• Αναζήτηση
  • Ελληνες στην Τουρκία του Ερντογάν

    Δεκάδες email χωρίς απάντηση, ισάριθμα τηλεφωνικά ραντεβού και συναντήσεις που ματαιώθηκαν.

    Ευφραιμίδης Γιώργος
     Δεκάδες email χωρίς απάντηση, ισάριθμα τηλεφωνικά ραντεβού και συναντήσεις που ματαιώθηκαν. Απρόσμενη σιωπή. Συνάδελφοι, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι επιστρατεύθηκαν σε ένα κυνήγι ανεύρεσης περιπτώσεων το οποίο απέφερε απανωτές αρνητικές απαντήσεις. «Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να μιλήσω ανοιχτά…». Σοκαριστική απάντηση στο πρώτο άκουσμα. Μια φράση όμως που ειπώθηκε, σε διαφορετικές εκδοχές, κάθε φορά που προσέγγισα κάποιον Ελληνα, μόνιμο κάτοικο Τουρκίας, προκειμένου να συζητήσουμε για την ελληνοτουρκική κρίση των ημερών, τις επικείμενες προεδρικές και βουλευτικές εκλογές. Τι συμβαίνει στη χώρα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν;
    Αν υποθέσουμε ότι η περίφημη δήλωσή του τον Οκτώβριο του 2016 «άλλα είναι τα φυσικά μας σύνορα και εντελώς διαφορετικά είναι τα σύνορα της καρδιάς μας», μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, ήταν η αφορμή για έναν νέο κύκλο κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ακολούθησαν δεκάδες ακόμη περιστατικά που ενίσχυσαν το τεταμένο κλίμα. Οι συνεχείς τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο, η αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου να μην εκδώσει τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που κατηγορούνται για συμμετοχή στο αποτυχημένο πραξικόπημα, η σύλληψη των δύο ελλήνων στρατιωτικών στον Εβρο αλλά και οι πρόσφατες δηλώσεις του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης και κυβερνητικού εκπροσώπου Μπεκίρ Μποζντάγ περί «πακεταρίσματος» των οκτώ, κλιμακώνουν την ένταση. Μια ένταση που αποκωδικοποιείται διαφορετικά στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
    Στην Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Public Issue, το 81% των ερωτηθέντων πιστεύει πως σε σχέση με την περυσινή χρονιά οι σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας έχουν χειροτερεύσει. Το 44% θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο ενός πολέμου με την Τουρκία στα επόμενα χρόνια, ενώ το 79% απαντά ότι η Τουρκία συνιστά απειλή για την Ελλάδα. Αίσθηση που αποτυπώνεται στις καθημερινές συζητήσεις όλων μας, όσο κι αν η φιλειρηνική ευρωπαϊκή μας συνείδηση αρνείται να το παραδεχτεί. Στην αντίπερα όχθη, η κατάσταση φαντάζει εντελώς διαφορετική. «Η Ελλάδα για την Τουρκία δεν αποτελεί απειλή. Τα ελληνοτουρκικά θέματα σπάνια πρωταγωνιστούν στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης» θα εκμυστηρευτεί ο 37χρονος Κωνσταντίνος Τραυλός, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Özyeğin της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για μία από τις τέσσερις περιπτώσεις Ελλήνων που όρισαν στον χάρτη της ζωής τους ως τόπο διαμονής την Τουρκία. Τέσσερις Ελληνες που αποτυπώνουν τη δική τους εικόνα για την ελληνοτουρκική κρίση των ημερών και μιλούν για τον αντίκτυπο που είχε στην καθημερινότητά τους αλλά και για το κλίμα λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 24ης Ιουνίου, όπου οι Τούρκοι θα κληθούν να ψηφίσουν για πρώτη φορά πρόεδρο μετά την πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος της γείτονος.

    Κωνσταντίνος Τραυλός,
    37 ετών, καθηγητής Πανεπιστημίου
    Μισός Κεφαλλονίτης και μισός Πόντιος, δεν είχε επισκεφθεί την Τουρκία προτού εγκατασταθεί μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη το 2014. Πώς μετά τις σπουδές Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στις ΗΠΑ βρέθηκε στην Πόλη; Ο 37χρονος ακαδημαϊκός στο Πανεπιστήμιο Özyeğin, θερμός συνομιλητής, έδωσε τις εξηγήσεις. «Εψαχνα δουλειά μετά τις σπουδές μου στην Αμερική και βρήκα μια θέση στην Τουρκία. Ηταν μια ευκαιρία να έρθω πιο κοντά στην Ελλάδα. Από τότε έχω ζήσει όλες τις πολιτικές εξελίξεις που έχουν συμβεί. Ως Ελληνας, προσέχω τι λέω και πού το λέω. Οφείλω, ωστόσο, να παραδεχτώ ότι σε πανεπιστημιακό επίπεδο έχω μιλήσει ανοιχτά για τις απόψεις μου, χωρίς να δεχτώ καμία άνωθεν αντίδραση».
    Παρά το ηλεκτρισμένο κλίμα στα ελληνοτουρκικά και τις εκατέρωθεν βαρύγδουπες δηλώσεις, είναι κατηγορηματικός σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί ότι αποκωδικοποιεί κάθε χώρα τα γεγονότα: «Η Τουρκία μπορεί να είναι πρωτοσέλιδο για την Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα δεν είναι πρωτοσέλιδο για την Τουρκία. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τον κόσμο. Τα θέματα που απασχολούν την ειδησεογραφία είναι το Κουρδικό και το Συριακό, ο Γκιουλέν και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Οι τούρκοι φίλοι μου μαθαίνουν για τις κρίσεις στο Αιγαίο από εμένα. Από την άλλη, το τελευταίο διάστημα που τα ελληνικά ΜΜΕ δίνουν έμφαση στην ελληνοτουρκική κρίση, δέχομαι κάθε φορά τηλέφωνα από έλληνες φίλους μου που με ρωτούν: «Θα γίνει πόλεμος με την Τουρκία;»».
    Εξηγεί πως ελάχιστοι Τούρκοι γνωρίζουν για τη σύλληψη των δύο ελλήνων στρατιωτικών, ενώ παραθέτει μια ενδιαφέρουσα πτυχή για την περιβόητη δήλωση Ερντογάν για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης. «Στους φοιτητές μου κάνει μεγάλη εντύπωση πόσο σοβαρά λαμβάνουν υπόψη οι Ελληνες τις βαρύγδουπες δηλώσεις τούρκων πολιτικών. Οσοι υποστηρίζουν την αντιπολίτευση, θεωρούν ότι οι δηλώσεις Ερντογάν για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης στρέφονται κατά του Κεμαλισμού, ένα θέμα εσωτερικής κατανάλωσης. Μια προσπάθεια επίθεσης στην κληρονομιά του Κεμάλ, που συνυπέγραψε τη Συνθήκη και περιόρισε – κατά τα φαινόμενα – την ισχύ της Τουρκίας». Περιγράφει επίσης μια θεωρητικά άγνωστη πτυχή της τουρκικής κρίσης που έχει συμβάλει στη σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας: «Από το 2014 η Ελλάδα έχει γίνει τόπος «απόδρασης» για τους Τούρκους. Οσοι ταξιδεύουν στην Ελλάδα αισθάνονται ότι οι άνθρωποι στη χώρα μας μπορούν να μιλήσουν και να εκφραστούν ελεύθερα. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως ιδανική χώρα για να ζήσει κανείς. Το κλίμα είναι κάθε άλλο παρά εχθρικό».
    Οσο για τις επικείμενες εκλογές, ο Κωνσταντίνος Τραυλός αποτυπώνει μια εικόνα αισιοδοξίας του εκλογικού σώματος, που είχε χαθεί τα τελευταία χρόνια. «Τις τελευταίες δύο εβδομάδες όσοι υποστηρίζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης νιώθουν ότι αξίζει να ψηφίσουν στις εκλογές. Οι πρόσφατες εκλογές στη Μαλαισία μπορεί να απασχόλησαν ελάχιστα την Ελλάδα και την Ευρώπη, ωστόσο για την προοδευτική πτέρυγα της αντιπολίτευσης αλλά και τους προοδευτικούς ψηφοφόρους της κυβέρνησης έπαιξαν μεγάλο ρόλο. Η ήττα του κόμματος που κυβερνούσε τη χώρα από το 1957 επηρέασε το κλίμα και στην Τουρκία, διαχέοντας την αίσθηση ότι όλα μπορούν να αλλάξουν». Εκλογές και οικονομική κρίση, ένας εκρηκτικός συνδυασμός. «Επικρατεί φόβος για την οικονομία. Ο μισθός μου έχει μειωθεί σημαντικά με τις υποτιμήσεις της λίρας. Για να έρθω στην Ελλάδα χρειάζεται να κάνω οικονομίες τουλάχιστον τριών μηνών και οι απολαβές μου είναι υψηλότερες από εκείνες του μέσου Τούρκου».


    Φωτεινή Κοκκάλα,
    29 ετών, μουσικός
    Τα τελευταία οκτώ χρόνια μένει στην Κωνσταντινούπολη, στην πολυσύχναστη περιοχή του Μπέιογλου. Είναι η μοναδική από τα μέλη του γυναικείου συγκροτήματος «Sinafi Trio» που κράτησε ως βάση της την Τουρκία. «Οι άλλες δύο επέστρεψαν στην Ελλάδα και πηγαινοέρχονται μετά τα πρόσφατα γεγονότα. Το αποτυχημένο πραξικόπημα προκάλεσε κλίμα αστάθειας και ανασφάλειας. Ηταν κινηματογραφικά αυτά που ζήσαμε. Δεν ήξερες τι μπορεί να σου ξημερώσει. Εφέτος επικρατεί μια σχετική σταθερότητα. Ο τουρισμός δείχνει σημάδια ανάκαμψης, όχι από Ευρωπαίους αλλά κυρίως από άραβες τουρίστες». Πρόκειται για μια εξωστρεφή Ελληνίδα, η οποία εγκαταστάθηκε στην Τουρκία αξιοποιώντας το φοιτητικό πρόγραμμα Erasmus. Σπούδασε λαϊκή και παραδοσιακή μουσική, ανέπτυξε το ενδιαφέρον της για το οθωμανικό τραγούδι και σήμερα διδάσκει εθελοντικά μαθήματα χορωδίας στο Ζωγράφειο της Κωνσταντινούπολης.
    «Μπορείς να βρεις τον μπελά σου αν πεις κάτι που δεν πρέπει. Κι αυτό με τη σειρά του δημιουργεί ένα κλίμα εσωστρέφειας. Σκέφτεσαι διπλά οτιδήποτε θέλεις να εκφράσεις δημόσια. Σε βαθμό που φοβάσαι να κάνεις ακόμη και like σε μια ανάρτηση, μήπως και κατηγορηθείς για τις απόψεις σου. Είναι χαρακτηριστικό το λευκό πανό που υψώθηκε πρόσφατα σε διαδήλωση, με το σύνθημα «Δεν γράφουμε κάτι για να μη μας πιάσουν!»». Ενιωσε για πρώτη φορά στην καθημερινότητά της την ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων με αφορμή το θέμα των οκτώ Τούρκων. Η ελληνική καταγωγή της προκάλεσε αντιδράσεις και ερωτήματα όταν βρέθηκε σε παρέα Τούρκων, ακόμη και στο λεωφορείο. «Δεν αντιμετωπίζω ιδιαίτερη συμπεριφορά, ούτε ακούω συγκεκριμένα σχόλια με αφορμή την ελληνική καταγωγή μου το τελευταίο διάστημα. Αντίθετα, όταν έγινε γνωστή η υπόθεση με τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που ζήτησαν άσυλο στην Ελλάδα, θυμάμαι ότι οι ντόπιοι μού έλεγαν συχνά: «Γιατί δεν προχωράτε στην έκδοσή τους στην Τουρκία;». Ηταν πολύ έντονο τότε. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μεγάλη διαφορά στην προτεραιότητα που έχουν τα ελληνοτουρκικά θέματα στην Ελλάδα σε σχέση με την Τουρκία. Εδώ η όποια ένταση σχέσεων των δύο χωρών περνάει στα ψιλά γράμματα, στην Ελλάδα ξέρω ότι γίνεται μεγάλο θέμα».
    Οι Τούρκοι στις 24 Ιουνίου θα βρεθούν στις κάλπες για έκτη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, μια διαδικασία που η Φωτεινή αποτιμά πλέον ως «πολιτική ρουτίνα»: «Ο κόσμος δεν νομίζω ότι περιμένει κάποια αλλαγή. Εχουν γίνει τόσες απανωτές εκλογές και οι εξελίξεις διαδέχονται τόσο γρήγορα η μία την άλλη σε διάφορα μέτωπα που απασχολούν τη χώρα, που εκείνο το οποίο ενδιαφέρει τον κόσμο είναι η επιβίωσή του. Επιπλέον, όταν για οποιαδήποτε αντίδραση το σλόγκαν που κυκλοφορεί περιορίζεται στο «είσαι εχθρός της δημοκρατίας ή πραξικοπηματίας», τι αντανακλαστικά μπορεί να δημιουργήσει στον μέσο πολίτη;». Οπως οι Ελληνες έτσι και οι Τούρκοι βασίζονται στο συναίσθημα. Ο Ερντογάν δεν είναι τυχαία ο ισχυρός ηγέτης μιας αχανούς χώρας με δεκάδες ανοιχτά ζητήματα: «Είναι χαρισματικός ο Ερντογάν. Μένεις με το στόμα ανοιχτό όταν μιλάει στον κόσμο. Ξέρει ακριβώς πώς να χειριστεί το θυμικό του λαού. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποιος αντίπαλος που να μπορεί να τον συναγωνιστεί. Αυτός είναι ένας από τους λόγους της παντοδυναμίας του».
    Αννα Ανδρέου,
    47 ετών, δημοσιογράφος
    Ανταποκρίτρια του τηλεοπτικού σταθμού Ρικ στην Κύπρο, του Star Channel στην Ελλάδα και του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων, κλείνει εφέτος 14 χρόνια στην Τουρκία με την ιδιότητα της δημοσιογράφου. «Ανέκαθεν με ενδιέφεραν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό. Αρχικός μου σκοπός ήταν να ζήσω στην Τουρκία για ένα-δυο χρόνια προκειμένου να μάθω τη γλώσσα. Είχα επιδιώξει πολλές φορές να έρθω, το κυπριακό διαβατήριό μου όμως δεν το επέτρεπε, μέχρι το 2004 που ψηφίστηκε νόμος υπέρ των κύπριων πολιτών». Οι σπουδές Διεθνών Σχέσεων, ειδικότερα όμως η πολυετής παραμονή της στην Τουρκία, δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην εικόνα που μεταφέρει για την κρίση των ημερών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. «Η Ελλάδα δεν αποτελεί απειλή για την Τουρκία. Μπορεί να εκφράζονται εθνικιστικές κορόνες για ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο ή τη μειονότητα στη Θράκη, σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αποτελούν θέμα που απασχολεί τον μέσο πολίτη ή τα μέσα ενημέρωσης. Το ίδιο ισχύει για τα σενάρια πολεμικής αντιπαράθεσης που επικρατούν στην Ελλάδα. Δεν είναι παράλογο ότι στην Ελλάδα υπάρχει τέτοιο κλίμα. Για την Ελλάδα και την Κύπρο η πρώτη απειλή είναι η Τουρκία. Για την Τουρκία  μεγαλύτερη απειλή είναι οι Κούρδοι».
    Το θέμα των οκτώ στρατιωτικών, ωστόσο, όχι μόνο απασχόλησε τους Τούρκους, αλλά δημιούργησε και ένα ενωτικό κλίμα μεταξύ υποστηρικτών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. «Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι πρέπει να επιστραφούν στην Τουρκία. Οταν μάλιστα σε καθημερινές συζητήσεις προκύπτει το θέμα των δύο ελλήνων στρατιωτών, η γνώριμη απάντηση είναι: «Καλά, οι Ελληνες γιατί δεν επιστρέφουν τους οκτώ;». Το ίδιο ισχύει και για το θέμα των 18 ελληνικών νησιών που «διεκδικεί» η Τουρκία. Ναι, οι Τούρκοι σε αυτά τα θέματα είναι εμφανέστατα υπέρ της εθνικής γραμμής, σε καμία περίπτωση όμως δεν παθιάζονται με τον τρόπο των Ελλήνων». Θυμάται το πρωί της 16ης του περασμένου Απρίλιου. Μία ημέρα που δεν ξημέρωσε γαλήνια για τα ελληνοτουρκικά, με τη δημοσιοποίηση μιας πληροφορίας που το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Αμυνας δεν επιβεβαίωσε ποτέ. «Η μόνη είδηση που έγινε πρώτο θέμα στα τουρκικά μέσα ήταν το ζήτημα με την ελληνική σημαία που τούρκοι κομάντος κατέβασαν από ελληνική βραχονησίδα τον περασμένο Απρίλιο. Θυμάμαι ότι η ανακοίνωση έγινε σε εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο, νωρίς το πρωί, από τον πρωθυπουργό της χώρας, Μπιναλί Γιλντιρίμ. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό που συνέβη. Τα ελληνοτουρκικά θέματα σπάνια απασχολούν την επικαιρότητα και μάλιστα ως πρώτο θέμα που προβάλλεται όλη την ημέρα.
    Ανησύχησα. Σκέφτηκα ότι τα πράγματα δεν είναι καλά. Μέχρι που έπεσαν πάλι οι τόνοι».
    Φίλοι, γνωστοί αλλά άγνωστοι τη ρωτούν αν είναι ασφαλές να ταξιδέψουν στην Τουρκία, με αφορμή τις επικείμενες εκλογές. Σύμφωνα με πληροφορίες της, μάλιστα, η ροή ελλήνων ταξιδιωτών έχει σχεδόν μηδενιστεί για τον Ιούνιο και ειδικά όσον αφορά τις ημερομηνίες κοντά στις εκλογές, υπό τον φόβο αναστάτωσης. «Το ενδιαφέρον των Τούρκων είναι τόσο έντονο όσο σε καμία άλλη εκλογική αναμέτρηση. Ο λαός έχει χωριστεί περισσότερο από ποτέ υπέρ ή κατά του Ερντογάν. Είναι χαρακτηριστική η συνεργασία κομμάτων που δεν έχουν καμία ιδεολογική σχέση μεταξύ τους. Ακροδεξιοί, ισλαμιστές και αριστεροί έχουν συνασπιστεί εναντίον του Ερντογάν. Πιστεύω ότι θα επανεκλεγεί στον δεύτερο γύρο. Δεν θα εκπλαγώ όμως και με το αντίθετο αποτέλεσμα, με ένα οριακό ποσοστό ήττας του».

    Γιάννης Γκαλίτσης,
    68 ετών, ξεναγός
    Με απολαυστική πολίτικη προφορά και πηγαίο χιούμορ, αποδεικνύεται ένας δεινός διπλωμάτης στη συνομιλία. «Μιλάω καλύτερα ελληνικά από τους Ελληνες και καλύτερα τουρκικά από τους Τούρκους». Δηλώνει Ρωμιός, γέννημα θρέμμα Κωνσταντινουπολίτης. Εργάζεται ως ξεναγός και γνωρίζει με ακρίβεια τα κατατόπια της πόλης του. Με την ίδια ακρίβεια ελίσσεται με επιτυχία και δίνει προσεκτικές απαντήσεις καθώς υπενθυμίζει συχνά – μάλλον άστοχα – ότι οι ερωτήσεις κρύβουν παγίδες. «Οι Ελληνες αντιδρούν κάτι παραπάνω από υπερβολικά στις τουρκικές προκλήσεις. Η κλασική ερώτηση που δέχομαι τελευταία από φίλους και συγγενείς που ζουν στην Ελλάδα είναι «πώς τα πάτε εκεί με τον Ερντογάν;» με σαφώς ειρωνική διάθεση. Αντίθετα, πριν από περίπου μία εξαετία, στο ξεκίνημα της ελληνικής οικονομικής κρίσης, η πιο συχνή ατάκα που άκουγα από Ελληνες ήταν: «Μακάρι να είχαμε κι εμείς έναν Ερντογάν!»». Επιβεβαιώνει με τη σειρά του τη διαφορά μεταξύ των δύο χωρών στην ερμηνεία της ελληνοτουρκικής κρίσης. «Η έντονη ατμόσφαιρα που επικρατεί στην Ελλάδα για την κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αποτυπώνεται στην Τουρκία. Στην Ελλάδα έχουν λάβει δραματική διάσταση τα γεγονότα. Εδώ δεν φαίνεται να συγκινούν την κοινή γνώμη. Τη μεγαλύτερη ανησυχία προκάλεσαν οι οκτώ αξιωματικοί που ζήτησαν πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Αντίθετα, σχεδόν αθόρυβα αντιμετωπίστηκε το θέμα με τη σύλληψη των δύο ελλήνων στρατιωτών. Η ανάλυση του μέσου τούρκου πολίτη έχει ως εξής: Με ποιο δικαίωμα ο ξένος στρατιωτικός εισέρχεται σε ξένο έδαφος ενώ γνωρίζει την ευαισθησία του χώρου και σε τι αποσκοπεί αυτή η κίνηση;».
    Δηλώνει κάθετος στα τρομολαγνικά σενάρια ενδεχόμενης πολεμικής σύρραξης και αναπτύσσει μια καινοφανή θεωρία: «Θεωρώ ακραία, τεχνητά και στημένα τα σενάρια που σχετίζονται με πολεμικές διαθέσεις. Μια προσπάθεια για να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση έχει φουντώσει το κλίμα της αντιπαράθεσης. Στην Τουρκία κανείς δεν ασχολείται στην καθημερινότητά του με το θέμα αυτό. Δεν γίνεται η παραμικρή νύξη. Είναι λάθος η πολιτική προσέγγιση της Ελλάδας στα ελληνοτουρκικά θέματα».
    Οσο για τις επικείμενες εκλογές, παρατηρεί για πρώτη φορά το έντονο ενδιαφέρον για συμμετοχή των πολιτών στις κάλπες, όπως και την ενισχυμένη επιρροή της αντιπολίτευσης. «Είναι οι πιο σημαντικές εκλογές που έχουν γίνει στην Τουρκία. Θα προσανατολίσουν το μέλλον και τον τρόπο διοίκησης της χώρας. Η μεσαία και η ανώτερη τάξη δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα. Από την άλλη, ο τουρκικός λαός δεν ασχολείται ιδιαίτερα με την πολιτική. Αποφεύγουν να εκφράσουν τις πολιτικές τους απόψεις. Αυτό το διάστημα μόνο, λίγο προτού φτάσουν στις κάλπες, εκτονώνουν τα πολιτικά τους συναισθήματα. Ο μέσος τούρκος ψηφοφόρος ψηφίζει βάσει συναισθήματος, βάσει προσώπου, όχι βάσει ιδεολογίας. Ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης έχει αφήσει προεκλογικά, για πρώτη φορά, το στίγμα του και είναι ικανός, όπως φαίνεται, να οδηγήσει τα πράγματα στην κόψη του ξυραφιού».
    Αναγνωρίζει τις αρετές του Ερντογάν, επισημαίνει τις προσπάθειες που κατέβαλε υπέρ της ελληνικής μειονότητας στην αρχή της πορείας του, αλλά και την παραίτηση από αυτές στη συνέχεια και εξηγεί πως η επιθετική πολιτική κατά της Ελλάδας που ακολουθεί ο τούρκος πρόεδρος είναι ξεκάθαρα ζήτημα εσωτερικής κατανάλωσης. Με οποιοδήποτε κόστος όμως; «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα!». Η συνομιλία θα κλείσει και η τελευταία φράση θα περιγράψει ακόμη και όσα δεν ειπώθηκαν ανοιχτά: «Δεν θέλω να τοποθετηθώ πολιτικά. Με ενδιαφέρει να μεταφέρω μόνο το κλίμα».
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 17 Ιουνίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino