• Αναζήτηση
  • Το ιστορικό ναυάγιο της κρίσης και των μνημονίων

    Υστερα από μία δεκαετία πρωτοφανούς σε διάρκεια και ένταση κρίσης, με βαρύτατο κοινωνικό και οικονομικό κόστος και οκτώμισι χρόνια διαδοχικών μνημονίων, και ενώ η «Ελληνική Μεγάλη Υφεση» πήρε τη θέση της στην Ιστορία ως μία από τις ισχυρότερες που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, η χώρα ετοιμάζεται τη Δευτέρα να εξέλθει από το πρόγραμμα διάσωσης.

    Υστερα από μία δεκαετία πρωτοφανούς σε διάρκεια και ένταση κρίσης, με βαρύτατο κοινωνικό και οικονομικό κόστος και οκτώμισι χρόνια διαδοχικών μνημονίων, και ενώ η «Ελληνική Μεγάλη Υφεση» πήρε τη θέση της στην Ιστορία ως μία από τις ισχυρότερες που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, η χώρα ετοιμάζεται τη Δευτέρα να εξέλθει από το πρόγραμμα διάσωσης.
    Καθώς όμως η τελευταία δόση του δανείου που εκταμιεύθηκε στις αρχές Αυγούστου προβλέπεται να αποπληρωθεί το 2060, η οικονομική οδύσσεια της χώρας ίσως δεν έχει ακόμη φθάσει στο τέλος της.
    Από το Καστελλόριζο ως το περίφημο «Varoufakis Effect», όπως αποκαλείται πλέον το α’ εξάμηνο του 2015, όπου η τύχη της οικονομίας (και της χώρας) βρισκόταν στα χέρια του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, το ιστορικό ναυάγιο της Ελλάδας, που επέφερε ριζικές αλλαγές και ανατροπές στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, οι οποίες ήταν συχνά επώδυνες για τους πολίτες, έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, με την ελληνική κρίση να διέρχεται μάλιστα όλα τα στάδιά της: την ύβρη, τη νέμεση και φυσικά την κάθαρση.
    Η «φούσκα» της εγχώριας ζήτησης που δημιουργήθηκε μεταξύ 1999 και 2009, όταν οι τράπεζες και το Δημόσιο δανείστηκαν πάνω από 60 δισ. ευρώ και 200 δισ. ευρώ αντίστοιχα (συνολικά εισέρρευσαν 450 δισ. ευρώ αν προστεθούν και τα κοινοτικά κονδύλια και οι εισροές διεθνών κεφαλαίων), συντηρώντας έτσι το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης με δανεικά (η ιδιωτική κατανάλωση προσέγγισε το 74% του ΑΕΠ το 2009), παρομοιάζεται με την ύβρη, ένα μεγάλο αμάρτημα και για την Αρχαία Ελλάδα.

    Η αποπομπή

    Τελικά το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης κατέρρευσε από έναν συνδυασμό χαμηλής ανταγωνιστικότητας, υψηλής κατανάλωσης και αναποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα που εκτόξευσε τα ελλείμματα, ενώ η κοντόφθαλμη και ορισμένες φορές ανίκανη πολιτική ελίτ, μαζί με τις μεγάλες και «σύνθετες» ευθύνες και της οικονομικής ελίτ, έφερε την αποπομπή της Ελλάδας από τις αγορές, το Μνημόνιο και την τρόικα-κουαρτέτο, δηλαδή τη νέμεση.
    Η επώδυνη προσαρμογή που ακολούθησε, με τις περικοπές των δαπανών και τις δομικές μεταρρυθμίσεις – το τίμημα των προγραμμάτων διάσωσης των 288 δισ. ευρώ, το μεγαλύτερο ποσό στην παγκόσμια οικονομική ιστορία -, κατέστησε την Ελλάδα μια σκιά του προ κρίσης εαυτού της και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η περίοδος της κάθαρσης, η οποία ωστόσο δεν δείχνει να έχει φθάσει ακόμη στο τέλος της.
    Στα χρόνια των μνημονίων πάντως πήραμε μέτρα σχεδόν 80 δισ. ευρώ για να πετύχουμε δημοσιονομικό αποτέλεσμα 35 δισ. ευρώ, καθώς περίπου 45 δισ. μέτρα χάθηκαν στη χοάνη της ύφεσης, της έλλειψης αξιοπιστίας και του κατώτερου των περιστάσεων πολιτικού συστήματος, την ώρα που μισθοί και συντάξεις μειώθηκαν κατά 30%.

    Μεγάλες απώλειες

    Η μεσαία τάξη «αποδεκατίστηκε» και πλήρωσε κατά κύριο λόγο τον λογαριασμό, την ώρα που ο Αρμαγεδδών της ύφεσης οδήγησε τα νοικοκυριά σε απώλειες 570 δισ. δολαρίων, αφού η πτώση στην αξία των περιουσιακών τους στοιχείων, από την κορύφωσή τους στα 1,57 τρισ. δολάρια το 2007, διαμορφώθηκε στο 1 τρισ. δολάρια (στοιχεία Credit Suisse) το 2017.
    Οι μετοχές στο χρηματιστήριο της Αθήνας έχασαν 150 δισ. ευρώ από την αξία τους, ενώ, αν και απαιτήθηκαν 64 δισ. ευρώ για την επιβίωση των τραπεζών, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα χρεοκόπησε δύο φορές και ανακεφαλαιοποιήθηκε τρεις φορές. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο μάλιστα, οι παλαιότερες, πιο «συντηρητικές» κυβερνήσεις ουσιαστικά κρατικοποίησαν τις τράπεζες, ενώ η πιο πρόσφατη, «αριστερή» κυβέρνηση ουσιαστικά τις ιδιωτικοποίησε.
     
    Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ μετά την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση το ποσοστό του Δημοσίου μέσω του ΤΧΣ ήταν 84,39% στην Εθνική, 81,01% στην Πειραιώς, 83,66% στην Alpha Bank και 93,55% στη Eurobank, σήμερα (μετά και την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση) έχει περιοριστεί στο 40,4% στην Εθνική, στο 26,4% στην Πειραιώς, στο 11% στην Alpha Bank, με τη συμμετοχή μάλιστα στη Eurobank να έχει σχεδόν μηδενιστεί (2,4%).

    Τα ακίνητα

    Στην αγορά ακινήτων, οι  σωρευτικές απώλειες ξεπέρασαν το 45%, με την πραγματική πτώση σε ορισμένες περιοχές να υπερβαίνει ακόμα και το 60%, ενώ μόλις το τελευταίο διάστημα, με αιχμή την έκρηξη του τουρισμού, το επενδυτικό ενδιαφέρον σε ειδικές κατηγορίες ακινήτων τείνει να αποκτήσει μια αξιοπρόσεκτη δυναμική.
    Παράλληλα, οι σωρευτικές απώλειες του ΑΕΠ, από το υψηλό των 242 δισ. ευρώ το 2008 ως το χαμηλό του 2015 στα 176,3 δισ. ευρώ, διαμορφώθηκαν στα 65,7 δισ. ευρώ, ενώ το ΑΕΠ του 2017 (177,7 δισ. ευρώ) υπολειπόταν ακόμη αυτού του 2014 (178,7 δισ. ευρώ), αφού παρά τις «αυταπάτες Τσίπρα» οι επιπτώσεις μεταξύ άλλων και από το α’ εξάμηνο του 2015 («Varoufakis effect») θα μείνουν στην οικονομική ιστορία και θα πληρώνονται από πολλές γενιές Ελλήνων.
    Η κρίση που βίωσε  η Ελλάδα είναι περισσότερο ή λιγότερο terra incognita (άγνωστη γη), ενώ μπορεί να συγκριθεί εν καιρώ ειρήνης μόνο με τη «Μεγάλη Υφεση» των ΗΠΑ. Μία δεκαετία πάντως μετά το ξεκίνημα των κρίσεων (1929 για την περίφημη «Great Depression» στις ΗΠΑ, 2007 για την Ελλάδα) οι ΗΠΑ ανέκτησαν το 110% του ΑΕΠ του ’29, ενώ η χώρα μας μόλις το 74,6% του ΑΕΠ του 2007.

    Η σωτηρία

    Η Ελλάδα για κάποιους σώθηκε υπό την έννοια ότι δεν ακολούθησε τον Αρμαγεδδώνα της εξόδου από το ευρώ, αλλά ο τρόπος της διάσωσής της είναι τόσο μειονεκτικός που δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική σωτηρία ή έξοδο από την κρίση, αφού όπως αναφέρεται η χώρα με ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, πολύ υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, μεγάλη ανεργία, αδύναμα θεσμικά όργανα και άθλια δημογραφικά (500.000 νέοι Ελληνες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εξειδίκευση έφυγαν από τη χώρα), θα πρέπει με τα σημερινά δεδομένα να πετυχαίνει τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα για καμιά σαρανταριά χρόνια.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Οικονομία