• Αναζήτηση
  • Τι απέμεινε από τη σκέψη του Σπένγκλερ για την «Παρακμή της Δύσης»

    Συμπληρώνεται φέτος μια εκατονταετία από την πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του μνημειώδους έργου του Οσβαλντ Σπένγκλερ «Η παρακμή της Δύσης» (1918), που προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλον τον κόσμο με τις βαρυσήμαντες διαπιστώσεις του και τις δυσοίωνες προβλέψεις του, ειδικότερα για τον δυτικό πολιτισμό

    Μαρκαντωνάτος Γεράσιμος
    Τι απέμεινε από τη σκέψη του Σπένγκλερ για την «Παρακμή της Δύσης» | tovima.gr
    Συμπληρώνεται φέτος μια εκατονταετία από την πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του μνημειώδους έργου του Οσβαλντ Σπένγκλερ  «Η παρακμή της Δύσης» (1918), που προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλον τον κόσμο με τις βαρυσήμαντες διαπιστώσεις του και τις δυσοίωνες προβλέψεις του, ειδικότερα για τον δυτικό πολιτισμό. Ο Σπένγκλερ ταυτίζει την οικουμενική ιστορία με την ιστορική διαδρομή οκτώ μεγάλων πολιτισμών, τους οποίους ερμηνεύει ως ζωντανούς οργανισμούς, που γεννιούνται, αναπτύσσονται, ακμάζουν και νομοτελειακά πεθαίνουν. Οι οκτώ αυτοί πολιτισμοί είναι: ο κινεζικός, ο ινδικός, ο βαβυλωνιακός, ο αιγυπτιακός, στον οποίο εντάσσει και τον κρητομινωικό, ο ελληνορρωμαϊκός, ο αραβικός, ο μεξικανικός και τέλος ο δυτικός πολιτισμός. Με άλλα λόγια κάθε πολιτισμός κατά τον Σπένγκλερ ακολουθεί έναν κύκλο οργανικής εξέλιξης, που μπορεί να συγκριθεί  με τις ηλικιακές φάσεις της ανθρώπινης ζωής: γέννηση, ωρίμαση, γήρανση, θάνατος· ειδικότερα για τον δυτικό πολιτισμό, ο γερμανός στοχαστής διατείνεται ότι διανύει την περίοδο της παρακμής του, που μπορεί να παραλληλιστεί  με την εποχή της πτώσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
     
    Η επίμονη υπογράμμιση του Σπένγκλερ της ομοιότητας της όψιμης ρωμαϊκής εποχής – που ήταν ως γνωστόν περίοδος διάλυσης και φθοράς θεσμών, ιδεών και αξιών – με την εποχή του, συντάραξε πολλούς πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του σε όλον τον κόσμο και συνάμα προβλημάτισε μερικούς στοχαζόμενους ηγέτες, ιδιαίτερα των ευρωπαϊκών χωρών.
       
    Το μεγάλο επίτευγμα του Σπένγκλερ συνίσταται στο ότι κατάφερε να επικεντρώσει την προσοχή και το ενδιαφέρον των πνευματικών ανθρώπων της εποχής του στη σύγκριση των διαδοχικών φάσεων εξέλιξης των μεγαλύτερων πολιτισμών της οικουμένης και κυρίως στην παρουσίαση και αξιολόγηση των σημασιολογικών τους διαφορών αλλά και των χαρακτηριστικών τους αναλογιών.
      
    Μιλώντας ειδικότερα για τον δυτικό πολιτισμό, επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ του απολλώνιου-ευκλείδειου πνεύματος που κυριαρχεί στα παλαιότερα στάδιά του και του φαουστικού πνεύματος που πρυτανεύει στη νεότερη εποχή. Ο ευκλείδειος άνθρωπος περιορίζεται κατά τον Σπένγκλερ στο hic et nunc, στο εδώ και στο τώρα, στην ισορροπία και στη συμμετρία καθώς και στη στατική αυτάρκεια, ενώ ο φαουστικός άνθρωπος – πάντα ανήσυχος και αεικίνητος – τείνει διαρκώς ad infinitum, προς το απεριόριστο, το άπειρο, όπως συμβολίζεται στον γοτθικό ρυθμό.    
      
    Εντυπωσιάζει πράγματι η ευρυμάθεια του γερμανού στοχαστή και συνάμα η εμβάθυνση που επιχειρεί σε κάθε θέμα που εξετάζει. Το πιο αξιοθαύμαστο απ’ όλα είναι ότι διαθέτει την ικανότητα όχι μόνο να κατανοεί αλλά και να τιθασεύει τεράστιους όγκους πολιτιστικού υλικού διερευνώντας εταστικά αναλογίες και ομοιότητες ανάμεσα στις αντίστοιχες φάσεις εξέλιξης των οκτώ μεγάλων πολιτισμών που πραγματεύεται. Διεισδύει όντως με αξιοζήλευτη άνεση στα επιμέρους χαρακτηριστικά κάθε πολιτισμού και προβάλλει αντιστικτικά με υποδειγματική μέθοδο τις υψηλότερες δημιουργίες του: την τέχνη, την επιστήμη, την πολιτική, τη θρησκεία, την οικονομία – οι οποίες με τη σειρά τους, μαζί με την ωρίμαση και τη φθορά του οικείου πολιτισμού, ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους και αναπόδραστα παρακμάζουν και σβήνουν.
      
    Οι απαρχές της σκέψης του Σπένγκλερ ανάγονται σε δύο πνευματικούς ογκόλιθους της πατρίδας του: στον Γκαίτε και στον Νίτσε, όπως άλλωστε ο ίδιος εμφαντικά το δηλώνει στον πρόλογο της αναθεωρημένης έκδοσης του πρώτου τόμου του έργου του (Δεκέμβριος 1922)· ειδικότερα στα κορυφαία δημιουργήματά τους αντίστοιχα: στον «Φάουστ» και στον «Ζαρατούστρα».
      
    Το έργο του Σπένγκλερ, όπως προκάλεσε το θαυμασμό και τον έπαινο, έτσι επέσυρε αποδοκιμασίες και δυσμενείς κριτικές – κυρίως για τις απαισιόδοξες απόψεις του για τη μοίρα του δυτικού πολιτισμού. Ειναι αλήθεια ότι οι ρεαλιστικές θέσεις του για τον πόλεμο, ο απόλυτος σχετικισμός του, ο πολιτιστικός πεσιμισμός του και μερικές άλλες αμφίσημες αντιλήψεις του για τη διακυβέρνηση και την πολιτική μπορούμε να πούμε ότι υπέθαλψαν την αντιδημοκρατική σκέψη και το αντιουμανιστικό πνεύμα στην εποχή του και συνέβαλαν ακούσια – όπως και παραπλήσιες απόψεις του Νίτσε – στην ενδυνάμωση και επικράτηση του εθνικοσοσιαλισμού στην πατρίδα του. Ωστόσο ο Σπένγκλερ ποτέ δεν είδε με συμπάθεια τον ναζισμό και ούτε ενέδωσε στις εκμαυλιστικές σειρήνες του. Γιατί, ενώ το ναζιστικό καθεστώς προσπάθησε να τον προσελκύσει στις τάξεις του προσφέροντάς του ακόμη και έδρα σε ένα από τα διασημότερα πανεπιστήμια της Γερμανίας, σε εκείνο της Λειψίας (1933), ο Σπένγκλερ απέρριπτε επίμονα τις δελεαστικές αυτές προτάσεις ως τον θάνατό του (1936).
      
    Τι απέμεινε ωστόσο από τη σκέψη του Σπένγκλερ στον σύγχρονο κόσμο; Οι προαγγελίες του για το τέλος των ιδεολογιών· η θέση του ότι το δίκτυο της παγκόσμιας επικοινωνίας μπορεί να συντελέσει σε μια ισοπεδωτική ομογενοποίηση των πολιτισμών· οι προειδοποιήσεις του για τη συρρίκνωση της δημοκρατίας και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος· η αυστηρή κριτική του για τις οικονομικές ολιγαρχίες, και τέλος οι ζοφερές προβλέψεις του για αναπόφευκτη σύγκρουση των πολιτισμών επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό διαπρεπείς διανοητές, όπως τον Τόυνμπι, τον Οργουελ και τον Χάντινγκτον και συνέβαλαν καθοριστικά στο να δούμε και υπό μιαν άλλη οπτική γωνία την πορεία του σύγχρονου πολιτισμού.
    Ο κ. Γεράσιμος Α. Μαρκαντωνάτος είναι διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας. 

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες