• Αναζήτηση
  • Ο Ερντογάν, οι Αμερικανοί και το σκάνδαλο που έγινε εφιάλτης του

    Οταν την Πρωτοχρονιά του 2012 μια ομάδα τούρκων τελωνειακών πραγματοποιούσε έφοδο σε ένα αεροσκάφος Airbus A330 που, εκτελώντας πτήση από την Γκάνα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είχε αιφνιδιαστικά προσγειωθεί στο διεθνές αεροδρόμιο «Ατατούρκ» της Κωνσταντινούπολης, δεν θα μπορούσε να έχει φανταστεί ότι θα πυροδοτούσε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της εποχής Ερντογάν.

    Οταν την Πρωτοχρονιά του 2012 μια ομάδα τούρκων τελωνειακών πραγματοποιούσε έφοδο σε ένα αεροσκάφος Airbus A330 που, εκτελώντας πτήση από την Γκάνα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είχε αιφνιδιαστικά προσγειωθεί στο διεθνές αεροδρόμιο «Ατατούρκ» της Κωνσταντινούπολης, δεν θα μπορούσε να έχει φανταστεί ότι θα πυροδοτούσε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της εποχής Ερντογάν. Το αεροσκάφος είχε άλλωστε προσγειωθεί στο «Ατατούρκ» και όχι, όπως ήταν προγραμματισμένο, σε άλλο, κοντινό περιφερειακό αεροδρόμιο λόγω της πυκνής ομίχλης. Δεν ήταν δυνατόν να πάει ο νους τους ότι η ανακάλυψη σχεδόν ενάμισι τόνου χρυσού στον αποθηκευτικό χώρο του αεροσκάφους θα ήταν η αιτία να αρχίσει να ξετυλίγεται «ο μίτος της Αριάδνης» μιας γιγαντιαίας επιχείρησης ξεπλύματος χρήματος. Αυτή είχε σκοπό τη μεταφορά εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων στο Ιράν από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω τουρκικών (και διεθνών) τραπεζών, κάτι που συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση των διεθνών κυρώσεων εναντίον της Τεχεράνης λόγω του πυρηνικού της προγράμματος.
    Η «διπλωματία της ομηρείας» με τις ΗΠΑ δεν «έπιασε»
    Σήμερα, τούτο το σκάνδαλο είναι που κυρίως κρύβεται πίσω από τη σφοδρή αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας η οποία εκτυλίσσεται τις τελευταίες ημέρες και απειλεί, εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων εναντίον των τούρκων υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, Σουλεϊμάν Σοϊλού και Αμπντουλχαμίτ Γκιουλ αντιστοίχως, να παρασύρει στο χάος – κατά ορισμένους στην επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων ή ακόμα και στις «δαγκάνες» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) – την Αγκυρα. Το κλίμα που διαμορφώνεται είναι κλίμα βαθιάς αστάθειας, η οποία θα μπορούσε να έχει σοβαρότατες πολιτικές επιπτώσεις που δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστες την ευρύτερη περιοχή, άρα και την Ελλάδα.
    Η υπόθεση της αποφυλάκισης του αμερικανού πάστορα Αντριου Μπράνσον, ο οποίος κρατείται στις τουρκικές φυλακές από τον Οκτώβριο του 2016, και της επιστροφής του στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι, επομένως, η κορυφή του παγόβουνου. Το υπόλοιπο… παγόβουνο είναι η «πολιτική επιβίωση» του ισχυρού ανδρός της σύγχρονης Τουρκίας, του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο τούρκος πρόεδρος φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται πως ο φάκελος του συγκεκριμένου σκανδάλου, με όλες του τις λεπτομέρειες, είναι μια βόμβα εναντίον του, την οποία οι Αμερικανοί μπορούν να πυροδοτήσουν ανά πάσα στιγμή, σύροντας όλη την τουρκική οικονομία στον όλεθρο και πλήττοντας τον πολιτικό μύθο που ο ίδιος διαμορφώνει για τον εαυτό του.
    Η υπόθεση αυτή τον αγγίζει δε προσωπικά, σε συνδυασμό βέβαια με τα υπόλοιπα αγκάθια των αμερικανοτουρκικών σχέσεων: τους S-400, τα F-35, τη διαφορά προσέγγισης στο Συριακό, ακόμα και το «φλερτ» του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο κ. Ερντογάν θα ήθελε να αξιοποιήσει τη «διπλωματία της ομηρείας» για να λάβει τα ανταλλάγματα που επιθυμεί. Ξέρει άλλωστε ότι θα είναι μάλλον δύσκολο να κερδίσει άμεσα κάτι από τους Αμερικανούς επιμένοντας στην έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν, του ανθρώπου που έχει δαιμονοποιήσει ως ιθύνοντα νου της απόπειρας πραξικοπήματος εναντίον του.


    Η υπόθεση Ζαράμπ, η σύλληψη και οι αποκαλύψεις
    Το σκάνδαλο είναι δαιδαλώδες. Το πρόβλημα για τον τούρκο πρόεδρο κατέστη δε ακόμα πιο περίπλοκο από τη στιγμή που ο διαχειριστής της επιχείρησης ξεπλύματος, ο νεαρός πλεϊμπόι (και έμπορος χρυσού) Ρεζά Ζαράμπ, Τούρκος ιρανικής καταγωγής (ο πατέρας του θεωρούνταν φιλικά προσκείμενος στον σκληροπυρηνικό, πρώην πρόεδρο του Ιράν Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ), αποφάσισε τον Μάρτιο του 2016 να πάει για διακοπές με τη σύζυγό του (τη διάσημη τουρκάλα τραγουδίστρια Εμπρου Γκιουντές) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, συγκεκριμένα στο Μαϊάμι της Φλόριδας, ο 35χρονος Ζαράμπ συνελήφθη από τις αμερικανικές αρχές. Νόμιζε προφανώς ότι αφού την είχε γλιτώσει από τις τουρκικές φυλακές θα μπορούσε αμέριμνος να συνεχίσει την υπερπολυτελή και κοσμική ζωή του, με τα αυτοκίνητα Rolls Royce και Aston Martin, την εντυπωσιακή έπαυλη με θέα τον Βόσπορο και το ιδιωτικό τζετ.
    Ωστόσο, οι Αμερικανοί γνώριζαν τον ρόλο του. Σύμφωνα με στοιχεία που προέκυψαν αργότερα, τον Νοέμβριο του 2017, στη δίκη επί της υπόθεσης, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το FBI παρακολουθούσαν τις κινήσεις του επί τρία χρόνια: ακριβώς δηλαδή από το 2014, όταν ο Ζαράμπ είχε αποφυλακιστεί μετά την αρχική σύλληψή του στην Τουρκία. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που ο Τουρκοϊρανός αποφάσισε να συνεργαστεί με τις αμερικανικές αρχές, αλλάζοντας τους όρους του παιχνιδιού και προκαλώντας εφιάλτες στον κ. Ερντογάν, τον οποίο φέρεται να έχει κατονομάσει ότι είχε (με το αζημίωτο φυσικά) πλήρη γνώση όλου του σχεδιασμού από την περίοδο που ήταν πρωθυπουργός. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο Ζαράμπ φέρεται, σύμφωνα με στοιχεία του κατηγορητηρίου, να είχε προσφέρει χρήματα και σε συγγενικά πρόσωπα του κ. Ερντογάν, όπως π.χ. στη φιλανθρωπική οργάνωση της συζύγου του, Εμινέ.



    «Δωράκι» δεκάδες εκατομμύρια στον υπουργό
    Στην προσπάθειά του να διασωθεί ύστερα από την κατάσχεση του φορτίου στο αεροδρόμιο «Ατατούρκ», ο Ζαράμπ τηλεφώνησε, μεταξύ άλλων, στον τούρκο υπουργό Οικονομίας Τζαφέρ Τσαγκλαγιάν, ο οποίος φέρεται να έλαβε ως «δωράκι» δεκάδες εκατομμύρια δολάρια (ορισμένοι μιλούν για 40-50 εκατ. δολάρια) ώστε να διασφαλίσει ότι το ξέπλυμα θα συνεχιστεί και οι Αμερικανοί δεν θα μάθουν τίποτα. Πράγματι, η επιχείρηση συνεχίστηκε μέσω… Ντουμπάι. Η τουρκική εθνική εταιρεία πετρελαίου αγόραζε ιρανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο και κατέθετε τα χρήματα στην κρατική τράπεζα Halkbank. Μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου εταιρειών, ο δαιμόνιος Τουρκοϊρανός αγόραζε χρυσό που στη συνέχεια έστελνε στο Ντουμπάι για να πουληθεί σε δολάρια και ευρώ, μέσω διεθνών τραπεζών στις οποίες έλεγε ότι επρόκειτο για τρόφιμα ή ανθρωπιστική βοήθεια (που εξαιρούνταν από τις κυρώσεις).
    Ωστόσο, τούρκοι εισαγγελείς συνέλαβαν, με βάση μαγνητοφωνημένες συνομιλίες του Ζαράμπ, τον γιο του Τσαγκλαγιάν, καθώς ο πατέρας του, ως υπουργός, καλυπτόταν από ασυλία. Αθωώθηκε μεν στην Τουρκία, αλλά καταζητείται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Φυσικά, ο Τσαγκλαγιάν δεν ήταν ο μόνος υπουργός που διευκόλυνε τον Ζαράμπ στις συναλλαγές του. Εμπλεκόμενος είναι και ο γνωστός στην Ελλάδα Εγκεμέν Μπαγίς, πρώην υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, καθώς και άλλοι δύο πρώην υπουργοί. Μάλιστα, ο Μπαγίς φέρεται να βοήθησε τον Ζαράμπ να ανοίξει λογαριασμό και σε άλλη τουρκική τράπεζα, την Aktifbank, την οποία ήλεγχε ένας όμιλος επιχειρηματιών υπό τον γαμπρό του τούρκου προέδρου, τον σημερινό υπουργό Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ.
    Ολα τα πολιτικά πρόσωπα απαλλάχθησαν, αλλά ο Ερντογάν θεώρησε το σκάνδαλο και την πίεση εκ μέρους της Δικαιοσύνης προσπάθεια ανατροπής του. Ηταν από τότε που προσωποποίησε την κατάσταση στον Γκιουλέν, σε συνδυασμό και με τις ογκώδεις διαδηλώσεις στο Πάρκο Γκεζί. Ηταν δε την ίδια περίοδο που είχαν γίνει φέιγ-βολάν στην Τουρκία οι συνομιλίες του κ. Ερντογάν με τον γαμπρό του, από τον οποίο ζητούσε να κρύψει τα χρήματα. Και το ερώτημα που αιωρούνταν από τότε ήταν μήπως τα χρήματα προέρχονταν ακριβώς από το διαβόητο σκάνδαλο…


    Η σύλληψη του Ατίλα και οι κατηγορίες
    Ωστόσο, η κατάσταση έγινε ακόμα δυσκολότερη όταν σχεδόν έναν χρόνο μετά τη σύλληψη Ζαράμπ οι Αμερικανοί έπιασαν και άλλο… λαβράκι. Επρόκειτο για τον Μεχμέτ Χακάν Ατίλα, το έτερο πρόσωπο που εμπλέκεται στο παζλ του ξεπλύματος. Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Halkbank, ο οποίος επίσης παρακολουθούνταν από τους Αμερικανούς, συνελήφθη τον Μάρτιο του 2017.
    Ο Ζαράμπ, ο οποίος από κατηγορούμενος μετατράπηκε σε βασικό μάρτυρα κατηγορίας για να γλιτώσει, κατονόμασε τον Ατίλα στο δικαστήριο της Νέας Υόρκης όπου πραγματοποιήθηκε η δίκη ως τον άνθρωπο που φρόντιζε να μοιάζει το σχέδιο ξεπλύματος χρήματος ως συμβατό με τις αμερικανικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν. Ο Ατίλα τα αρνήθηκε όλα, λέγοντας ότι ο προϊστάμενός του Σουλεϊμάν Ασλάν είχε την ευθύνη της… επιχείρησης. Ωστόσο καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 32 μηνών, αν και ο εισαγγελέας είχε ζητήσει πολύ βαρύτερη ποινή φυλάκισης. Με δεδομένο ότι ο Ατίλα είναι προφυλακισμένος ήδη 14 μήνες, το υπόλοιπο της ποινής θεωρείται μάλλον αμελητέο. Θα μπορούσε λοιπόν εύκολα να αναρωτηθεί κανείς για ποιον λόγο ο κ. Ερντογάν δεν αφήνει τον χρόνο να περάσει…


    Ο Φλιν, ο Τζουλιάνι και η προσπάθεια ανταλλαγής
    Η ιδέα για κάποιου είδους ανταλλαγή κρατουμένων έπεσε για πρώτη φορά στο τραπέζι το 2017. Τότε, ο κ. Ερντογάν φέρεται να ζήτησε την έκδοση του Γκιουλέν ως αντάλλαγμα για τον πάστορα Μπράνσον, ελπίζοντας πως με την κυβέρνηση Τραμπ θα είχε μεγαλύτερη επιτυχία από ό,τι με εκείνη του Μπαράκ Ομπάμα. Είχε άλλωστε επενδύσει στον Τραμπ, από τη στιγμή μάλιστα που ο πρώτος σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του αμερικανού προέδρου, ο Μάικλ Φλιν, ήταν ουσιαστικά έμμισθος λομπίστας της Αγκυρας. Σταδιακά, το προτεινόμενο deal μετετράπη σε «Ζαράμπ για τον Μπράνσον» και στη συνέχεια σε «Ατίλα για τον Μπράνσον».
    Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον αμερικανικό Τύπο, και πιο συγκεκριμένα στο περιοδικό «Forbes», ο Φλιν προσπαθούσε να επιτύχει την ανταλλαγή Ζαράμπ – Μπράνσον ζητώντας από τον Ερντογάν περί τα 15 εκατ. δολάρια. Και τα ερωτήματα δεν είναι λίγα. Ο Φλιν κινήθηκε όταν διορίστηκε σύμβουλος εθνικής ασφαλείας ή κατά τη διάρκεια της μετάβασης από την προεδρία Ομπάμα στην προεδρία Τραμπ; Επίσης, είχε ενημερώσει τον Ντόναλντ Τραμπ;
    Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Ζαράμπ προσέλαβε για κάποιο διάστημα ως δικηγόρο τον άλλοτε δήμαρχο Νέας Υόρκης και σημερινό στέλεχος της νομικής ομάδας υπεράσπισης του Τραμπ στην υπόθεση ανάμειξης της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές Ρούντι Τζουλιάνι. Ο ιδιόρρυθμος Τζουλιάνι φέρεται δε να συναντήθηκε με τον Ερντογάν εντός του 2017 σε μια προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης του γρίφου. Είχε άραγε ενημερώσει τον κ. Τραμπ; Και μήπως πληρώθηκε με χρήματα που είχαν προκύψει από την επιχείρηση ξεπλύματος υπέρ του Ιράν;
    Υστερα από όλα αυτά, φαίνεται ότι ο κ. Τραμπ αποφάσισε.μετά την εκλογή του κ. Ερντογάν ως προέδρου με υπερενισχυμένες εξουσίες τον περασμένο Ιούνιο, να λύσει προσωπικά το θέμα. Η συνεννόησή τους στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 11-12 Ιουλίου στις Βρυξέλλες έγινε, όπως φαίνεται, πραγματικά στο… πόδι!
    Οι δύο άνδρες τα είπαν… περπατώντας στο αχανές νέο αρχηγείο της Συμμαχίας, απλώς με την παρουσία διερμηνέων. Ο αμερικανός πρόεδρος νόμισε ότι βρέθηκε συμφωνία, αλλά, όπως προέκυψε, ο κ. Ερντογάν είχε διαφορετική άποψη. Ο τούρκος πρόεδρος δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ανταλλαγή του πάστορα Μπράνσον με την 27χρονη Εμπρου Οζκάν, η οποία κρατούνταν στο Ισραήλ με την κατηγορία της συνεργασίας με την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς.
    Η κυρία Οζκάν, την οποία συμφώνησε να αφήσει ελεύθερη ο ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου έπειτα από τηλεφώνημα που του έκανε ο κ. Τραμπ, έμοιαζε – και ήταν – «μικρό ψάρι». Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, έπειτα από μία μάλλον επεισοδιακή τηλεφωνική του συνομιλία με τον τούρκο ομόλογό του, ο κ. Τραμπ «απασφάλισε» μέσω του αγαπημένου του τρόπου: μέσω Twitter. Ετσι φθάσαμε στις σημερινές κυρώσεις εναντίον των δύο τούρκων υπουργών βάσει του Νόμου Μαγκνίτσκι που επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να τιμωρεί ξένους υπηκόους για διαφθορά ή παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

    Η Halkbank, το πρόστιμο και οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις
    Ο κ. Ερντογάν ενδιαφέρεται σε πρώτη φάση – ασχέτως αν κατά την πάγια τουρκική διπλωματική τακτική «φορτώσει την ατζέντα» με τα πάντα – για δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η επιστροφή του Ατίλα στην Τουρκία και το δεύτερο να μην επιβληθεί βαρύ πρόστιμο στην κρατική τράπεζα Halkbank. Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο της τουρκικής εφημερίδας «Cumhurriyet» και παράλληλα αναλυτή του European Council for Foreign Relations (ECFR) Ασλί Αϊντατασμπάς, με την οποία συνομίλησε «Το Βήμα», «η τουρκική κυβέρνηση θέλει να κλείσει άμεσα η υπόθεση Halkbank. Ο κ. Ερντογάν θεωρεί πολιτικά υποκινούμενη τη δίκη του κ. Ατίλα, ενώ η πιθανή επιβολή προστίμου στη Halkbank θα προκαλούσε ντόμινο, σε μια τουρκική οικονομία σε στασιμοπληθωρισμό και με την ισοτιμία του νομίσματος εκτός ελέγχου». Οπως εξηγεί, οι τουρκικές τράπεζες έχουν δώσει πολλά δάνεια σε επιχειρήσεις με κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες είναι πιθανόν να εκπέσουν αν τιμωρηθεί με υψηλό πρόστιμο η Halkbank.
    Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, το πρόστιμο θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλό (ως και πάνω από 20 δισ. δολάρια), αν και, όπως εκτιμά η κυρία Αϊντατασμπάς, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών κινείται σε πιο ρεαλιστική βάση. Παλαιότερα, η γαλλική τράπεζα BNP Paribas είχε τιμωρηθεί με πρόστιμο 12 δισ. δολαρίων, αλλά τελικώς δεν κατέβαλε πάνω από 8 δισ. δολάρια.
    Ο στόχος της τουρκικής πλευράς είναι το πρόστιμο να κινηθεί περί τα 1-2 δισ. δολάρια, εφόσον δεν μπορεί τελείως να αποφευχθεί. Οσο για τον κ. Ατίλα, η αποφυλάκιση που επιθυμεί η Αγκυρα θα μπορούσε μεν να πραγματοποιηθεί χάρη σε μια συνθήκη που προβλέπει ότι ξένοι υπήκοοι που καταδικάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εκτίσουν μέρος της ποινής τους σε άλλη χώρα, αλλά όχι αν υπάρχει εκκρεμότητα σε μια υπόθεση. Αυτό όμως συμβαίνει στην περίπτωση του κ. Ατίλα, καθώς εκκρεμούν εφέσεις τόσο από την πλευρά του ιδίου όσο και από εκείνη των αμερικανών εισαγγελέων που θέλουν βαρύτερη ποινή!
    Οι Αμερικανοί δεν κάνουν πίσω και απαιτούν…
    Για τους λόγους αυτούς, ο κ. Ερντογάν έστειλε πολυμελή αντιπροσωπεία στην Ουάσιγκτον, έπειτα και από τις επαφές (τετ-α-τετ, αλλά και τηλεφωνικές) που είχαν το τελευταίο διάστημα οι υπουργοί Εξωτερικών Τουρκίας και ΗΠΑ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου και Μάικ Πομπέο. Η τουρκική αντιπροσωπεία υπό τον νέο αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Σεντάτ Ονάλ και τον τούρκο πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον Σερντάρ Κιλίτς συναντήθηκε με το Νο 2 του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τζον Σάλιβαν αλλά και με αξιωματούχους στο υπουργείο Οικονομικών. Σύμφωνα με αμερικανικές διπλωματικές πηγές, οι πρώτες ενδείξεις ήταν ότι λύση δεν βρέθηκε.
    Οι Αμερικανοί επιμένουν ότι πριν από όλα πρέπει να απελευθερωθεί ο πάστορας Μπράνσον και βλέποντας την πίεση στην τουρκική οικονομία θεωρούν πως έχουν το πάνω χέρι. Επιθυμούν δε την αποφυλάκιση άλλου ενός αμερικανού υπηκόου (πρόκειται για έναν επιστήμονα της NASA, τον Σερκάν Γκολτζ) αλλά και των Τούρκων που εργάζονταν στα αμερικανικά προξενεία σε Αγκυρα και Κωνσταντινούπολη.

    Το φάσμα νέων κυρώσεων, η αντίδραση της Τουρκίας και οι ελληνικές ανησυχίες

    Η σημερινή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις μπορεί να εκτραχυνθεί ακόμα περισσότερο. Η βασική αιτία είναι ότι ο τούρκος πρόεδρος με τη συμπεριφορά του έχει ενοχλήσει τα κέντρα εξουσίας στην Ουάσιγκτον – ιδιαίτερα λόγω της πολιτικής που έχει ακολουθήσει στο Συριακό, αλλά και εξαιτίας της προσέγγισης με τη Μόσχα.


    Σκληρή τακτική απέναντι στους εκβιασμούς της Αγκυρας
    Δεν λείπουν όσοι, όπως π.χ. ο Τζόναθαν Σάνζερ, αντιπρόεδρος του Ιδρύματος για την Προστασία των Δημοκρατιών (Foundation for the Defense of Democracies – FDD), που θεωρούν ότι οι μέχρι στιγμής κυρώσεις δεν επιφέρουν επαρκή «πόνο» στον τούρκο πρόεδρο ώστε να μεταβάλει τη στάση του σε μια σειρά ζητημάτων.
    Είναι ξεκάθαρο, όπως εξηγούν οι Αϊκάν Ερντεμίρ και Γκιονούλ Τολ σε ανάλυση του FDD, ότι το κλειδί είναι η άσκηση οικονομικής πίεσης απέναντι στη «διπλωματία της ομηρείας» που ακολουθεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αυτή την τακτική ακολούθησε ο Βλαντίμιρ Πούτιν μετά την κατάρριψη ρωσικού αεροσκάφους από τουρκικά πυρά στη Συρία το 2015, ενώ το ίδιο έπραξαν η Γερμανία και η Ολλανδία. Ο ρώσος πρόεδρος ακύρωσε τα ενεργειακά σχέδια με την Τουρκία, απαγόρευσε την εισαγωγή αγροτικών προϊόντων, ακύρωσε συμβόλαια με τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες και «πάγωσε» τη μετάβαση ρώσων τουριστών. Το Βερολίνο διέκοψε τη χρηματοδότηση της Τουρκίας από γερμανικές και διεθνείς τράπεζες, ενώ πίεσε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΙΒ) να παγώσει χρηματοδοτούμενα έργα στην Τουρκία.
    Με τον τρόπο αυτόν, μεταξύ άλλων, πέτυχε την απελευθέρωση του τουρκογερμανού δημοσιογράφου Ντενίζ Γιουτσέλ. Ανάλογα σκληρή στάση τήρησε η Ολλανδία, η οποία διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν η Αγκυρα να υποκύψει και να αποκαταστήσει τις σχέσεις αυτές στις 20 Ιουλίου, ενώ και το Βερολίνο ήρε τους περιορισμούς σε εξαγωγικές εγγυήσεις προς την Τουρκία. Στα τέλη Σεπτεμβρίου μάλιστα, ο κ. Ερντογάν αναμένεται να πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στο Βερολίνο.
    Η πραγματικότητα είναι ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να πιέσουν την Αγκυρα έχουν τρόπους να το κάνουν. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην αμερικανική Γερουσία έχει κατατεθεί ήδη νομοσχέδιο που εφόσον ψηφιστεί θα υποχρεώνει την αμερικανική κυβέρνηση να εμποδίσει την έγκριση παροχής οικονομικής βοήθειας από διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ ή η Παγκόσμια Τράπεζα προς την Τουρκία.
    Σε μια οικονομία στην οποία η ισοτιμία του νομίσματός της έναντι του δολαρίου έχει υποχωρήσει 7% εντός του Αυγούστου, 28% εντός του 2018 και 64% την τελευταία πενταετία, με εξωτερικό χρέος 53%, με πληθωρισμό άνω του 15% και με το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου να έχει υπερβεί το 20%, η απώλεια του ελέγχου δεν θα αργήσει.
    Είναι όμως η οικονομική εξόντωση της Τουρκίας την οποία επιθυμεί η Δύση; Μετεκλογικά, ο κ. Ερντογάν φαίνεται ότι επιδιώκει μια προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ), ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. Σε κοινοτικούς κύκλους έχει αρχίσει να γίνεται ξανά επεξεργασία της ιδέας για αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ – Τουρκίας ως μεθόδου αναζωογόνησης των σχέσεων από τη στιγμή που η ενταξιακή πορεία μοιάζει νεκρή. Από την άλλη πλευρά, η υπερβολική πίεση προς την Αγκυρα μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεν λείπουν όσοι ανησυχούν για κάποια σπασμωδική κίνηση του κ. Ερντογάν, όπως π.χ. η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανακύψει από το γεγονός ότι ο τούρκος πρόεδρος επενδύει σε μια εθνικιστική ρητορική και έχει παράλληλα την ανάγκη της συνεργασίας με το ακραίο Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.
    Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι το σενάριο μιας ολοένα βαθύτερης οικονομικής κρίσης στην Τουρκία, σε συνδυασμό με μια πιθανή απονενοημένη κίνηση Ερντογάν που θα τον απομακρύνει περισσότερο από τη Δύση, θα είναι δύσκολα διαχειρίσιμο σε σχέση με τα ελληνικά συμφέροντα, παρά τις κραυγές που εκτοξεύονται από ορισμένες πλευρές και παρά τις ευκαιρίες που θα δημιουργούσε λόγω της στενής ελληνοαμερικανικής συνεργασίας στον αμυντικό τομέα. Η οριστική απώλεια ενός δυτικού «διχτυού προστασίας» θα μετέτρεπε αυτομάτως την Ελλάδα σε μετωπική χώρα απέναντι στην Τουρκία, με σειρά ανοιχτών θεμάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και με πιθανό ενδεχόμενο νέου γύρου διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό. Δεν λείπουν πάντως στην Αθήνα μετριοπαθείς φωνές που υποστηρίζουν ότι εφόσον γίνει απόπειρα να προωθηθεί μια αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ – Τουρκίας, η ελληνική πλευρά πρέπει να την εκμεταλλευθεί για να προωθήσει λύσεις και στα διμερή ανοιχτά μέτωπα με τη γείτονα.


    Επικίνδυνη για την Ελλάδα η επιδείνωση της κατάστασης
    Την ίδια στιγμή, μια σκλήρυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων δεν πρόκειται να διευκολύνει την Ελλάδα ούτε στο μέτωπο της προσπάθειας επιστροφής των δύο ελλήνων στρατιωτικών, Αγγελου Μητρετώδη και Δημήτρη Κουκλάτζη, που εξακολουθούν να κρατούνται, χωρίς να τους έχουν αποδοθεί κατηγορίες, στις φυλακές Αδριανούπολης.
    Ο κ. Ερντογάν σχεδιάζει να στείλει, προσεχώς, το τουρκικό πλωτό γεωτρύπανο εντός της κυπριακής ΑΟΖ για γεωτρήσεις και εφόσον οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις επιδεινωθούν περισσότερο ίσως παρενοχλήσει ακόμα και την ExxonMobil. Η Αθήνα θα πρέπει δε να συνυπολογίσει ότι αν η Αγκυρα απομακρυνθεί κι άλλο από τη Δύση, θα μπορούσε να στραφεί ακόμα περισσότερο προς τη Μόσχα. Η επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων λόγω των αμοιβαίων απελάσεων θα πρέπει, σε αυτή την περίπτωση, να συνυπολογιστεί στην εξίσωση, καθώς ο κ. Πούτιν δεν θα έβλεπε αρνητικά μια βαθιά κρίση στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος