• Αναζήτηση
  • Ιστορίες από το ελληνικό τραγούδι 2

    Ενα τραγούδι είναι αυτό που είναι.

    ΤοΒΗΜΑ Team
    Ενα τραγούδι είναι αυτό που είναι. Δεν χρειάζεται ούτε προλόγους ούτε επεξηγήσεις ούτε «δεκανίκια συγκίνησης». Υπάρχουν όμως ιστορίες πίσω από αυτά. Αλλες απλές, άλλες ιδιαίτερα γοητευτικές και άλλες που μας αλλάζουν τελείως τη «γωνία» από την οποία ακούμε ένα τραγούδι. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς γιατί τα τραγούδια γράφτηκαν από ανθρώπους. Οι οποίοι συνήθως είναι πρωταγωνιστές περιστατικών, συγκυριών, συμπτώσεων, γεγονότων, που δημιουργούν έναν μικρό μύθο γύρω από τραγούδια που έχουμε αγαπήσει. Μερικές τέτοιες μικρές ιστορίες θα πούμε σε αυτό το αφιέρωμα σε συνέχειες του «Βήματος» που ξεκίνησε την προηγούμενη Κυριακή.

    «Δραπετσώνα» 1960
    «Οταν οι μπουλντόζες ξήλωναν τα σπίτια»

    Ενα από τα εμβληματικότερα λαϊκά τραγούδια του Μίκη και μιας ολόκληρης εποχής. Αρχές της δεκαετίας του ’60 και η κυβέρνηση αποφασίζει να γκρεμίσει τα προσφυγικά (τις παράγκες) στη Δραπετσώνα.
    Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει μιλήσει για τη στιγμή της σύλληψης της μελωδίας: «Tην εποχή εκείνη, η κυβέρνηση ήθελε να διώξει τους πρόσφυγες απ’ τις παράγκες τους, στη Δραπετσώνα, χωρίς να τους δώσει αποζημίωση. Για εκείνους ήταν ένας αγώνας επιβίωσης, ένας αγώνας ζωής και θανάτου, καθώς πήγαιναν οι μπουλντόζες και τους ξήλωναν τα σπίτια. Mια μέρα, πηγαίνοντας με το αυτοκίνητο προς την Kολούμπια για φωνοληψία, μου ήρθε ξαφνικά η έμπνευση, μπροστά στο θέατρο Kαλουτά. Σταμάτησα απότομα και έγραψα τη μελωδία. Tο βράδυ τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του τραγούδησα απ’ το τηλέφωνο τη μελωδία, κι εκείνος έγραψε τους στίχους για τη Δραπετσώνα.
    Ετσι μπήκαμε στο λαϊκό τραγούδι με τον Λειβαδίτη και μαζί αποφασίσαμε τότε να βγούμε έξω από τα τείχη της Aθήνας, να πάμε στην επαρχία, όπου το ’61 υπήρχε ακόμη απόλυτος σκοταδισμός – και πολιτικός και, φυσικά, καλλιτεχνικός. Ξεκινήσαμε τις λαϊκές αυτές συναυλίες από την Kαβάλα. Πρώτη φορά ποιητής απήγγελλε ποιήματά του από τις συλλογές του, μπροστά σ’ ένα κοινό που ερχόταν ν’ ακούσει λαϊκή μουσική. Θυμάμαι ότι στους νέους ανθρώπους που έρχονταν, στην Kαβάλα, στις Σέρρες, στη Δράμα, στη Bέροια, στα Tρίκαλα, στη Λάρισα, τους έκανε κατάπληξη το γεγονός ότι ένας ποιητής σηκωνόταν και απήγγελλε αυτή τη μεγάλη ποίηση. Πραγματικά, εκεί που καθόμασταν με τον Mπιθικώτση και βλέπαμε το κοινό απέναντι, τα μάτια ολωνών είχαν έναν θαυμασμό και μια απεριόριστη ευγνωμοσύνη, για το ότι, επιτέλους, οι ποιητές άρχισαν να πηγαίνουν στην επαρχία και να παρουσιάζουν την ποίησή τους».
    Ηταν η πρώτη συνεργασία του Μίκη Θεοδωράκη με τον Τάσο Λειβαδίτη. Στον δίσκο «Πολιτεία» υπήρχαν ακόμη τέσσερα τραγούδια σε στίχους του ποιητή, το «Σαββατόβραδο», το «Μάνα μου και Παναγιά», το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» και το «Εχω μια αγάπη».
    Η «Δραπετσώνα» δεν ήταν το μοναδικό τραγούδι που έγραψε ο Λειβαδίτης επάνω σε ήδη γραμμένη μελωδία του Μίκη. Το 1977 έγραψε τους στίχους όλων των τραγουδιών του δίσκου τους «Τα λυρικά», επάνω σε μουσικές που είχε  γράψει ο Μίκης το 1976 στην Αθήνα και στο Βραχάτι.
    Μάλιστα με τα «Λυρικά» συμβαίνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο – αν όχι μοναδικό – στην ελληνική δισκογραφία. Είναι ένας δίσκος που δεν ηχογραφήθηκε ποτέ σε στούντιο, η μοναδική του ηχογράφηση είναι από συναυλία στο Θέατρο Λυκαβηττού, τον Αύγουστο του 1977.

    «Πρωινό τσιγάρο» 1984
    Δεν πρόλαβε ο Λοΐζος

    Είναι ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του Νότη Μαυρουδή σε στίχους του Αλκη Αλκαίου, αφιερωμένο στον Μάνο Λοΐζο. Μία παρεξήγηση που υπάρχει γύρω από αυτό το τραγούδι είναι πως αναφέρεται στον Μάνο Λοΐζο. Ο λόγος όμως που είναι αφιερωμένο σε εκείνον είναι άλλος.

    Το ποίημα το έγραψε ο Αλκαίος γύρω στο 1980. Μόλις το ολοκλήρωσε του γεννήθηκε η επιθυμία να το μελοποιήσει ο Λοΐζος και ίσως να το τραγουδήσει κιόλας.
    Δεν είχε όμως καμία επαφή μαζί του. Οταν ο Λοΐζος βρέθηκε στο νοσοκομείο στη Μόσχα, μαζί του θα πήγαινε και ο δικηγόρος Ηλίας Γεράκης, κοινός φίλος και των δύο. Ο Αλκης το έδωσε στον Γεράκη, εκείνος με τη σειρά του το έδειξε στον Λοΐζο, ο οποίος ενθουσιάστηκε. «Οταν επιστρέψω θα το φτιάξω» είπε. Δεν τα κατάφερε, πέθανε στη Μόσχα στις 17 Σεπτεμβρίου 1982.
    Ο Αλκαίος δεν το έδωσε σε κανέναν άλλον. Το συμπεριέλαβε στην ποιητική συλλογή του «Εμπάργκο». Σε εκείνη τη συλλογή το διάβασε ο Νότης Μαυρουδής, ο οποίος το μελοποίησε ερήμην του Αλκαίου για τον δίσκο του «Στην όχθη της καρδιάς μου». Κατόπιν όμως έπρεπε να πάρει την άδεια του ποιητή. Τη ζήτησε, και ο Αλκαίος ευγενικά αρνήθηκε. Του είπε πως το είχε γράψει για να το μελοποιήσει ο Λοΐζος και εφόσον ο Λοΐζος δεν υπάρχει πια δεν θέλει να το κάνει κανένας. Μεσολάβησε ο Θάνος Μικρούτσικος και τον μετέπεισε. Ο Αλκαίος έδωσε την άδεια και τη συνέχεια τη γνωρίζουμε όλοι.
    Το εντυπωσιακό είναι πως ο Αλκης Αλκαίος και ο Νότης Μαυρουδής δεν συναντήθηκαν ποτέ! Ισως κάποια τηλεφωνική επικοινωνία μόνο, αλλά ούτε γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Ο Αλκαίος έτσι κι αλλιώς δεν δεχόταν παρά μόνο ελάχιστους ανθρώπους στο σπίτι του στη Νέα Κηφισιά.
    Το τραγούδι έχει γνωρίσει πολλές εκτελέσεις, αλλά σε εκείνη την πρώτη, τη χορωδία αποτελούσαν οι Κώστας Θωμαΐδης, Γιώργος Μεράντζας, Ανδρέας Μικρούτσικος, Σάκης Μπουλάς, Θανάσης Νικόπουλος και Γιάννης Σαμσιάρης.

    «Για να σε συναντήσω» 2001
    Ενα δεκάλεπτο αληθινής ζωής

    {ΑΡΧ}Ενα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Κώστα Λειβαδά. Του ζήτησα να μας αφηγηθεί ό,τι θυμάται από την ημέρα που το έγραψε.

    «Το “Για να σε συναντήσω” με ακολουθεί μέχρι σήμερα, 17 χρόνια μετά την κυκλοφορία του και 22 χρόνια απ’ όταν το έγραψα, την άνοιξη του 1996, στο σπίτι της οδού Δημουλίτσα Πάργας , στου Γκύζη, τέρμα Λουκάρεως (εκεί γράφτηκαν πολλά τραγούδια, είτε ολόκληρα είτε σχέδιά τους που ολοκληρώθηκαν αργότερα. Τραγούδια σαν το “Εγώ σ’ αγάπησα εδώ” που βρήκε την ολοκλήρωσή του στα Χανιά, είτε το “Σαν να ‘χε γίνει φονικό” που αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το σπίτι).
    Η στιγμή ήταν η εξής: λίγο πριν το ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα η Ροβέννα σηκώθηκε κρατώντας τα κλειδιά να φύγει για άλλη μια φορά μέσα στη μέρα σε μια διαδοχή αγοράς των βασικών για το σπίτι και σημειώσεων για τη σχολή της.
    Εγώ όλη εκείνη την ώρα διάβαζα μια μεγάλη και πληρέστατη ανθολογία του Τάσου Λειβαδίτη, του οποίου την ποίηση είχα μάθει από μικρός μιας και όποτε τον βλέπαμε με τον πατέρα μου να διασχίζει την Πατησίων, στο ύψος του Μουσείου, ο πατέρας μου δεν έχανε ευκαιρία να μου μιλάει για αυτόν.
    Την ώρα λοιπόν που η Ροβέννα πήρε τα κλειδιά στο χέρι, της είπα όλο το πρώτο κουπλέ και της διάβασα τη φράση που έγινε ρεφρέν και ανήκει στον Τάσο Λειβαδίτη, από το ποίημά του “Συγχώρα με αγάπη μου”.
    Αρχισε να τη συγκινεί πολύ και πράγματι άφησε και τα κλειδιά και τις δουλειές.
    Τέλος, της είπα το τρίτο κουπλέ για να σφραγίσω – με τις ευλογίες και την απολύτως καθοριστική βοήθεια του μεγάλου ποιητή μας – τον θρίαμβό μου να την κρατήσω σπίτι και ταυτόχρονα να βρω έναν τρόπο για να δείξω τα αισθήματά μου χωρίς πανικούς.
    Τα λόγια είναι δικά μου εκτός από το μυθικό ρεφρέν που ανήκει στον ποιητή και η οικογένειά του μου το παραχώρησε κατόπιν αιτήματος αδείας και της είμαι παντοτινά ευγνώμων.
    Η στιγμή λοιπόν – που δεν ελέγχεται – και η διαύγειά μου εκείνο το απόγευμα με βοήθησαν να αποτυπώσω αυτό το δεκάλεπτο αληθινής ζωής και καθημερινών πράξεων σε 3 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα τραγουδιού, που άλλαξε τη ζωή μου και – όπως πάντα χαίρομαι να βλέπω – και πολλών ζευγαριών και των διαδρομών τους. Ευγνώμων και γι’ αυτό».


    «Ο καθρέφτης» 2003
    Θα μπορούσε να το πει ο Μητροπάνος

    {ΑΡΧ}Ο Φοίβος Δεληβοριάς μας αφηγήθηκε την ιστορία ενός από τα πλέον προσωπικά του τραγούδια.{ΑΡΧ}
    «Τον “Καθρέφτη” τον έγραψα ως στοίχημα ένα βράδυ. Ημουν απελπισμένος. Είχα τελειώσει τον δίσκο που έφτιαχνα τότε, παραδίδαμε με τον Θύμιο και τον Σωτήρη Παπαδόπουλο για μάστερινγκ σε δυο μέρες, κι όμως εμένα μου έλειπε ένα τραγούδι. Το κεντρικό τραγούδι που θα τα ενοποιούσε όλα. Είχα γράψει για τα Χριστούγεννα, τις βρισιές του στρατού, τα μπουρδέλα, τον Σημίτη, τις ξενόγλωσσες επιγραφές, την έμπνευση, τις φοιτήτριες της Φιλοσοφικής. Ναι, αλλά τι τα ενοποιούσε όλα αυτά; Κάτι έλειπε για να τα κάνει δίσκο. Μια κεντρική ποιητική σύλληψη, που θα ερχόταν και σε μένα ως απάντηση. Μου λέει μια φίλη στο τηλέφωνο “κάτσε γράψε και κάτι θα βγει”. “Δεν μπορώ” της λέω. “Βλέπω τη φάτσα μου στο πιάνο, παίρνω πόζες και είναι αδύνατον να γράψω κάτι αληθινό”. “Ε, γράψε για αυτό”. Κάτι είχε πλάκα σ’ αυτό. Κάτι άστραψε. Της λέω “θα το αρχίσω και σε παίρνω το πρωί”. Γράφω, λοιπόν, αμέσως το πρώτο τετράστιχο:

    Εχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη
    που μ’ εμποδίζει ό,τι είναι πίσω του να δω,
    δεν έχω δει ποτέ μου πιο μεγάλο ψεύτη
    και το χειρότερο, είναι όμοιος εγώ…

    Αμέσως όλα είχαν νόημα. Η ζωή μου, οι πόζες μου, τα ριάλιτι που μόλις είχαν πρωτοεμφανιστεί τότε, το φανταρικό, οι γιορτές, οι στημένοι έρωτες, το corporate living, η φιλοσοφία του “Μάτριξ” που τότε με απασχολούσε. Και μουσικά; Αν ήθελα να πω όσα ήθελα να πω, θα έπρεπε μάλλον να βγει κάτι ηλεκτρονικό, κάτι διάφωνο κι αφηρημένο. Κι όμως, ο στίχος ήταν ένα λαϊκό τετράστιχο. Θα μπορούσε να είναι του Μπιθικώτση και του Βίρβου ή του Τσάντα. Αστραψε δεύτερη φορά μέσα μου. Κι άρχισα να γράφω ένα χασάπικο. Η εισαγωγή βέβαια ήταν λίγο μίνιμαλ, λίγο Φίλιπ Γκλας. Το τραγούδι όμως κάλλιστα θα μπορούσε να το πει ο Μητροπάνος, που τότε άκουγα όλη του τη δισκογραφία και με συγκινούσε βαθύτατα. Ηταν όμως πολύ προσωπικό και αποφάσισα να το πω ο ίδιος, κάτι που μετανιώνω, αφού δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω πραγματικά. Από την άλλη έγινε το τραγούδι μου. Ο,τι συναυλία και να κάνω, ό,τι και να πω, το τραγούδι αυτό έρχεται και με αθωώνει. Συνήθως το παίζουμε μόνο με πιάνο. Οπως εκείνο το βράδυ που το πρωτόγραψα».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός