσέ, δόλωμα για να αγκιστρώσει τον πάμπλουτο σύζυγό της (Γκίντερ Στολ), με στόχο τον θάνατό του. Φαντασμαγορία πλούτου, απιστίας και ελληνικού καλοκαιριού, η ταινία αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα του soft ερωτικού κινηματογράφου που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1970, όταν με την εδραίωση της τηλεόρασης το εμπορικό σινεμά αργόσβηνε. Για να αντέξει στην αίθουσα το ελληνικό λαϊκό σινεμά αναζητούσε ελκυστικές λύσεις και τι πιο ελκυστικό από το γυμνό; Στον φτηνό ερωτισμό των ταινιών του Ομηρου Ευστρατιάδη ηθοποιοί όπως η Αννα Φόνσου και η Ελένη Ανουσάκη περιφέρονταν προβάλλοντας προκλητικά τα κάλλη τους («Το κορίτσι με το άλογο», «Πρόκλησις» κ.ά.) ενώ τα seventies ήταν επίσης η χρυσή δεκαετία του Κώστα Γκουσγκούνη, κατ’ εξοχήν «εκπροσώπου» του hardcore ελληνικού πορνό.
    Ομως το γυμνό ήταν ακόμη απαγορευμένος γλυκός καρπός για το κοινό της Ελλάδας του ’70. Ετσι λοιπόν ο παραγωγός Κλέαρχος Κονιτσιώτης στράφηκε προς αυτό χρηματοδοτώντας μεγάλες παραγωγές που τον μετέτρεψαν σε πρίγκιπα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής. Το περίεργο είναι ότι ενώ οι ταινίες που γύριζε ήταν ολοφάνερα μέτριες, έκαναν αίσθηση λόγω του στυλ τους. Αργότερα, μέσω της τηλεόρασης (που ειρωνικά ήταν η βασική αιτία για τη δημιουργία τους), αρκετές απέκτησαν χαρακτήρα cult και σήμερα εξακολουθούν να συζητιούνται. Στο «Αγκίστρι» η ανύπαρκτη πλοκή δεν είχε και τόσο σημασία μπροστά στα γυμνά στήθη της Μπουσέ, τα κυνηγητά σε πανάκριβα αυτοκίνητα, τα λουσάτα ιστιοφόρα, τη μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου, το ζεϊμπέκικο που τραγουδά ο Μανώλης Μητσιάς, την αλμύρα του ατελέσφορου.
    Στο «Ψυχή και σάρκα» (1974) ο Κονιτσιώτης έφερε ως και ποιητικές διαθέσεις στο σενάριο βάζοντας στα χείλη της Κορίνας Τσοπέη (Μις Υφήλιος 1964), έναν στίχο του τούρκου ποιητή Ομάρ Καγιάμ: «Η αγάπη μετριέται με ό,τι απαρνιέται κανείς για χάρη της – έστω και την ίδια την αγάπη». Εδώ, ο Κώστας Πρέκας, το απόλυτα σέξι αρσενικό της εποχής, παίζει τον πιλότο Πέτρο που τραυματίζεται και καθηλώνεται στο σπίτι με τη σύζυγό του (Τσοπέη). Το κότερο της δεσποινίδος Μέι Λιάμπεη (Ντέμπορα Ριντ), επιβάτιδος σε πτήσεις του, ρίχνει άγκυρα στα νερά του Σαρωνικού, απέναντι από την έπαυλή του στο Λαγονήσι. Εκείνος κολυμπά για να τη συναντήσει· θέλει να ζήσει με την πεισματάρα, κακομαθημένη ερωμένη το τολμηρό παιχνίδι του παράνομου έρωτα. Η ταινία που σκηνοθέτησε και πάλι ο Ερρίκος Ανδρέου περιέχει σκηνές στα όρια του απίστευτου, όπως εκείνη στην οποία ο Πέτρος αναζητεί τη Μέι σε μια ντισκοτέκ. Η μουσική του Μπάρι Γουάιτ σταματά και στα μεγάφωνα ακούμε τη φωνή της dj: «Peter is looking for May. Peter is looking for May… May, Peter is looking for you. Peter loves you». Η μουσική και πάλι του Χατζηνάσιου με τη Δήμητρα Γαλάνη να τραγουδά το «Εσύ κι εγώ, με βήμα αργό».
    Αλλη μια ιδέα του Κονιτσιώτη που έγινε σενάριο από τον Πάνο Κοντέλη και ταινία σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη είναι το επίσης cult «Εκείνο το καλοκαίρι» (1970). Ο Λάκης Κομνηνός είναι δύο χρόνια χωρισμένος από τη γυναίκα του (Ελενα Ναθαναήλ) και ζει στο Λονδίνο. Επιστρέφει στην Αθήνα μετά την προτροπή της πρώην του που πάσχει από καρκίνο στον εγκέφαλο. Τον περιμένει με την κόρη τους στον Δυτικό Αερολιμένα του πάλαι ποτέ Αεροδρομίου του Ελληνικού φορώντας την παραδοσιακή «καμπάνα» παντελόνι, τεράστια γυαλιά ηλίου και αλυσίδα στη μέση. «Φίλησε τον μπαμπά… Τζένη». Η σχέση τους φουντώνει καθώς θυμούνται τον μεγάλο έρωτά τους. Το τελευταίο καλοκαίρι θα είναι ρομαντικό σε μια αφόρητα μελιστάλαχτη ταινία που λατρεύτηκε, παρά τις ολοφάνερες ατέλειές της. Τα τρία τραγούδια του Γιάννη Σπανού – που βραβεύτηκε για τη μουσική του στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – τραγουδιούνται ακόμη: «Σαν με κοιτάς», «Ενα καλοκαίρι» και «Μαζί σου στην ακρογιαλιά», με ερμηνευτές την Αφροδίτη Μάνου και τον Γιάννη Φέρτη.

    Το απόλυτο cult και μια αγάπη για το καλοκαίρι

    Ακόμη και σήμερα τα χάνεις όταν ακούς την Ελενα Ναθαναήλ στην «Αναζήτηση» να λέει στον Αγγελο Αντωνόπουλο «Ο κ. Βεργής; Τζένη». (με εκείνο το «παχύ» «τζ» φυσικά). Γελάς και σου αρέσει. Συνεργασία Ερρίκου Ανδρέου – Κλέαρχου Κονιτσιώτη και πάλι, η «Αναζήτηση» στριφογυρίζει μέσα στη χλιδή. Γυρίζοντας από τη δουλειά του (με ελικόπτερο!) κάθε μεσημέρι, ο βαθύπλουτος Βεργής γυρεύει ξέγνοιαστες ερωτικές στιγμές με call girls. Η επίσης πλούσια Ελενα (Ναθαναήλ) στη διπλανή καμπάνα στον Αστέρα Βουλιαγμένης «διαολίζεται» κρυφακούγοντας τις ερωτικές περιπτύξεις του. Παίρνει τη θέση ενός call girl, της Τζένης (που όμως θα δολοφονηθεί δίνοντας αστυνομική ίντριγκα στην ιστορία), και βρίσκει τον Βεργή «πάρα πολύ έμπειρο» όπως εξομολογείται στη φίλη της, την Ιρις, όταν την επισκέπτεται στο Νησί των Ανέμων, τη Μύκονο. Κάθε τι στην «Αναζήτηση» κινείται στα όρια του ερασιτεχνικού σουρεαλισμού, πράγμα που ίσως δικαιολογεί τον στρατό των φαν της. Πέρα από το γεγονός ότι οι διάλογοι σε ξεπερνούν («Μα και εμείς είμαστε πάρα πολύ πλούσιες. Είμαστε όμως ευτυχισμένες;»), η ταινία είναι γεμάτη από απίστευτους ήρωες β’ ρόλων: από τη γεμάτη υπεροψία τσατσά Νατάσα (Τασσώ Καββαδία) μέχρι το ντουέτο των αστυνομικών που διερευνούν την υπόθεση εξαφάνισης (Βάσος Ανδρονίδης, Ντίνος Καρύδης) και φυσικά τον μπάτλερ του Βεργή, τον Θόδωρο Εξαρχο που μπαίνει με τα ρούχα στη θάλασσα για να προσφέρει απεριτίφ στο αφεντικό του και να του πει πως πρέπει να κουρευτεί. «Κουρέψου εσύ» του λέει ο Βεργής και όντως ο Εξαρχος κουρεύεται. Στην παραλία…
    Πολλοί θυμούνται τα τραγούδια, λιγότεροι όμως την ταινία στην οποία ακούστηκαν: «Σκιές στην άμμο», σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη, σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρομάτη και με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τη δεύτερη σύζυγό του, την Καίτη Χωματά, την ιέρεια του Νέου Κύματος. Η άμμος του τίτλου είναι η άμμος της Νάξου, εκεί όπου περιφέρεται μια συμμορία γερμανών αρχαιοκαπήλων. Ακολουθώντας τον έλληνα συνεργάτη τους η Καίτη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια παράγκα που τους νοικιάζει ένας ψαράς (Μαυρομάτης). Το σκηνικό εξίσου δωρικό με το σενάριο: η θάλασσα, η καλαμένια καλύβα, το φως. Ο Μιχάλης Βιολάρης που υποδύεται τον ψαρά-μικροέμπορο, θα βοηθήσει στην εξάρθρωση της σπείρας και θα τραγουδήσει με τη Χωματά το «Βάρκα χωρίς πανιά» αλλά και τη «Μαυρομαλλούσα κοπελιά». Συνθέτης ο Γιάννης Σπανός. Τέλος, περπατώντας στην άμμο σε μια άκρως μελαγχολική σκηνή, η Χωματά τραγουδά και το θρυλικό πια «Μια αγάπη για το καλοκαίρι».

    Πολιτική κάτω από τον ήλιο

    Μέσα δεκαετίας του 1970 και με τη μεταπολίτευση η Ελλάδα φαίνεται να αλλάζει. Το ίδιο συμβαίνει και με τον κινηματογράφο. Σοβαρότερα θέματα βγαίνουν μπροστά, πολλές ταινίες αποκτούν τον πολιτικοποιημένο χαρακτήρα που ως τότε δεν είχαν ή και αν τον είχαν αυτός βρισκόταν κάπου βαθιά κρυμμένος. Το καλοκαίρι που κινηματογράφησε ο Παντελής Βούλγαρης στο «Χάππυ Νταίη» (1976) μόνο ειδυλλιακό δεν το χαρακτηρίζεις. Μια επίσκεψη της Φρειδερίκης στη Μακρόνησο, ένα βιβλίο του Ανδρέα Φραγκιά, ο «Λοιμός», η Δεξιά, η Αριστερά, μνήμες, μαρτυρίες σκόρπιες. Και όλα αυτά κάτω από τον αμείλικτο ήλιο του ελληνικού καλοκαιριού που εδώ μαστιγώνει αλύπητα τα γυμνά, ταλαιπωρημένα σώματα. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας που παίζει στην ταινία μάς είπε ότι τα γυρίσματα του «Χάππυ Νταίη» στη Μακρόνησο ήταν πολύ δύσκολα λόγω του τρομερού αέρα ο οποίος εμπόδιζε τον ήχο και σήκωνε κοκκινόχωμα. «Κάμερες και μηχανήματα αποκτούσαν κόκκινο χρώμα, οι επαναλήψεις των σκηνών έδιναν κι έπαιρναν». Ομως το βάσανο άξιζε τον κόπο γιατί το αποτέλεσμα είναι μια σπάνιας αξίας ανθρώπινη ταινία – καταγραφή μιας ολόκληρης εποχής που στιγμάτισε τη χώρα μας (στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τις «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» ο Π. Βούλγαρης απομακρύνεται από την πολιτική και αναζητεί την αυγουστιάτικη ηρεμία της Αθήνας εξιστορώντας τρεις σπαραχτικές ιστορίες μοναχικών ανθρώπων).
    Μετά τη μεταπολίτευση, ο ελληνικός Εμφύλιος, ζήτημα ταμπού επί σειρά ετών στην Ελλάδα, επιτέλους εικονογραφείται μυθοπλαστικά για να γίνει χαρακτηριστικό στοιχείο πολλών σεναρίων. Ακόμη και σε «ανάλαφρο» καλοκαιρινό φόντο, όπως συνέβη με το «Εν πλω» του Σταύρου Κωνστανταράκου, όπου οι χώροι γυρισμάτων αποτελούν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της. «Είναι γυρισμένη παντού και πουθενά» είπε ο Σ. Κωνστανταράκος για το ταξίδι της ταινίας στο Αιγαίο που περιλαμβάνει γυρίσματα στην Τζια, στην Αίγινα, στο Σούνιο και στη Σίφνο, χωρίς ποτέ να ονομάζεται κάτι συγκεκριμένο. Με πρωταγωνιστές τον Γιώργο Κιμούλη, τον Στρατή Τσοπανέλη και τον Νίκο Καλογερόπουλο, το φιλμ είναι ένας αξιοπερίεργος συνδυασμός ελληνικού καλοκαιριού, ντετέκτιβ στόρι και ιστορικής μνήμης όπου τρεις άντρες σαλπάρουν με ιστιοπλοϊκό για κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί, αναζητώντας τον θησαυρό που είχε θάψει εκεί ο αντάρτης πατέρας του ενός, πριν από την εκτέλεσή του στο τέλος του Εμφυλίου.
    Πολλά χρόνια αργότερα, το 2005, με τη στρατιωτική κωμωδία «Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο», ο Νίκος Περάκης θα σχολίαζε ανάλαφρα την επικαιρότητα της ελληνοτουρκικής κρίσης στο Αιγαίο. Η ιστορία διαδραματίζεται στη βραχονησίδα Πίττα στα Δωδεκάνησα, αν και τα γυρίσματα έγιναν στο νησί Φονιάς της Εύβοιας.

    Η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας

    Παιδική ηλικία και καλοκαίρι είναι ένας άλλος συνδυασμός που μπορεί να αποφέρει χρυσάφι, όπως συνέβη με το «Peppermint» (1999) του Κώστα Καπάκα, ένα σύντομο χρονικό της Ελλάδας του ‘60, το οποίο ακολουθεί με συνέπεια τη συνταγή της νοσταλγίας. Γλαφυρές εικόνες φτιάχνουν για δύο περίπου ώρες το κέφι, αναζητούν το δάκρυ, σκαλίζουν τις αναμνήσεις της «παλιάς γενιάς» και «ανοίγουν τα μάτια» των νεότερων (ο Καπάκας επανέλαβε τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας με μικρότερη επιτυχία στο «Uranya»).

    Για τον Δήμο Αβδελιώδη όταν η φύση συνδυάζεται με τη θάλασσα, οι εικόνες είναι τόσο δυνατές που σε κατακτούν για πάντα. «Αισθάνεσαι αμέσως ότι ο κόσμος είναι ένα θαύμα και αυτή τη δύναμη του θαύματος μπορείς να τη ζήσεις τόσο έντονα μόνον όταν βρίσκεσαι στην ηλικία του παιδιού» μου είχε πει όταν μιλήσαμε για το «Δέντρο που πληγώναμε», την καλύτερη ταινία του, που μεταφέρει την αίσθηση που είχε ο ίδιος ως παιδί στη Χίο. Ο Αβδελιώδης δεν έχασε ποτέ την παιδική αθωότητά του· και το παιδί είναι η σάρκα, τα οστά και ο παλμός του «Δέντρου» που γυρίστηκε, φυσικά, καλοκαίρι.
    Μια επιστροφή στην παιδική ηλικία όμως χαρακτηρίζει και το κύκνειο άσμα του Ντίνου Δημόπουλου, τα «Δελφινάκια του Αμβρακικού», ταινία πολύ διαφορετική από τις καλοκαιρινές κωμωδίες που ο ίδιος γύριζε στη δεκαετία του ‘60 και παρουσιάσαμε κατά τη διάρκεια αυτής της καλοκαιρινής σειράς. Διασκευάζοντας εδώ ένα δικό του μυθιστόρημα, ο σκηνοθέτης καταθέτει αναμνήσεις από την παιδική ηλικία του αφηγούμενος την ιστορία δύο παιδιών που γνωρίζονται σε ένα παραθαλάσσιο χωριό του Αμβρακικού στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

    Eρωτισμός, κωμωδία, σινεφιλία

    Αντιπροσωπευτικός σκηνοθέτης του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, ο Γιώργος Πανουσόπουλος κατάφερε να συνδέσει καλύτερα ίσως από κάθε άλλον της γενιάς του την ερωτική φούντωση με το ελληνικό καλοκαίρι. Αλλοτε στην ερημιά της καλοκαιρινής Αθήνας («Οι απέναντι»), άλλοτε με φόντο καυτές παραλίες («Μ’ αγαπάς;», «Ελεύθερη κατάδυση», «Τεστοστερόνη»), ο Πανουσόπουλος εικονογράφησε τον πυρετό του έρωτα, την ομορφιά του γυμνού σώματος, τη λαγνεία του βλέμματος, τα ανομολόγητα πάθη πάνω στην καυτή άμμο ή μέσα στη δροσιά του θαλασσινού νερού. Εφέτος, μετά από 14 χρόνια απουσίας, ο σκηνοθέτης επανέρχεται στα πράγματα με την επίσης καλοκαιρινή ταινία «Σ’ αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει» που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ικαρία (θα τη δούμε τον Σεπτέμβριο).

    Με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό χιούμορ του ο Βασίλης Βαφέας ακολούθησε τον Κώστα Βουτσά σε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες καλοκαιρινές περιπλανήσεις στο ελληνικό σινεμά της δεκαετίας του ‘80, τον «Ερωτα του Οδυσσέα». Τέλος, να σημειωθεί ότι χαρακτηριστικές καλοκαιρινές ταινίες της τελευταίας 20ετίας είναι ο «Δεκαπενταύγουστος», όπου ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης σχολιάζει ευθύβολα και δραματικά την υστερία της φυγής από την Αθήνα τον Αύγουστο, και δύο του Νίκου Παναγιωτόπουλου: «Beautiful people», ένα hommage στην αγαπημένη του «Περιφρόνηση» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ και τα «Οπωροφόρα της Αθήνας», μια ταινία για τη μοναξιά στην Αθήνα του καλοκαιριού, πόλη που ο Νίκος Κουρής «οργώνει» γευόμενος νοστιμιές από τα δέντρα της.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός