• Αναζήτηση
  • Οι προοπτικές και οι προκλήσεις των ελληνικών εξαγωγών

    Η έλλειψη εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων και το συνεπακόλουθο τεράστιο έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου υπήρξαν μεταξύ των βασικών αιτιών της κρίσης που βιώσαμε τα τελευταία δέκα χρόνια.

    Παπάζογλου Παναγιώτης
    Οι προοπτικές και οι προκλήσεις των ελληνικών εξαγωγών | tovima.gr
    Η έλλειψη εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων και το συνεπακόλουθο τεράστιο έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου υπήρξαν μεταξύ των βασικών αιτιών της κρίσης που βιώσαμε τα τελευταία δέκα χρόνια. Σήμερα, παρά τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις και τη σχετική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, οι εξαγωγές δεν έχουν ανακάμψει στον βαθμό που χρειάζεται. Με λίγες, αλλά σημαντικές εξαιρέσεις, οι ελληνικές επιχειρήσεις φαίνεται να δυσκολεύονται ακόμη να επεκταθούν και να εδραιωθούν στις αγορές του εξωτερικού.
    Η ΕΥ, σε πρόσφατη έρευνά της, επικεντρώθηκε στις επιχειρήσεις που κερδίζουν το στοίχημα της εξωστρέφειας για να καταγράψει τα βήματα της επιτυχίας, τα εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που συναντούν, καθώς και τις ανησυχίες τους για το μέλλον. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα διαρθρωτικό πρόβλημα, οι ρίζες του οποίου πρέπει να αναζητηθούν στο μικρό μέγεθος και σε άλλα ενδογενή χαρακτηριστικά των ελληνικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την απουσία θεσμικού πλαισίου και ισχυρών κινήτρων.
    Είναι σαφές ότι τα μικρά μεγέθη των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για την ευόδωση του εξαγωγικού εγχειρήματος, καθώς δεν επιτρέπουν την επίτευξη οικονομιών κλίμακος, την προσέλκυση κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού, τις επενδύσεις σε έρευνα & ανάπτυξη και σε καινοτομία, ενώ μειώνουν και τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Χρειαζόμαστε, συνεπώς, συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και, βραχυπρόθεσμα, συμπράξεις και συνεργασίες, ή, ιδιαίτερα στην περίπτωση της αγροτικής παραγωγής, τη δημιουργία ή επέκταση υγιών συνεταιρισμών.
    Απαιτούνται, όμως, παράλληλα και ριζικές αλλαγές στη δομή, τη στελέχωση και την κουλτούρα των επιχειρήσεων. Οι διοικήσεις των επιχειρήσεων πρέπει να αφήσουν πίσω τους την οργανωτική δομή που τους επέτρεψε να διαπρέψουν στον εσωτερικό στίβο, που βασίζεται συχνά στο οικογενειακό μοντέλο, και να αναζητήσουν και να εμπιστευθούν ικανά στελέχη με αντίληψη της διεθνούς αγοράς. Πρέπει, συγχρόνως, να κατανοήσουν ότι η εξαγωγική προσπάθεια είναι ένα μακροπρόθεσμο στοίχημα, να επενδύσουν στους αντίστοιχους πόρους και να εξασφαλίσουν ότι ο στόχος της εξωστρέφειας θα γίνει ιδιοκτησία όλων των τμημάτων της εταιρείας.
    Με δεδομένο ότι πολλοί από τους ανταγωνιστές των ελληνικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα από τις αναδυόμενες αγορές, διαθέτουν ένα σημαντικό κοστολογικό πλεονέκτημα, θα πρέπει να επιμείνουν στην απόκτηση ενός ποιοτικού πλεονεκτήματος, επενδύοντας στην έρευνα, την καινοτομία και τη διασφάλιση ποιότητας, ενώ, συγχρόνως, θα αναβαθμίσουν το επίπεδο εξυπηρέτησης και της συνέπειας προς τους πελάτες. Τέλος, η εμμονή αυτή στην ολική ποιότητα θα πρέπει να αντανακλάται στο brand που θα δημιουργήσουν και θα καθιερώσουν.
    Ηέρευνά μας ανέδειξε, όμως, και τα μεγάλα κενά στη βοήθεια που εισπράττουν οι εξαγωγικές επιχειρήσεις από την Πολιτεία και τους αρμόδιους κρατικούς ή συλλογικούς φορείς. Αυτονόητο αίτημα των εξαγωγικών επιχειρήσεων είναι η εμπέδωση ενός κλίματος πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας που δεν θα υποσκάπτει την εμπιστοσύνη των πελατών του εξωτερικού, όπως και η μείωση της υπέρογκης, άμεσης ή έμμεσης, φορολογικής επιβάρυνσης.
    Επιπλέον, οι εξαγωγείς θα ήθελαν να δουν τη μείωση των γραφειοκρατικών εμποδίων (που προσθέτουν επιπλέον οικονομικά βάρη στις επιχειρήσεις), την ενίσχυση των υποστηρικτικών υπηρεσιών (εμπορικοί ακόλουθοι, σύνδεσμοι, επιμελητήρια κ.λπ.) και την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των αρμοδιοτήτων μέσω της δημιουργίας ενός κεντρικού φορέα με συντονιστικό ρόλο.
    Η Πολιτεία μπορεί ακόμη να βοηθήσει στον τομέα της εκπαίδευσης, με την εισαγωγή εξειδικευμένων μαθημάτων για το εξαγωγικό επιχειρείν στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας, αλλά και παρέχοντας κίνητρα για τις συγχωνεύσεις των επιχειρήσεων.
    Η σημαντικότερη, όμως, ευθύνη της Πολιτείας είναι η άρση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στις εξαγωγικές τους προσπάθειες και η καθιέρωση μιας εθνικής εμπορικής ταυτότητας, που θα αναδεικνύει την αυθεντικότητα, τη μοναδικότητα και την υψηλή ποιότητα των ελληνικών προϊόντων.
    Το ζήτημα της εξωστρέφειας είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα για την ελληνική οικονομία στην πορεία προς την επίτευξη βιώσιμων ρυθμών ανάπτυξης. Είναι η σημαντικότερη παράμετρος για μια υγιή οικονομία. Είναι, όμως, ένα στοίχημα που, για να το κερδίσουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, θα χρειαστούν, τη στήριξη όλων μας στην προσπάθειά τους αυτή.
       
    O κ. Παναγιώτης Παπάζογλου είναι διευθύνων σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες