• Αναζήτηση
  • Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: «Η λογοτεχνία κατέγραψε τα κακώς κείμενα προ της κρίσης»

    Ο κριτικός Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, που παρακολουθεί συστηματικά τη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα από το 1979 και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με «Το Βήμα της Κυριακής», δεν συνηθίζει να δίνει συνεντεύξεις.

    Μπέκος Γρηγόρης
    Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
    Η κίνηση του εκκρεμούς – Ατομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017
    Εκδόσεις Πόλις, 2018
    σελ. 914, τιμή 30 ευρώ
    Ο κριτικός Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, που παρακολουθεί συστηματικά τη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα από το 1979 και τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με «Το Βήμα της Κυριακής», δεν συνηθίζει να δίνει συνεντεύξεις. «Μου φαίνεται περίεργο διότι, τις περισσότερες φορές, κάθομαι στην απέναντι πλευρά, είμαι αυτός που θέτει τις ερωτήσεις» είπε λίγο πριν αρχίσει η συνομιλία μας. Ξεχωριστή αφορμή γι’ αυτή στάθηκε η πρόσφατη έκδοση της ογκώδους μελέτης του «Η κίνηση του εκκρεμούς: Ατομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017» που συνιστά ένα έργο ζωής για τον ίδιο και ένα έργο αναφοράς για τους υπόλοιπους. «Το στοίχημα ήταν το εξής: από τη μια πλευρά να κάνω γραμματολογία και από την άλλη κριτική, να αποπειραθώ δηλαδή μια κριτική γραμματολογία που παραμένει ανοιχτή στον χρόνο».
    Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου βασίζεται σε δύο πυλώνες: στην αναγνωστική του εμπειρία και στην κριτική του διαίσθηση. Με το βιβλίο αυτό, που έχει μοιραία και μια αυτοβιογραφική διάσταση, ο ίδιος επιχειρεί να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες αλλά σύνθετο ερώτημα: πώς αναπαρίσταται η σχέση ατομικού και συλλογικού στην πεζογραφία της Μεταπολίτευσης. «Εν πολλοίς, έχουμε συμφωνήσει όλοι πότε αρχίζει η Μεταπολίτευση. Οχι όμως και πότε ακριβώς τελειώνει. Οπως και να ‘χει, το βιβλίο μου, που καταλήγει στα χρόνια της κρίσης, ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2017. Εκείνο που διερευνώ, υπερκαλύπτοντας μια ολόκληρη τεσσαρακονταετία, είναι ροπές και τάσεις στη λογοτεχνία. Και προσπαθώ, μέσα από ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα που είναι η συγκατοίκηση ή και η αντίθεση ατομικού και συλλογικού, να ψηλαφίσω τις πορείες που διαγράφει η ελληνική πεζογραφία σ’ αυτό το διάστημα. Τέτοιες πορείες, ασφαλώς, δεν είναι ευθύγραμμες. Επειδή στο ίδιο διάστημα βρίσκουμε και συγγραφείς από τις δύο πρώτες μεταπολεμικές γενιές που παραμένουν άκρως παραγωγικοί. Στην προσέγγισή μου δεν υπάρχουν αυστηροί διαχωρισμοί, όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχουν δημιουργικές αλληλεπικαλύψεις. Γι’ αυτό και σκέφτηκα την κίνηση του εκκρεμούς, κάτι που μετακινείται από τον έναν πόλο στον άλλο – από το άτομο προς την κοινωνία και τανάπαλιν – συμπεριλαμβάνοντας όλα τα ενδιάμεσα σημεία. Αν θελήσουμε να το δούμε κάπως συνοπτικά, και να ξεκινήσουμε από το 1974, ο ένας πόλος είναι σαφέστατα η πολιτική και η ιστορία, δηλαδή το συλλογικό, και έτσι φτάνουμε μέχρι την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Στη συνέχεια η πορεία είναι προς το ατομικό και ύστερα το ιδιωτικό. Θα έλεγα ότι το εκκρεμές επανέρχεται στο συλλογικό κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αν συνεκτιμήσουμε το ιστορικό και το αστυνομικό μυθιστόρημα».


    Το ιστορικό μυθιστόρημα

    Του προτείναμε τότε να σταθούμε στο όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου του, όπου ο ίδιος επικεντρώνεται στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και στη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. «Μιλώντας για το ιστορικό μυθιστόρημα, αυτή η επαναφορά στο συλλογικό δεν γίνεται πια μέσω της πολιτικής και της ιστορίας, αλλά μέσω μιας πολιτισμικής οδού περισσότερο. Σε όλον τον δέκατο ένατο αιώνα και μέχρι το 1945 που βγαίνει «Η πριγκιπέσα Ιζαμπώ» του Αγγελου Τερζάκη, λιγότερο ή περισσότερο φορτισμένα, το ιστορικό μυθιστόρημα έχει εθνική αποστολή, να δείξει είτε τη συνέχεια, είτε το αρραγές της φυλής και του έθνους, είτε την αντίστασή του στις ξένες δυνάμεις. Από το 1945 και μετά, μέχρι περίπου το τέλος της δεκαετίας του 1980 – όταν και εμφανίζεται «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» της Ρέας Γαλανάκη που χαράζει έναν άλλον δρόμο -, εξακολουθεί να υπάρχει ένα ιστορικό μυθιστόρημα διασκεδαστικό, όπου όμως οι αναγνώστες δεν αναζητούν κάποιο πολιτικό ή εθνικό νόημα στο παρελθόν αλλά ένα ντεκόρ διαφυγής από το παρόν, προς τη Φραγκοκρατία, το Βυζάντιο, ενίοτε και την αρχαιότητα. Οταν, λοιπόν, ξεκινάει το νέο ιστορικό μυθιστόρημα, μιλάμε πλέον όχι μόνο για διαφορετικές γενιές αλλά και για διαφορετικό βλέμμα στη λογοτεχνία. Ο Αλλος είναι πια η διαφορετικότητα εν γένει. Και ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο Αλλος, λ.χ. ο Τούρκος ή ο Δυτικός, η σχέση είναι πλέον συνομιλητική και όχι ανταγωνιστική. Αυτό είναι το βασικό: έχουμε μεν μια επαναφορά στο συλλογικό αλλά είναι ένα συλλογικό διευρυμένο, δηλαδή επιμερισμένο, δεν είναι μόνο το δικό μας, είναι και το συλλογικό του Αλλου, η δική μας μοίρα όπως διαπλέκεται με τη μοίρα των άλλων».


    Αστυνομική λογοτεχνία

    Το έβδομο κεφάλαιο ασχολείται με το αστυνομικό μυθιστόρημα που περνά «από τις ιδιωτικές σχέσεις στην κοινωνία». Εδώ συναντάμε έναν ουσιαστικό διαχωρισμό ανάμεσα στις ιστορίες μυστηρίου και τα κοινωνικοπολιτικά αφηγήματα. «Υπάρχει κυρίως στην Ευρώπη ένα κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γαλλικής, ισπανικής και ιταλικής προέλευσης, το οποίο οι έλληνες συγγραφείς παρακολουθούν μεν αλλά με κάποια αποστασιοποίηση. Ας πούμε, εδώ το είδος αυτό δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ιδεολογική λειτουργία. Παρά τις όποιες διαφορές όμως, και το ελληνικό κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα παρατηρεί στενά και από κοντά την κοινωνία, πιο κοντά απ’ όλους. Σε αυτό δεν συναντάμε μόνο τα μεγάλα γεγονότα – από την τρομοκρατία ως την οικονομική διαφθορά – αλλά και ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας» σημείωσε ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου.
    Δεν αργήσαμε, ωστόσο, να μιλήσουμε και για την «επέλαση της παρωδίας», να ασχοληθούμε δηλαδή με τη δεκαετία του 1980. Θέσαμε τον προβληματισμό αν η ελληνική λογοτεχνία υποχώρησε ποιοτικά εκείνη την περίοδο. «Τα μυθιστορήματα δεν είναι ισοϋψή και αυτό ισχύει, νομίζω, για όλες τις περιόδους. Προσωπικά δεν μου φαίνεται πειστικό, εν προκειμένω, να συνδέσω μια θεματική κατηγορία με μια ορισμένη ποιοτική καθίζηση. Θα υποθέσω το εξής. Υπήρξαν έντονες επικρίσεις στη λεγόμενη «γενιά της παρωδίας», και στην εποχή που γράφτηκαν τα βιβλία της και αργότερα. Στη δεκαετία του 1980 συνυπάρχουν δύο γενιές συγγραφέων – για παράδειγμα, και ο Πέτρος Τατσόπουλος και ο Χρήστος Χωμενίδης, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για έλλειψη τεχνικής πολυπλοκότητας και μεγάλες ευκολίες. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι αυτό ή ένας τρόπος γραφής πιο συμβατικός, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι όποιες αδυναμίες τους αντισταθμίστηκαν, κατά τη γνώμη μου, από τον παρωδιακό τους λόγο. Αλλά και ο τελευταίος κατηγορήθηκε ότι δεν είναι αρκούντως σοβαρός, ταυτίστηκε ίσως με την πλάκα ή τον χαβαλέ. Αυτό όμως δεν ισχύει απολύτως, διότι υπήρξε και η μαύρη κωμωδία και η αποτύπωση εξαιρετικά αρνητικών ηρώων. Μάλιστα, όταν ξέσπασε η κρίση, συνεχίστηκε η αρνητική κριτική προς αυτή τη γενιά συγκεκριμένα, ότι ήταν αφελείς συγγραφείς, ότι δεν ακτινογράφησαν εγκαίρως μια κοινωνία που όδευε αργά προς μια νέα καταστροφή. Εγώ όμως το πιστεύω, και το λέω, ότι αυτή η κοινωνία εικονογραφήθηκε, αν αυτό έγινε επαρκέστατα είναι δύσκολο να το πει κανείς, πάντως εικονογραφήθηκε».
    Και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. «Στη διάρκεια της κρίσης, βεβαίως, υπήρξαν αρκετοί που δεν έλεγξαν μόνο τους παρωδούς αλλά όλη την ελληνική πεζογραφία, ότι την εποχή που γεννιόντουσαν οι αιτίες της τρέχουσας κρίσης, απέτυχαν να τις υποδείξουν. Δεν θέλω να φανώ απολογητής κανενός, αλλά και πάλι θα πω ότι ήταν πάρα πολλοί οι συγγραφείς που με τα έργα τους απέδειξαν ότι δεν κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου, όπως τους καταλογίζουν. Μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό η Μάρω Δούκα και το βιβλίο της «Εις τον πάτον της εικόνας» ή ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης με «To χρονικό του Δαρείου» και η Αμάντα Μιχαλοπούλου με το «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη». Επιλέγω επίτηδες διαφορετικές μεταξύ τους περιπτώσεις για να υποδείξω ακριβώς την ποικιλομορφία. Υπάρχουν πάντως επαρκή παραδείγματα – και αριθμητικά – ότι τα κακώς κείμενα καταγράφηκαν, είμαι πεπεισμένος και γι’ αυτό κομίζω και τα σχετικά στο βιβλίο».

    Η πεζογραφία της κρίσης

    Το κεφάλαιο που πιθανότατα θα ξεπεραστεί γρηγορότερα από τα υπόλοιπα στη μελέτη του, κάτι για το οποίο έχει απόλυτη επίγνωση, είναι αυτό που αφορά την πεζογραφία της κρίσης. «Φανταστείτε ότι έχει υποχωρήσει ήδη το φαινόμενο. Η πλειοψηφία αυτών των βιβλίων, που έχουν την κρίση θεματοποιημένη, πάσχουν από ηθικολογία, καταγγελία, ένα ακαθορίστως αρνητικό πνεύμα, επιπόλαια πολιτικά και κοινωνικά συμπεράσματα, άπειρες σχηματοποιήσεις και στερεότυπα. Ελάχιστα απ’ αυτά αξίζει να συζητηθούν».
    Τα τελευταία χρόνια όμως γίνεται και μια παράξενη συζήτηση για το αν υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα. «Το ότι δεν υπάρχει είναι ο απόλυτος μύθος. Ασφαλώς έχουμε μια αξιόλογη και ποιοτική παραγωγή στο διήγημα και στη νουβέλα. Δεν μας λείπει όμως το μυθιστόρημα. Εχουμε και μεγάλες και φιλόδοξες συνθέσεις. Θα σταθώ στους «Τυφλούς» του Νίκου Α. Μάντη. Είναι ένα βιβλίο εξακοσίων σελίδων που περιλαμβάνει κυριολεκτικά τα πάντα. Και, ειλικρινά, δεν υπολείπεται καθόλου των αντίστοιχων αμερικανικών ή ευρωπαϊκών που και εγώ διαβάζω, όχι πάντοτε με ανεπιφύλακτο θαυμασμό, οφείλω να τονίσω. Μια άλλη περίπτωση είναι η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οταν το μυθιστόρημά της «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» μεταφράστηκε στα αγγλικά, η κριτική στη Μεγάλη Βρετανία κατάλαβε αμέσως τη σημασία της. Ομως, κακά τα ψέματα, άλλη τύχη θα είχε το βιβλίο της αν ήταν γραμμένο απευθείας στα αγγλικά».
    Συζητώντας ευρύτερα για τους νεότερους συγγραφείς, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου υπογράμμισε: «Σε γενικές γραμμές έχω την αίσθηση ότι δεν έχουν διαβάσει ικανοποιητικά, ότι δεν έχουν επαφή με την ελληνική λογοτεχνία που προηγήθηκε. Ούτε καν με την πρώτη μεταπολεμική γενιά που έκανε μια ριζική στροφή – ξεφεύγοντας οριστικά από τη γενιά του ’30 ως προς το ύφος και τη θεματολογία – και δημιούργησε το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα, που είναι, για να μην ξεχνιόμαστε, μια υπόθεση εβδομήντα χρόνων».
    Τα ονόματα του Στρατή Τσίρκα (αν και κατά τι προγενέστερος) και του Αλέξανδρου Κοτζιά αναδύθηκαν. «Ποτέ άλλοτε το ελληνικό μυθιστόρημα δεν ήταν τόσο προσανατολισμένο στην κοινωνία, στην πολιτική και την ιστορία όσο με την πρώτη μεταπολεμική γενιά, η οποία, ωστόσο, φαίνεται να απουσιάζει από τα αναγνώσματα των νεοτέρων. Προσπαθώ, βεβαίως, στο βιβλίο να μην είμαι κανονιστικός. Δεν θα υποδείξω σε κανέναν τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να κάνει. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της κριτικής. Λέω όμως πως, αν είμαστε μέσα σε έναν ωκεανό ξένων μυθιστορημάτων, ότι μπορούμε κάλλιστα να κολυμπήσουμε και στη μικρή θάλασσα της ελληνικής λογοτεχνίας, όχι του απώτατου παρελθόντος, αλλά του τελευταίου μισού αιώνα».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία