• Αναζήτηση
  • «Φτάνει πια το αυτομαστίγωμα και το μίσος»

    Ο Χρήστος Χωμενίδης μιλάει για τον «Φοίνικα» και τα προηγούμενα βιβλία του, τη σχέση του με την Αριστερά και την ανάγκη να πιστέψουμε σε ένα καλύτερο μέλλον

    ΤοΒΗΜΑ Team
    Συναρπαστικός αφηγητής, σε παρασύρει αλλά δεν παρασύρεται. Οταν κάποια στιγμή της συζήτησης τον ρωτώ εάν ο κεντρικός ήρωας του τελευταίου του βιβλίου «Ο Φοίνικας» του μοιάζει, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, μου ρίχνει ένα βλέμμα ελεγχόμενης ενόχλησης, απαντά «μοιάζει στον Σικελιανό», και συνεχίζει, πάντα ορμητικός και ενθουσιώδης.
    Ο Χρήστος Χωμενίδης παραμένει φανατικός Κυψελιώτης και του αρέσει αυτό που αρέσει χιλιάδες χρόνια στους Ελληνες: να συζητεί τρώγοντας και πίνοντας. Κάναμε τη συνέντευξη δειπνώντας, κι ενώ οι ήρωες των τελευταίων του έργων πηγαινοέρχονταν ανάμεσα σε περιστατικά του βίου του, κάθε τρεις και λίγο να σου η πολιτική. Ούτε κι εγώ κατάλαβα πώς, για να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα και να ξεκινήσουμε βρεθήκαμε να συζητούμε για τον Κόπολα, τον «Νονό» και πώς η οικονομική και πολιτική εξουσία μπορεί να διαπλέκεται με την εγκληματική δραστηριότητα.
    Δεν μπορούσα να μην ξεκινήσω από την πολυβραβευμένη «Νίκη», ένα μυθιστόρημα-σταθμό στην πορεία του.
    «Ξέρεις δεν επιλέγουμε τους σταθμούς στη ζωή μας. Ενα βιβλίο που γράφουμε, μια γυναίκα που συναντάμε, μια φιλία που ξεκινά, όταν συμβαίνουν δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν. Οταν ξεκίνησα τη «Νίκη», ήθελα να κάνω ένα μεμοράντουμ. Ο πατέρας μου πέθανε 48 χρονών και εγώ πίστευα ότι θα μου συμβεί το ίδιο και ήθελα να διηγηθώ στην κόρη μου κάτι από την ιστορία της Πατρίδας, όπως την είχα ακούσει από ανθρώπους που την είχαν ζήσει στο πετσί τους. Να δώσω ακόμη φωνή στη μητέρα μου, η οποία ήταν – όπως και οι άλλοι της γενιάς της – κρατημένη, συνεσταλμένη, ποτέ δεν θα μιλούσε για ό,τι έζησε. Να μιλήσω για εκείνους που πίστεψαν τόσο πολύ σε κάτι ώστε μπορούσαν να αντέξουν αγόγγυστα τρία χρόνια σε ένα κελί. Στην απόλυτη απομόνωση. Οπως ο παππούς μου ο Βασίλης Νεφελούδης. Η ένταξη τους ακτινοβολούσε, τους γέμιζε δύναμη, συμμετείχαν στο γράψιμο της Ιστορίας. Πίστευαν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο και τους ανθρώπους!».
    Δεν τα κατάφεραν όμως.
    «Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Πιστεύω ότι πολλά από τα σημερινά καλά παιδιά, που νοιάζονται για κάτι παραπάνω από την πάρτη τους, εκείνες τις άγριες εποχές θα γίνονταν κομμουνιστές. Επρεπε να είσαι ή πολύ υποψιασμένος ή πολύ μ…κας για να μη γίνεις τότε κομμουνιστής».

    Είχες πει κάπου ότι η επιτυχία της «Νίκης» ήταν απροσδόκητη. Γιατί;
    «Τότε ήμουν αντιδημοφιλής. Ανοιγα κάθε πρωί το Τουίτερ και διάβαζα 100 υβριστικά μηνύματα εναντίον μου!».
    Τι είχε συμβεί;
    «Είχα πει μετά την πυρπόληση της Αθήνας πως πάτησαν στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου για να λεηλατήσουν, για να καταστρέψουν την πόλη μας. Οτι ο περιβόητος «Δεκέμβρης του 2008″ αποτελούσε ουσιαστικά ένα πλιάτσικο, το οποίο κάθε άλλο παρά τιμούσε τη μνήμη του αδικοχαμένου παιδιού. Το 2008 υπήρξε προσωπικά για μένα έτος άφατου πένθους. Ημουν κατά συνέπεια εξαιρετικά ευαισθητοποιημένος απέναντι σε όσους προσβάλλουν έτσι ή αλλιώς τη μνήμη νεκρών. Και απέναντι σε όσους τους εκμεταλλεύονται πολιτικά, αποσκοπώντας σε δικά τους οφέλη».   
    Πέρασαν περίπου πεντέμισι χρόνια μέχρι τη «Νίκη», δεν ξεθύμωσαν οι αριστεροί μαζί σου;
    «Μα και απέναντι στους «Αγανακτισμένους» του 2011 ήμουν από την πρώτη τους στιγμή εξαιρετικά καχύποπτος. «Εάν σας εγκαταλείπει εντελώς η αυτοκυριαρχία σας και καταριέστε και εκτοξεύετε γιαούρτια και μολότοφ επειδή τα μνημόνια μείωσαν συντάξεις και μισθούς, έτσι και – ο μη γένοιτο – σας συνέβαινε μια ανεπανόρθωτη καταστροφή, εάν χάνατε διαπλέοντας το Αιγαίο ως πρόσφυγες τα παιδιά σας, τι θα κάνατε;» ρωτούσα. Πολλοί – δυστυχώς – άνθρωποι την εποχή εκείνη φανέρωσαν το πιο μισαλλόδοξο, το πιο απαίσιο πρόσωπό τους… Ο ΣΥΡΙΖΑ φυσικά, που είχε συμπορευθεί αγαστά με τους «Αγανακτισμένους», με έβαλε στην μπούκα. Μέχρι που ένα πρωί διαδόθηκε διαδικτυακώς ότι είχα αυτοκτονήσει πέφτοντας από το μπαλκόνι μου, από τύψεις – λέει – προς τον λαό! Γι’ αυτό σου λέω: Η «Νίκη», που εκδόθηκε το 2014, είχε εντελώς αναπάντεχη επιτυχία».   
    Μετά ήρθε το  «Νεαρό άσπρο ελάφι», «αυτοβιογραφικό» μυθιστόρημα υπαρξιακής αγωνίας.
    «Είναι σαν να βλέπεις το «Σοφό Παιδί» τριάντα χρόνια μετά. Το «Νεαρό άσπρο ελάφι» είναι ό,τι πιο εξομολογητικό έχω γράψει ποτέ. Γι’ αυτό και συγκίνησε πολλούς ανθρώπους ενώ άλλους τους άφησε κάπως αδιάφορους. Δεν αφορούσε, παρά εντελώς έμμεσα, κάποιο συλλογικό δράμα».  

    Και φτάνουμε στον «Φοίνικα». Δεν φοβήθηκες τον τίτλο; Το κακοποιημένο από τη χούντα της 21ης Απριλίου σύμβολο;
    «Πολλοί καλοί άνθρωποι, εκδότες, βιβλιοπώλες, σημαντικοί άνθρωποι από τον χώρο του βιβλίου ήταν τρομοκρατημένοι με την ιδέα».
    Δεν πτοήθηκες όμως…
    «Μπα, πείσμωσα περισσότερο. Γιατί να χαρίσουμε στη χούντα ένα τόσο ισχυρό, τόσο αιώνιο σύμβολο; Το είχαν χρησιμοποιήσει ο Καποδίστριας και η Φιλική Εταιρεία σαν σύμβολο αναγέννησης του έθνους. Το ότι βρίσκομαι εδώ σήμερα και σου μιλάω – εγώ που το 2008 κατέβηκα με τους αγαπημένους μου νεκρούς στον Αδη – οφείλεται στη φοινικίσια φύση του ανθρώπου. Αυτό το πουλί είμαστε όλοι μας, καιγόμαστε και αναγεννιόμαστε από τις στάχτες μας. Ακόμη και στην πιο βαθιά μου θλίψη, πίστευα ότι ήρθαμε στη ζωή για να πάρουμε και να δώσουμε χαρά».

    Ετσι έφτασες στον πρωταγωνιστή Φοίνικα, τον Πάρη Κερκινό, έναν ήρωα που σου μοιάζει;
    «Μοιάζει στον Σικελιανό. Διάβασα, στον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ότι από όλους τους λόγιους συγχρόνους του, κανείς δεν γελούσε τρανταχτά, μόνο ο Σικελιανός. Αν μη τι άλλο ξέρουμε ότι ο Σικελιανός φανέρωνε με το γέλιο την ψυχή του».

    Δημιούργησες στον «Φοίνικα» έναν καινούργιο τύπο ήρωα, με υλικά από διαφορετικές ζωές;
    «Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι μια δύναμη της φύσης. Ενας άνθρωπος που γουστάρει να καβαλάει άλογα, να ερωτεύεται γυναίκες, να εκτίθεται, πρώτα να απαγγέλλει και μετά να γράφει ποιήματα. Τον χαρακτηρίζει μια αγία αφέλεια».
    Κι ερωτεύεται μια εύπορη αμερικάνα διανοούμενη, αλλόκοτη εξίσου.
    «Το χαρακτηριστικό της Ηβης Σπρίνγκφιλντ, όπως ονομάζω τη μυθιστορηματική αντανάκλαση της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού, δεν είναι ο πλούτος αλλά η καλλιέργεια και η γενναιοδωρία. Αυτή, η ξένη, σου θυμίζω ότι διασώζει με προσωπικές της ενέργειες και έξοδα εκατοντάδες παιδιά μέσα κυριολεκτικά από τη φλεγόμενη Σμύρνη το 1922. Συμπάσχει ολόψυχα μαζί τους, αισθάνεται αγανάκτηση για τα βάσανά τους».

    Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών αλλά και άλλοι ήρωες του μυθιστορήματος ζουν στον κόσμο τους. Είναι σε μια ολοκληρωτική κόντρα με την εποχή τους. Ερωτική απελευθέρωση, καλλιτεχνική, ζωή έξω από κάθε σύμβαση. Πετάς το γάντι;
    «Μου αρέσουν οι άνθρωποι που δεν εφησυχάζουν. Με ενδιαφέρουν αυτοί που ζουν στον κόσμο τους, γιατί έχουν φτιάξει μια προσωπική μυθολογία, έχουν κάτι να πουν. Και ο κεντρικός ήρωας και η σύντροφος του και η αδελφή του και άλλοι πρωταγωνιστές του «Φοίνικα» είναι πέραν της εποχής τους. Με τον ήρωά μου μοιράζομαι ότι κάθε άνθρωπος είναι μια επιταγή ευτυχίας και επιταγή μεγαλείου που δυστυχώς συνήθως δεν εξαργυρώνεται. Αν έχει μια σημασία αυτό το βιβλίο στους σκυφτούς καιρούς που ζούμε, είναι γιατί φωνάζει ότι είμαστε πλασμένοι για την ευτυχία».

    Ούτε στον «Φοίνικα» όμως συμβαίνουν μόνο νίκες. Πώς το συνδέεις με τη σημερινή Ελλάδα;
    «Πρέπει να ξαναγίνουμε Φοίνικες! Φτάνει πια το αυτομαστίγωμα, αρκετά κοιτάξαμε με μίσος ο ένας τον άλλον, ήρθε η ώρα για κάτι μεγάλο, και για να συμβεί πρέπει να το πιστέψουμε. Αυτό το μεγάλο που μοιάζει με άπιαστο επιχειρούν οι ήρωές μου. Αλλοτε επιτυγχάνουν, άλλοτε ηττώνται, αλλά συνεχίζουν».
    Τελειώσαμε μετά τα μεσάνυχτα, εννοείται με πολιτική. Τον τσίγκλισα κι εγώ λίγο, ειδικά για τη σχέση του με τον ΣΥΡΙΖΑ. «Η απόρριψή μου», μου λέει, «η τόσο κατηγορηματική ξεκινάει από το γεγονός ότι για μένα Αριστερά σήμαινε μελέτη, διάβασμα, διανοητική ετοιμότητα. Η Αριστερά των παππούδων μου είχε για οικονομολόγο τον Μπάτση, άνθρωπο ευγενή απαράμιλλου ήθους που είχε γράψει ένα θρυλικό βιβλίο, το «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα». Αυτοί, οι σημερινοί, πήραν υπουργό Οικονομικών εκ μεταγραφής, μια τηλεπερσόνα, με τα γνωστά αποτελέσματα…».

    Ο ΣΥΡΙΖΑ επικαλείται συχνά την Ιστορία, τα θύματα της Αριστεράς.
    «Το παρακολουθώ. Επικαλέστηκαν τον Λαμπράκη τελευταία. Νομίζω ότι ο ίδιος δεν θα το ήθελε. Ηταν παλικάρι ο Λαμπράκης, έκανε μόνος του τον πρώτο Μαραθώνιο Ειρήνης με όλη την αστυνομία απέναντί του. Βαλκανιονίκης, γοητευτικότατος άνδρας, γενναιόδωρος, είχε κλινική και δύο φορές την εβδομάδα δεχόταν δωρεάν ασθενείς. Η σύγκριση είναι συντριπτική».

    Είναι καιρός να ξεχάσουμε;
    «Το 1990 απεδείχθη ότι το σύστημα της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας τέλειωσε. Ακόμη κι αν είχε επικρατήσει το 1949 η Αριστερά στην Ελλάδα, θα είχε καταρρεύσει με την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ. Είχαμε πράγματι αγριότητες στο μετεμφυλιακό κράτος. Σε σχέση με ποιον όμως, την Ισπανία, την Πολωνία ή μήπως την Τσεχοσλοβακία; Αν είχε επικρατήσει ο Ζαχαριάδης, τον παππού μου τον Νεφελούδη θα τον είχαν γδάρει».

    Υπάρχει ανάγκη να γεννηθεί κάτι καινούργιο;
    «Σίγουρα. Το οποίο ωστόσο θα έχει κληρονομήσει από την ευρωπαϊκή Αριστερά το ουμανιστικό, το αλληλέγγυο πνεύμα της. Ανατριχιάζω και μόνο στην ιδέα ενός κυνικού κόσμου, με κυρίαρχη αρχή το «κάτω τα κεφάλια και ο καλύτερος κερδίζει»».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός