• Αναζήτηση
  • Οι «αάρατοι ένοχοι» της στεφανιαίας νόσου

    Μια σημαντική παράμετρο η οποία μπορεί να επιφέρει αλλαγές στη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου αποκαλύπτει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην έγκριτη Αμερικανική Επιθεώρηση JACC (Journal of the American College of Cardiology).

    Μια σημαντική παράμετρο η οποία μπορεί να επιφέρει αλλαγές στη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου αποκαλύπτει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην έγκριτη Αμερικανική Επιθεώρηση JACC (Journal of the American College of Cardiology). Η κλινική μελέτη ομάδας ελλήνων και αμερικανών ερευνητών από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Harvard και της κλινικής Mayo των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Καρδιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεράσιμο Σιάσο, που εργάζεται στην Α’ Καρδιολογική Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, καθώς επίσης και στο Καρδιαγγειακό τμήμα του Νοσοκομείου Brigham & Women’s, της Ιατρικής Σχολής του Harvard, στη Βοστώνη των ΗΠΑ, ανοίγει νέους δρόμους στη θεωρία για την ανάπτυξη της στεφανιαίας αθηροσκλήρωσης. Σύμφωνα με αυτήν, το 30% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε στεφανιογραφία επειδή παρουσίασαν στηθάγχη και άλλα συμπτώματα έφυγαν από το νοσοκομείο διότι η εν λόγω εξέταση δεν έδειξε ύποπτα ευρήματα. Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι ασθενείς μπορεί να υπέφεραν από μικροαγγειακή στεφανιαία δυσλειτουργία.

    Τα «ένοχα» τριχοειδή

    Οπως συμπεραίνεται από τα αποτελέσματα της μελέτης, οι διάφοροι γνωστοί παράγοντες κινδύνου (υπέρταση, κάπνισμα, σακχαρώδης διαβήτης, υπερλιπιδαιμία κ.ά.) επιδρούν στα στεφανιαία αγγεία επηρεάζοντας αρχικά τα μικρότερα στεφανιαία τριχοειδή. Στη συνέχεια, η δυσλειτουργία της στεφανιαίας μικροκυκλοφορίας επηρεάζει αιμοδυναμικά τις μεγάλες επικαρδιακές αρτηρίες οι οποίες με την πάροδο του χρόνου δυσλειτουργούν και αυτές και τελικώς αναπτύσσεται η στεφανιαία νόσος με τις επιπλοκές της.
    Η ερευνητική ομάδα εστίασε το ενδιαφέρον της στο γεγονός ότι, σύμφωνα με υπάρχοντα στοιχεία, το 20% – 50% των ασθενών που υποβάλλονται σε στεφανιογραφία λόγω έντονων ενοχλήσεων στο στήθος βρίσκονται να πάσχουν τελικά από μη αποφρακτική αθηροσκλήρωση της στεφανιαίας μικροκυκλοφορίας, παρά το γεγονός ότι η στεφανιογραφία τους έδειξε μικρή στένωση (μικρότερη από 30%) του αυλού των μεγάλων στεφανιαίων αρτηριών, που έως τώρα δεν αξιολογούνταν κλινικά.

    «Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι μπορεί να υπάρχει δυσλειτουργία των πολύ μικρών αγγείων της καρδιάς (τριχοειδή), που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ενδοθηλιακή δυσλειτουργία και δεν είναι δυνατό να αποτυπωθεί με την κλασική στεφανιογραφία ή με κλασικές απεικονιστικές τεχνικές. Η στεφανιαία αγγειακή δυσλειτουργία αρχικά παρατηρείται στη στεφανιαία μικροκυκλοφορία και στη συνέχεια επεκτείνεται στις μεγάλες επικαρδιακές στεφανιαίες αρτηρίες» εξηγεί μιλώντας προς «Το Βήμα» ο κ. Σιάσος.

    Η μικροαγγειακή δυσλειτουργία

    Η κλινική μελέτη απέδειξε ότι η αγγειακή ενδοθηλιακή δυσλειτουργία στη στεφανιαία μικροκυκλοφορία και στις μεγάλες επικαρδιακές στεφανιαίες αρτηρίες σχετίζεται με τη μείωση των ενδοθηλιακών διατμητικών τάσεων (οι εφαπτομενικές τάσεις που αναπτύσσονται λόγω της τριβής του ρέοντος αίματος στην ενδοθηλιακή επιφάνεια), υποδεικνύοντας έτσι τη σύνδεση των τοπικών αιμοδυναμικών παραγόντων με την έναρξη και την εξέλιξη της καρδιαγγειακής νόσου. Τα συμπεράσματα της έρευνας υπογραμμίζουν την ανάγκη να υπάρξει θεραπευτική στόχευση της δυσλειτουργίας της στεφανιαίας μικροκυκλοφορίας, καθώς φαίνεται – σύμφωνα με την πρωτοποριακή μελέτη – ότι αυτή η δυσλειτουργία αποτελεί το πρώιμο στάδιο δημιουργίας της αθηρωματικής πλάκας στις στεφανιαίες αρτηρίες. «Εντοπίζοντας το πρώτο βήμα της στεφανιαίας αθηροσκλήρωσης (μικροαγγειακή δυσλειτουργία) μπορούμε να προλάβουμε το δεύτερο βήμα (στεφανιαία νόσος των μεγάλων επικαρδιακών αρτηριών) και να προλάβουμε έτσι τις καταστροφικές συνέπειες ενός επικείμενου εμφράγματος του μυοκαρδίου» σημειώνει ο καθηγητής, τονίζοντας ότι η εκτίμηση της λειτουργικότητας της στεφανιαίας μικροκυκλοφορίας μπορεί να γίνει και μη επεμβατικά με νεότερες τεχνικές υπερηχογραφικής απεικόνισης σε εξειδικευμένα καρδιολογικά κέντρα, όπως στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών.

    «Επιπλέον», επισημαίνει, «μπορούμε με κατάλληλες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής (άσκηση, δίαιτα, διακοπή καπνίσματος) και με τη χρήση φαρμάκων να εμποδίσουμε την εξέλιξη της στεφανιαίας νόσου προτού αυτή επεκταθεί στις μεγάλες στεφανιαίες αρτηρίες».
    Ο σημαντικός αυτός ρόλος της στεφανιαίας μικροκυκλοφορίας στην εξέλιξη της στεφανιαίας νόσου αποτυπώνεται για πρώτη φορά από τους έλληνες και αμερικανούς ερευνητές και δημιουργεί νέα δεδομένα στην πρόληψη των εμφραγμάτων.

    Πρώτη αιτία θανάτου στις δυτικές κοινωνίες

    Σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, η στεφανιαία νόσος αποτελεί σημαντικό πρόβλημα υγείας και είναι η πρώτη αιτία θανάτου στις δυτικές κοινωνίες. Υπολογίζεται ότι πάνω από ένας στους τρεις θανάτους οφείλεται σε νόσο του καρδιαγγειακού συστήματος και οι μισοί εξ αυτών στη στεφανιαία νόσο. Δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές η πρώτη εκδήλωση της στεφανιαίας νόσου (σε ποσοστό περίπου 70%) είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ο θάνατος, κάτι που κάνει επιτακτική την ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου. Εκτιμάται ότι έως το 2025 τα καρδιαγγειακά νοσήματα θα ευθύνονται για τον θάνατο περίπου 25 εκατομμυρίων ατόμων παγκοσμίως.
    Σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο κάθε δύο δευτερόλεπτα καταγράφεται ένας θάνατος από στεφανιαία νόσο, κάθε πέντε δευτερόλεπτα μια καρδιακή προσβολή και κάθε έξι δευτερόλεπτα ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
    Οι ειδικοί επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και εκφράζουν την ανάγκη αλλαγής του τρόπου ζωής, ακολουθώντας σωστή δίαιτα, η οποία φαίνεται να παίζει πρωταρχικό ρόλο στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
    Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, κάθε χρόνο καταγράφονται περισσότερα από 15.000 νέα περιστατικά στεφανιαίας νόσου, πολλά από τα οποία αποβαίνουν μοιραία για τους ασθενείς. Επιπλέον, τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι ένας στους έξι έλληνες εφήβους εμφανίζει παθολογικά αυξημένη πάχυνση των στεφανιαίων αρτηριών, ενώ και ο ένας στους τρεις ενηλίκους πάσχει από υπέρταση, αλλά μόνο οι μισοί πάσχοντες λαμβάνουν αγωγή. Μόνο οι τρεις στους δέκα εξ αυτών ελέγχουν την αρτηριακή τους πίεση, ενώ οι επτά στους δέκα, παρά την αγωγή που λαμβάνουν, δεν την ελέγχουν επαρκώς.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία