• Αναζήτηση
  • Από την Πρίγκηπο στο Σαρλερουά

    Τον Ιούνιο του 1933 ο Ζορζ Σιμενόν, ως ρεπόρτερ της μεγαλύτερης γαλλικής εφημερίδας της εποχής, της Paris-Soir, ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει συνέντευξη από μια σημαντική προσωπικότητα, τον Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρόνσταϊν, που δεν ήταν άλλος από τον Τρότσκι.

    Georges Simenon
    Ο ένοικος
    Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
    Εκδόσεις Aγρα, 2018
    σελ. 220, τιμή 12 ευρώ
    Τον Ιούνιο του 1933 ο Ζορζ Σιμενόν, ως ρεπόρτερ της μεγαλύτερης γαλλικής εφημερίδας της εποχής, της Paris-Soir, ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει συνέντευξη από μια σημαντική προσωπικότητα, τον Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρόνσταϊν, που δεν ήταν άλλος από τον Τρότσκι. Ο άλλοτε κραταιός λαϊκός επίτροπος είναι τώρα κυνηγημένος από τον Στάλιν και έχει βρει καταφύγιο σε μια βίλα στην Πρίγκηπο, στη θάλασσα του Μαρμαρά, «φιλοξενούμενος» του Κεμάλ Ατατούρκ. Σχεδόν κάθε πρωί ο εξόριστος Τρότσκι κατεβαίνει ως τη μικρή προβλήτα της βίλας, στην άκρη ενός ολάνθιστου κήπου, και μπαίνει στη βάρκα για να ψαρέψει. Είναι 54 ετών και έχει δεχθεί να δώσει συνέντευξη στη γαλλική εφημερίδα, υπό την προϋπόθεση ότι θα του σταλούν γραπτές ερωτήσεις, στις οποίες και θα απαντήσει γραπτά. Το εισιτήριο του Σιμενόν, στο πλοίο της γραμμής Νάπολι – Πειραιάς – Κωνσταντινούπολη, έχει ημερομηνία 7 Ιουνίου 1933. Ο Σιμενόν συναντά τον Τρότσκι στην Πρίγκηπο και ταυτόχρονα φωτογραφίζει. Ο φωτογράφος Σιμενόν είναι ίσως λιγότερο γνωστός από τον συγγραφέα, αλλά οι φωτογραφίες του έχουν την ποιότητα του μεγάλου ρεπορτάζ. Το πορτρέτο του Τρότσκι, στο γραφείο του στην Πρίγκηπο, το λιμάνι της Πριγκήπου, ένας ορθόδοξος παπάς και η οικογένειά του στο βαπορέτο από το Καντίκιοϊ στην Πρίγκηπο, ένας μελαγχολικός τούρκος ναύτης, είναι μερικές από τις φωτογραφίες που τράβηξε ο Σιμενόν σε αυτό το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη.
    Την ίδια εποχή επεξεργάζεται το μυθιστόρημά του «Ο ένοικος», που θα κυκλοφορήσει το 1934. Το μυθιστόρημα ανήκει στην κατηγορία των λεγόμενων «σκληρών μυθιστορημάτων» του, όπου μολονότι η πλοκή έχει ως αφετηρία της ένα «αστυνομικό» γεγονός (ένα έγκλημα, μια κομπίνα), σημασία έχει το ψυχογράφημα των ηρώων και η εικονογράφηση μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημά του «Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ» (1933), ο θεωρούμενος αντισημίτης Σιμενόν προαναγγέλλει το κυνήγι των Εβραίων και το Ολοκαύτωμα.

    Η Κωνσταντινούπολη των θαυμάτων

    Η αυτοβιογραφία και οι εμπειρίες του Σιμενόν είναι παρούσες σε πολλά μυθιστορήματά του. Στον «Ενοικο» ο ήρωας είναι ένας φραγκολεβαντίνος Εβραίος, ο Κωνσταντινουπολίτης Ελί Ναζεάρ. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής του μυθιστορήματος τοποθετείται στην καρβουνόπολη του Βελγίου, το Σαρλερουά, η Κωνσταντινούπολη, άλλοτε ως Ιστανμπούλ και άλλοτε ως Κωνσταντινούπολη, υπάρχει πάντα στο φόντο της αφήγησης ως η πόλη των θαυμάτων, των τυχοδιωκτών, των μεσαζόντων, της μουσικής στα μικρά καφενεία, των μεζέδων, του ελαφρού αέρα που φυσάει στους δρόμους του Πέραν, με Ελληνες σε πολλούς ρόλους και με τα γαλλικά ως γλώσσα της καλής κοινωνίας. Είναι μια ατμόσφαιρα που ο Σιμενόν γνώρισε καλά στο ταξίδι του για τη συνέντευξη του Τρότσκι.
    Ο Ελί, ο ήρωας του «Ενοίκου», κατεστραμμένος οικονομικά, ταξιδεύει από την Κωνσταντινούπολη στο Βέλγιο προκειμένου να ξεκαθαρίσει μια πολύ μπερδεμένη υπόθεση με πανάκριβα χαλιά, στην οποία είχαν αναμειχθεί αρκετοί μεσάζοντες, στην Πόλη, στην Αθήνα, στο Παρίσι. Στο πλοίο συναντά τη Συλβί, μια βελγίδα κονσοματρίς που επέστρεφε από δουλειά σε καμπαρέ του Καΐρου.  Γίνονται εραστές. Η υπόθεση με τα χαλιά αποτυγχάνει και ο απένταρος Ελί βρίσκεται ξεκρέμαστος στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Η τύχη φέρνει στα πόδια του έναν ολλανδό τραπεζίτη. Μαθαίνει τις κινήσεις του. Μια νύχτα στο τρένο της γραμμής Βρυξέλλες – Παρίσι, σε μια άδεια και νυσταγμένη κουκέτα, δολοφονεί τον τραπεζίτη, χτυπώντας τον με ένα γαλλικό κλειδί, και του παίρνει τα χρήματα. Στο τρένο υπήρχαν καμιά δεκαπεντααριά αλλοδαποί και ο ελεγκτής δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς πώς ήταν αυτός που καθόταν απέναντι από τον Ολλανδό. Σίγουρα ήταν Ελληνας ή Ιταλός, είπε. Τα χαρτονομίσματα που είχε ο Ολλανδός ήταν όμως καταγραμμένα και οι αριθμοί τους δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες. Ο Ελί ήταν αδύνατο να τα χρησιμοποιήσει. Αφραγκος και πάλι, πρέπει να βρει καταφύγιο. Η Συλβί τον στέλνει στο Σαρλερουά, στο σπίτι της μάνας της, της κυρίας Μπαρόν, που λειτουργεί ως φοιτητική πανσιόν. Εκεί ο Ελί περνάει τις μέρες του, στην κουζίνα του ξενώνα, λέγοντας ιστορίες από την Κωνσταντινούπολη, κάνοντας την κυρία Μπαρόν να ταξιδεύει νοερά, μακριά από το μαύρο και λασπωμένο Σαρλερουά. Οι άλλοι ένοικοι είναι τρεις φοιτητές: ένας Ρουμάνος, ένας Πολωνός και ένας Πολωνοεβραίος. Ο Σιμενόν παρουσιάζει αριστοτεχνικά το ψυχογράφημα των ηρώων, αφήνοντας να καταλάβουμε τις αντιπαλότητες που υπάρχουν ανάμεσα στους λαούς σε αυτή την κρίσιμη εποχή της Ευρώπης. Είναι φανερό ότι οι Πολωνοεβραίοι μισούν τους λεβαντίνους Εβραίους της Ανατολής.

    Η περιγραφή της ζωής στην πανσιόν

    Ο Σιμενόν περιγράφει μοναδικά τη ζωή της πανσιόν. Τον λόγο έχει και πάλι η αυτοβιογραφία. Ο συγγραφέας μεγάλωσε μέσα στην πανσιόν της μητέρας του Ανριέτ, στη Λιέγη του Βελγίου, έναν κόσμο που τον έχει παρουσιάσει συνταρακτικά στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Πεντιγκρί». Η κυρία Μπαρόν είναι μια μυθιστορηματική εκδοχή της κυρίας Σιμενόν. Αλλά και το Σαρλερουά, μια «μαύρη χώρα», μια βιομηχανική πόλη σε κρίση, παρουσιάζεται και πάλι αυτοβιογραφικά στον «Ενοικο». Ο Σιμενόν είχε ταξιδέψει στο Σαρλερουά τον Φεβρουάριο του 1933, πάλι για ρεπορτάζ, και η σειρά των φωτογραφιών του δείχνει μια χιονισμένη και καπνισμένη πόλη, εργάτες που φτάνουν με τα ποδήλατά τους στα εργοστάσια ή πίνουν μπίρα στην μπιραρία «Το σπίτι του Λαού». Παρ’ όλο που η πόλη συγκλονίζεται από απεργίες και κοινωνικές αναταραχές, ο Σιμενόν στις φωτογραφίες του δείχνει άχρονα πρόσωπα, ακριβώς όπως κάνει και στον «Ενοικο».
    Μέσα στην πανσιόν της κυρίας Μπαρόν το κλίμα αρχίζει σιγά-σιγά να βαραίνει για τον Ελί Ναζεάρ. Ολοι οι ένοικοι τον υποψιάζονται για τον φόνο του Ολλανδού. Εχουν βρει και ένα χαρτονόμισμα και έχουν ταυτίσει τον αριθμό του με αυτόν που δημοσίευσαν οι εφημερίδες. Το παιχνίδι της υποψίας και των υπαινιγμών παρουσιάζεται αριστοτεχνικά από τον Σιμενόν. Οταν θα φτάσει η αστυνομία για να συλλάβει τον Ελί Ναζεάρ, το παιχνίδι έχει σχεδόν τελειώσει, η παρτίδα έχει χαθεί. Στον δρόμο για το κάτεργο και την αγχόνη μόνο δύο άνθρωποι περιμένουν να δουν τον Ελί: η αδελφή του, που έχει έλθει από την Κωνσταντινούπολη, και η κυρία Μπαρόν που χάρη στον Ναζεάρ ταξίδεψε για πρώτη φορά.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία