• Αναζήτηση
  • Καλοκαίρι και ελληνικό σινεμά: Μερικοί το προτιμούσαν…μιούζικαλ

    Το 1927 το Χόλιγουντ παρουσίασε την πρώτη ομιλούσα ταινία του κινηματογράφου, και αυτή ήταν μιούζικαλ. Ο «Τραγουδιστής της τζαζ» («The jazz singer») του Αλαν Γκρόσλαντ, ταινία-σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου, γυρίστηκε σε μια εποχή που το μουσικοχορευτικό θέαμα ήταν το ψωμοτύρι της αμερικανικής σόουμπιζ, οπότε δικαίως αναζητούσε μια θέση στο ομιλούν σινεμά.

    Ζουμπουλάκης Γιάννης
    Το 1927 το Χόλιγουντ παρουσίασε την πρώτη ομιλούσα ταινία του κινηματογράφου, και αυτή ήταν μιούζικαλ. Ο «Τραγουδιστής της τζαζ» («The jazz singer») του Αλαν Γκρόσλαντ, ταινία-σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου, γυρίστηκε σε μια εποχή που το μουσικοχορευτικό θέαμα ήταν το ψωμοτύρι της αμερικανικής σόουμπιζ, οπότε δικαίως αναζητούσε μια θέση στο ομιλούν σινεμά.
    Στη μικρή Ελλάδα βέβαια, σε μια εποχή που το σινεμά αυτής της χώρας δεν ήταν καν βιοτεχνία, δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για μιούζικαλ. Εμεναν κάποιες υβριδικές προσπάθειες που άρχισαν να εμφανίζονται σποραδικά στη δεκαετία του 1950, αλλά και πάλι, σε ταινίες όπως οι «Απάχηδες των Αθηνών» και «Ριρίκα», μια κινηματογραφική μηχανή στεκόταν απλώς απέναντι από τη σκηνή απαθανατίζοντας τα τεκταινόμενα.
    Ωστόσο το 1954 ο Ντίνος Δημόπουλος θα γύριζε την πρώτη μουσικοχορευτική ελληνική ταινία με την κλασική έννοια του όρου, ένα μιούζικαλ με άλλα λόγια, και μάλιστα καλοκαιρινό, το «Χαρούμενο ξεκίνημα», με χορογραφίες Απόλλωνα Γαβριηλίδη και μουσική Λυκούργου Μαρκέα και Κώστα Καπνίση. Ο Γιώργος Οικονομίδης που παίζει στην ταινία έγραψε το σενάριο με τον Κώστα Πρετεντέρη, ενώ ανάμεσα στους πολλούς ηθοποιούς (Ντίνος Ηλιόπουλος, Νίκος Ρίζος, Βασίλης Αυλωνίτης, Γεωργία Βασιλειάδου κ.ά.) διακρίνουμε και τις Μάρω Κοντού και Μαίρη Χρονοπούλου στο ντεμπούτο τους στον κινηματογράφο.
    Το κινηματογραφικό μιούζικαλ δεν θα μπορούσε παρά να «πιάσει» σιγά-σιγά και στην Ελλάδα, για τον απλούστατο λόγο ότι οι ελληνικές λαϊκές ταινίες διανθίζονταν πάντα από τραγούδια, έτσι ώστε ο φιλμικός χρόνος να γεμίζει και ο κόσμος να χαίρεται στο πανί τους λαμπρούς τραγουδιστές, τους οποίους λόγω οικονομικής δυσχέρειας δεν είχε την ευκαιρία να απολαύσει από κοντά. Τα ονόματα των τροβαδούρων άλλωστε ήταν τόσο τρανταχτά που κανένας σκηνοθέτης δεν τολμούσε να κόψει ούτε ένα κουπλέ τους για τη διευκόλυνση της ιστορίας που διηγούνταν.

    Δαλιανίδης, ο «πατέρας» του ελληνικού μιούζικαλ

    Ελληνικό μιούζικαλ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται ως είδος πριν από τον Γιάννη Δαλιανίδη. Εχοντας ξεκινήσει την πορεία του ως χορευτής και χορογράφος με το ψευδώνυμο Γιάννης Νταλ, ο Δαλιανίδης είχε πίσω του τα χρόνια εμπειρίας που θα τον βοηθούσαν να διακριθεί στη μουσικοχορευτική ταινία.
    Σε μια χώρα που είχε ζήσει το μαρτύριο ενός παγκoσμίου πολέμου αλλά και ενός εμφυλίου, μια χώρα με πάρα πολλή φτώχεια, ήταν φυσικό ο κόσμος να διψά για λίγη χαρά σαν τη δροσιά του «Μερικοί το προτιμούν κρύο» ή και την κάψα ακόμα του «Κάτι να καίει». Γιατί μόνο καλοκαίρι θα μπορούσε να είναι η εποχή στην οποία εκτυλίσσονταν όλες αυτές οι σεναριακά απίστευτες (ενίοτε ανεκδιήγητες – ας μη γελιόμαστε) ταινίες, τις οποίες όμως ακόμα και σήμερα δεν μπορούμε παρά να χαζεύουμε συνεπαρμένοι και με χαμόγελο.
    Ο ίδιος ο Δαλιανίδης είχε κάποτε εκμυστηρευθεί ότι δεν του άρεσε η λέξη μιούζικαλ: «Πάντα μιλούσα για μουσικές ταινίες, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε» είχε πει. «Φιλοδοξία μου ήταν να μιμηθώ κάτι από τις φανταχτερές αμερικάνικες παραγωγές, όσο τα ελληνικά μέσα μάς το επέτρεπαν. Το αποτολμούσαμε και φτάναμε σε ένα αποτέλεσμα, που άλλοι στάθηκαν αρνητικά και άλλοι θετικά απέναντί του».

    Το «φαινόμενο» Ρένα Βλαχοπούλου

    Μπορεί μεν ο Φιλοποίμην Φίνος να είχε αρχικώς αντιρρήσεις για τη Ρένα Βλαχοπούλου, όμως εκείνη «έβγαλε» τελικά τους κυριότερους ρόλους της κινηματογραφικής καριέρας της στα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη.
    Ο Δαλιανίδης έστησε μια άτυπη παρέα ηθοποιών, ας την αποκαλέσουμε «παρέα Δαλιανίδη», στην οποία εκτός από τη Βλαχοπούλου βρίσκουμε τον Κώστα Βουτσά, τη Ζωή Λάσκαρη, τη Μάρθα Καραγιάννη και ενίοτε τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Πρώτος σταθμός το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», το πρώτο μιούζικαλ του Δαλιανίδη, το 1962. Ο Μίμης Πλέσσας αναλαμβάνει να ντύσει μουσικά την ταινία, κάτι που θα έκανε συχνά στο έργο του συγκεκριμένου σκηνοθέτη.
    Στο «Μερικοί το προτιμούν κρύο» ο Ηλιόπουλος είναι ο αξιοπρεπής μικροαστός που τηρώντας την παράδοση έχει την υποχρέωση προτού παντρευτεί ο ίδιος να αποκαταστήσει τις τρεις αδελφές του. Η Βλαχοπούλου πετυχαίνει στη εντέλεια την ελληνίδα γεροντοκόρη της οποίας οι προσπάθειες να βρει γαμπρό μέσα από τον κύκλο του αδελφού της αποβαίνουν άκαρπες (η ατάκα «άλλος!» έχει γράψει ιστορία).
    Στην ηλιόλουστη κυριακάτικη εκδρομή ακούγεται το «Σαν ξημερώνει Κυριακή» και στην άλλη του πλευρά του δίσκου των 45 στροφών το ελαφρολαϊκό «Εχω στενάχωρη καρδιά». Τεράστιες επιτυχίες. Την πρώτη ημέρα προβολής του το «Μερικοί το προτιμούν κρύο» κόβει περί τις 21.000 εισιτήρια και μήνες αργότερα κλείνει την καριέρα του με παραπάνω από 212.000.
    Στα μιούζικαλ του Δαλιανίδη όλοι οι ηθοποιοί είναι θαυμάσιοι σε αυτό που κάνουν, όμως η Ρένα Βλαχοπούλου θα είναι πάντα η ψυχή αυτών των ταινιών. Ποικιλοτρόπως. Στο «Κορίτσια για φίλημα» (1965), τη βρίσκουμε διευθύντρια ελληνικού τουριστικού γραφείου στη Νέα Υόρκη που έρχεται για καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα μαζί με την ανιψιά της την Τζένη (Λάσκαρη). Καταλήγει στη Ρόδο για μια δουλειά του αδελφού της Ρένας, κάτι σαν απεσταλμένη τραστ κεφαλαιούχων, για τη χρηματοδότηση μιας επιχείρησης. Εκεί η Τζένη θα γίνει στόχος του Κώστα (Βουτσάς), αρχηγού αποτυχημένου μουσικού συγκροτήματος, αλλά και άλλων αρσενικών που, καθένα με τον τρόπο του, προσπαθούν να την κατακτήσουν.
    Εν προκειμένω λοιπόν έχουμε μια Βλαχοπούλου που επιστέφει στην πατρίδα με τον αέρα μιας Ελληνοαμερικανίδας, σε πλήρη αντίθεση λ.χ. με το «Κάτι να καίει» που είχε προηγηθεί (1963). Εκεί η Βλαχοπούλου υποδύεται τη Σοφούλα, μια λαϊκή Αθηναία, η οποία πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη με τη μικρότερη αδελφή της για έναν γάμο μέσω του οποίου θα εισπράξει την κληρονομιά του μακαρίτη θείου της. Στην ιστορία εμπλέκεται και μια ομάδα επίδοξων τραγουδιστών (πάλι ο Βουτσάς) και όλοι μαζί θα κατέβουν στην Αθήνα για να κάνουν την τύχη τους…
    Δύο διαφορετικές ηρωίδες για το ίδιο πρόσωπο, τη Ρένα Βλαχοπούλου. Η μία από τη Νέα Υόρκη, η άλλη απ’ του Ψυρρή. Η πρώτη για μπίζνες και η άλλη παρακαλώντας για έναν γάμο που θα της δώσει την κληρονομιά από την… Αμερική. Δύο γυναίκες που προσπαθούν να ζήσουν το όνειρο μέσα στην ηλιόλουστη Ελλάδα. Η πρώτη στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου, η δεύτερη σε αναζήτηση της μεγάλης ζωή – ή το λιγότερο μια θέση κάτω από τον αττικό ήλιο μέσω… Θεσσαλονίκης και Τεμπών.
    Ο Βουτσάς έχει και κότερο. «Πάμε μια βόλτα» λέει στα «Κορίτσια για φίλημα», «Φστ μπόινγκ!» στο «Κάτι να καίει», όπου η Ελενα Ναθαναήλ σε ηλικία μόλις 16 ετών κάνει την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή της. Συνδυάζοντας το λαϊκό τραγούδι με δυτικοευρωπαϊκούς ήχους οι οποίοι περιέχουν σημάδια επιθεώρησης, οι δύο ταινίες έρχονται πρώτες σε εισπράξεις. Μάλιστα το «Κάτι να καίει» είναι η πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία που γυρίστηκε σε σινεμασκόπ και εκείνη που κατέρριψε το ρεκόρ εισιτηρίων το οποίο διατηρούσε ως τότε από το 1950 ο «Μεθύστακας» του Γιώργου Τζαβέλλα.

    Από τις «Γοργόνες» στο τέλος εποχής

    Εν έτει 1968 το μιούζικαλ έχει αρχίσει να δείχνει κάποια σημάδια κόπωσης αλλά εξακολουθεί να βαστά γερά, απόδειξη το «Γοργόνες και μάγκες» του Γιάννη Δαλιανίδη. Η Βλαχοπούλου έχει αποχωρήσει από τη Φίνος Φιλμ αλλά η Μάρθα Καραγιάννη και η Μαίρη Χρονοπούλου είναι εκεί για να την αντικαταστήσουν στα τραγούδια και στον χορό. Νεόπλουτοι Αθηναίοι καταφθάνουν στην Υδρα όπου αγοράζουν γη, καθώς έχουν λανθασμένες πληροφορίες ότι οι Ελβετοί θα επενδύσουν στον τόπο. Η Μάρθα, σαν γνήσια επαρχιωτοπούλα της εποχής, θέλει να παντρευτεί Αθηναίο και να ξεφύγει από το στενό πλαίσιο του «ξερότοπου». Τραγούδι-σχόλιο «Ο άντρας που θα παντρευτώ». Ο Δάκης μάς θυμίζει «Τόσα καλοκαίρια» που μπορεί να μας έχουν φύγει απ’ τα χέρια και η Υδρα αστράφτει από το άσπρο και πορτοκαλί των κοστουμιών της Χρονοπούλου και του Λάκη Κομνηνού.
    Την ίδια περίπου εποχή η Ερμού έχει τα πάνω της. Τα έτοιμα ραμμένα ρούχα των μαγαζιών της περίμεναν τις πελάτισσές τους. Τι να κάνει η φουκαριάρα η Πελαγία από τη Νέα Φιλαδέλφεια; «Δεν είναι επάγγελμα αυτό, είναι μαρτύριο» λέει βάζοντας πλώρη για Κολωνάκι, με την προτροπή της αδελφής της. Με μια ενδιάμεση στάση στη Μύκονο, όπου γυρίστηκαν κυρίως τα χορευτικά της «Παριζιάνας» με τη Βλαχοπούλου και πάλι στις επάλξεις της Φίνος Φιλμ. Από μοδιστρούλα της γειτονιάς η Πελαγία / Ρένα μεταμορφώνεται σε… κουτυριέ Ζιζί Πελαζί. Ο Χρόνης Εξαρχάκος θα «σπάσει» λίγο τη φωνή και τη μέση του για τις ανάγκες του γκέι βοηθού της Ρένας και ο Βαγγέλης Σειληνός θα μας χαρίσει την κινησιολογία στο τραγούδι «Sunshine for your dreams», με τη φωνή του Δημήτρη Ταμπόση.
    Το 1971 η παρακμή έχει ήδη αρχίσει για τα καλά. Οι ταινίες μειώνονται, τα εισιτήρια κατρακυλούν. Στα καινούργια στούντιό του όμως στα Σπάτα ο Φίνος γυρίζει μια κωμωδία με έντονο το μουσικοχορευτικό στοιχείο – πάντα καλοκαίρι: «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» με τη Ρένα Βλαχοπούλου και φυσικά τον Δαλιανίδη πίσω από τον φακό. Ο Πλέσσας παρών και αυτός. Η Βλαχοπούλου είναι η φτωχή τηλεφωνήτρια που προσποιείται το μέντιουμ στην κοσμοπολίτικη Ρόδο με τη βοήθεια των αδελφών της (Χρόνης Εξαρχάκος και Βαγγέλης Σειληνός). Να σημειωθεί ότι οι σκηνές της ερήμου γυρίστηκαν στη Λούτσα. «Τράβα μαλλί, τράβα μαλλί!» μία από τις ατάκες που απογείωσε εισπρακτικά την ταινία σε μια δύσκολη εποχή, τότε που η τηλεόραση είχε κάνει την εμφάνισή της, ρίχνοντας τελικά την ταφόπλακα στο μιούζικαλ.

    Η ματιά του Γιώργου Σκαλενάκη

    «Εσκυψα πάνω από το Ναύπλιο, το προσκύνησα» μου είχε πει ο σκηνοθέτης Γιώργος Σκαλενάκης στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε προτού πεθάνει το 2014. Τέσσερις ταινίες σε ένα σύνολο οκτώ δεν είναι λίγες, σε μια εποχή μάλιστα, δεκαετία του 1960, που το Ναύπλιο και γενικότερα η Αργολίδα δεν ήταν ακριβώς ο χώρος στον οποίο κινηματογραφούνταν εύκολα ταινίες.

    Η πιο διάσημη εξ αυτών των ταινιών είναι το καλοκαιρινό μιούζικαλ «Επιχείρηση Απόλλων» (1968), η ιστορία ενός γερμανού πρίγκιπα (Τόμας Φριτς) που κατά τη διάρκεια των διακοπών του στην Ελλάδα ερωτεύεται μια ελληνίδα ξεναγό (Ελενα Ναθαναήλ). Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον δρόμο και στη φύση. «Δεν υπάρχει ούτε ένα εσωτερικό γύρισμα, εκτός αν υπολογίζεις το εσωτερικό του πούλμαν» είχε χαριτολογήσει ο σκηνοθέτης.
    Αν και ποσοτικά το έργο του Γιώργου Σκαλενάκη είναι μικρότερο σε σχέση με εκείνο του Γιάννη Δαλιανίδη, οι ματιές τους διαφέρουν. Ο Σκαλενάκης, ο οποίος γεννήθηκε στην Αίγυπτο και σπούδασε κινηματογράφο στην Πράγα, ξεφεύγει από το αμερικανικό μοντέλο που τόσο ενθουσίαζε τον Δαλιανίδη. Στην Πράγα άλλωστε έκανε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, τα «Μπλουζ της Πράγας». Η κλίση του προς το μιούζικαλ φάνηκε αμέσως.
    Το όνειρό του ήταν να κάνει σινεμά στην Ελλάδα, στην οποία επέστρεψε το 1965. Μερικούς μήνες αργότερα άρχισε να γυρίζει τις «Διπλοπενιές» με τη Βουγιουκλάκη, ο χαρακτήρας της οποίας είναι επίσης μουσικοχορευτικός. Και λίγο αργότερα εκτοξεύθηκε με τον «Απόλλωνα» που έκοψε περισσότερα από 315.000 εισιτήρια στην Ελλάδα, απέκτησε φανατικούς οπαδούς και είχε, επίσης, διεθνή καριέρα.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός