• Αναζήτηση
  • Ερίκ Βυϊγιάρ: Με το γράψιμο κυνηγάμε μια αλήθεια που μας διαφεύγει

    Ο Ερίκ Βυϊγιάρ διάβασε για πρώτη φορά τα απομνημονεύματα του Ουίνστον Τσόρτσιλ για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ήταν νέος.

    Εric Vuillard
    Ημερήσια διάταξη
    Μετάφραση Μανώλης Πιμπλής
    Εκδόσεις Πόλις, 2018
    σελ. 160, τιμή 14 ευρώ
    Ο Ερίκ Βυϊγιάρ διάβασε για πρώτη φορά τα απομνημονεύματα του Ουίνστον Τσόρτσιλ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ήταν νέος. Πριν από μερικά χρόνια, ωστόσο, ένας φίλος τού τα έκανε δώρο χωρίς να ξέρει ότι είχαν ήδη πέσει στα χέρια του. Διατρέχοντας πάλι τις σελίδες διαπίστωσε ότι μερικές σκηνές, στις οποίες τότε δεν είχε δώσει την παραμικρή προσοχή, άρχισαν σταδιακά να κλονίζουν τα όσα είχε μάθει για εκείνη την περίοδο.
    «Κάπως έτσι, το αποχαιρετιστήριο γεύμα που οργάνωσε ο Τσάμπερλεν προς τιμήν του Ρίμπεντροπ, στις 12 Μαρτίου 1938, και που θα μπορούσε να φανεί ήσσονος σημασίας, τράβηξε αίφνης την προσοχή μου. Στη μέση του φαγητού, ο Τσάμπερλεν λαμβάνει ένα σημείωμα του Φόρεϊν Οφις που τον ενημερώνει για την είσοδο του γερμανικού στρατού στην Αυστρία. Αλλά παρά τη σημασία της είδησης, ο Τσάμπερλεν παραμένει στο τραπέζι, δεν εγκαταλείπει τους καλεσμένους του και δεν διακόπτει τον Ρίμπεντροπ, του οποίου η φλυαρία κάνει το γεύμα ατελείωτο. Πρόκειται a priori για μια ασήμαντη σκηνή, λίγο αλλόκοτη, που, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει να μην έχει μεγάλες συνέπειες. Παρ’ όλα αυτά, όταν τη διαβάζουμε υπάρχει κάτι που μας ενοχλεί, αυτή η περίεργη ευγένεια του Τσάμπερλεν, μα θα μπορούσαμε το ίδιο εύκολα να την προσπεράσουμε, να γυρίσουμε σελίδα και να την ξεχάσουμε» είπε στο «Βήμα» ο 50χρονος γάλλος συγγραφέας που, ευτυχώς, είχε πλέον μεγαλώσει και ήταν αρκούντως υποψιασμένος στη δεύτερη ανάγνωση. 
    «Χρειάστηκε να γράψω αυτή τη σκηνή για να την κατανοήσω καλύτερα. Η γραφή επιτρέπει να αντιληφθείς πόσο κρατάει αυτός ο χρόνος, να νιώσεις αυτή την περίεργη, παρατεινόμενη φλυαρία. Πολύ περισσότερο από μια αυτοσχέδια σκέψη, η γραφή δίνει το πραγματικό μέτρο του ακραίου παραλογισμού αυτής της σκηνής. Απελευθερώνει το εν δυνάμει κωμικοτραγικό στοιχείο της. Η γλώσσα είναι ένα ευαίσθητο έδαφος και η υπερβάλλουσα ευγένεια του Τσάμπερλεν δείχνει ξαφνικά παράξενη, ανάρμοστη. Ο άγγλος πρωθυπουργός δεν συντομεύει το γεύμα παρά το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή λαμβάνει χώρα στρατιωτική επίθεση. Αυτή η τόσο μεγάλη ευγένεια, που παραβλέπει το εθνικό συμφέρον, είναι χαρακτηριστικό ενός ιδιαίτερου υποκειμενισμού, του υποκειμενισμού μιας ευρωπαϊκής ελίτ αλαζονικής και τυφλής. Και αυτή η ευγένεια είναι έτσι συνεπής με την πολιτική κατευνασμού του Τσάμπερλεν. Υπάρχει ένα στενό πέρασμα που ξεκινάει από αυτά που μπορεί να πει η λογοτεχνία και που οδηγεί στη μεγάλη Ιστορία». Κάπως έτσι απάντησε ο Ερίκ Βυϊγιάρ όταν τον ρωτήσαμε ποιο ήταν το σημείο εκκίνησης για να συνθέσει την «Ημερήσια διάταξη» που του χάρισε το Bραβείο Goncourt 2017, την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση της Γαλλίας.
    Στο επίκεντρο αυτού του σύντομου αλλά απολαυστικού βιβλίου βρίσκεται το παρασκήνιο της προσάρτησης της Αυστρίας (Anschluss) στο Τρίτο Ράιχ το 1938. Η αφήγησή του όμως ξεκινάει πέντε χρόνια νωρίτερα, από μια μυστική σύσκεψη στο Βερολίνο ανάμεσα στους επικεφαλής της γερμανικής βιομηχανίας (μεταξύ αυτών οι Κρουπ, Ζίμενς και Οπελ) και στα κορυφαία στελέχη της ναζιστικής γραφειοκρατίας…
    Η «Ημερήσια διάταξη» δεν είναι ούτε ιστορία, ούτε μυθοπλασία, αλλά ένα αφήγημα που κινείται σ’ έναν ενδιάμεσο χώρο. Η γραφή σας είναι περισσότερο μια αναδιάταξη των γεγονότων. Πρόκειται για μια άλλη σκηνοθεσία του παρελθόντος;
    «Στις πράξεις και στα λόγια των ηγετών μας αντιλαμβανόμαστε καθαρά ότι κυριαρχεί ένα στοιχείο σκηνοθεσίας. Οι ενέργειές τους εμπεριέχουν κάτι το γελοίο και αρκετά επώδυνο. Αλλά μόλις σκεφτούμε κάτι τέτοιο, η γνώση αυτή εξαϋλώνεται, η απόσταση τους προσδίδει αμέσως κάποιου είδους επισημότητα. Ξεχνάμε την κενότητα του στόμφου τους, η τήρηση απόστασης τους καθιστά αξιοπρεπείς. Με το αφήγημα επιθυμώ να μένω πιστός στα γεγονότα, να στηρίζομαι σε ντοκουμέντα, αλλά δυσπιστώ απέναντι σε ορισμένες μορφές απόστασης. Σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπως το δικό μας, όπου οι ανισότητες αυξάνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, η αποστασιοποίηση και η αποκοπή μπορούν επίσης να κρύβουν μία περισπούδαστη μορφή περιφρόνησης».

    Δύο πράγματα έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον εδώ: η διαχείριση των λεπτομερειών και το μοντάζ, ο τρόπος δηλαδή που οργανώνεται το υλικό σας. Λέτε μάλιστα ότι στην τέχνη της αφήγησης τίποτα δεν είναι τυχαίο…
    «Ενα είδος ανάγνωσης που αφήνει χώρο στην πρώτη εντύπωση επιτρέπει να σταθεί κανείς στα ξακρίδια της παρατήρησης, στα αποσπάσματα όπου κάτι αποτελεί παραφωνία, εκεί που αισθανόμαστε μια φευγαλέα ενόχληση, ένα αόριστο αίσθημα εξαπάτησης, αδεξιότητας. Το γεύμα του Τσάμπερλεν που προανέφερα είναι αυτής της φύσης, και αν το απόσπασμα μοιάζει ασήμαντο είναι επειδή το σημαντικό δεν είναι αυτό που συμβαίνει, αλλά αυτό που δεν συμβαίνει. Το μοντάζ αυτών των σκηνών επιτρέπει, κεφάλαιο το κεφάλαιο, να παραμένεις όσο γίνεται περισσότερο προσδεδεμένος στα έγγραφα, χωρίς ποτέ να τα συμπληρώνεις με τη φαντασία. Το νόημα του βιβλίου αναδύεται αργά, το παράγει η διάρθρωση των γεγονότων».
    Γράφετε ότι «συχνά στις μεγάλες καταστροφές οδηγούμαστε με μικρά βήματα». Με δεδομένη τη βιβλιογραφία σας, αναρωτιέμαι: γιατί επισκέπτεστε τόσο συστηματικά την Ιστορία μέσω αυτής της γραφής; Υπάρχει κάποιο βασικό κίνητρο;
    «Το γράψιμο είναι ένας τρόπος να κυνηγάμε μια αλήθεια που μας διαφεύγει. Γι’ αυτό και στον Ζολά η φτώχεια δεν είναι πια πεπρωμένο, είναι μια ακολουθία γεγονότων, συμφορών, είναι το αποτέλεσμα των δοκιμασιών της κοινωνικής ζωής. Στο βιβλίο «Η Ταβέρνα», η ζωή της Ζερβέζ δεν αποτελεί κάτι το μοιραίο, είναι ένα σύνολο περιστάσεων, συμβάντων. Για να μας κάνει να το αντιληφθούμε, ο Ζολά συνθέτει μια πολύ απλή, μπανάλ ιστορία, μια μητέρα μόνη, με δύο παιδιά, συναντά έναν φιλότιμο στεγοποιό, ο εργάτης πέφτει, για κακή του τύχη, από μια στέγη και έπειτα βρίσκει παρηγοριά στο αλκοόλ και ολόκληρη η οικογένεια βυθίζεται στη φτώχεια. Αυτό είναι που μπορεί να κάνει η γραφή, να διηγηθεί, να ακολουθήσει όσο πιο μακριά μπορεί την καμπύλη των βαθιών πραγματικοτήτων».
    Γράφετε, επίσης, ότι «η Ιστορία είναι θέαμα». Βλέπετε άραγε με τον ίδιο διαπεραστικό τρόπο και την καθημερινότητά σας ή την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα της Γαλλίας ή της Ευρώπης;
    «Η εκτίμηση ενός γεγονότος είναι ζήτημα κλίμακας. Αν λ.χ. το δεις από απόσταση, η υποτιθέμενη «διάσωση της Ελλάδας» από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποτελεί μια σειρά από μεγάλα επεισόδια. Αλλά αν το δεις από πιο κοντά, αν δεις τις συνεδριάσεις των υπουργών της ευρωζώνης, τις συγκεκριμένες μυστικές τραπεζικές διαπραγματεύσεις, η επισημότητα διαλύεται πολύ γρήγορα. Η ειρωνεία είναι τότε απαραίτητη, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας: τα χτυπήματα στην πλάτη με εκείνο το μαφιόζικο στυλ, τα κοστούμια των υψηλόβαθμων στελεχών, οι στημένες φωτογραφίες με τα μεγάλα χαμόγελα. Και πάντα μια φωνούλα να ψιθυρίζει ότι κανείς δεν τρώει κουτόχορτο».
    Στο βιβλίο σας ο χρόνος είναι ένα συνεχές. Η θεματολογία του σχετίζεται με κάποιον συγκεκριμένο προβληματισμό πάνω στο σήμερα; Ψάχνουμε απαντήσεις στο παρελθόν. Μήπως όμως τα ερωτήματα τα θέτει πάντοτε το παρόν;
    «Τα γεγονότα δεν λαμβάνουν χώρα ποτέ δύο φορές, κανείς δεν το αγνοεί αυτό, αλλά υπάρχουν ωστόσο συνέχειες, αλλιώς ο χρόνος θα διακοπτόταν και οι συνειδήσεις μας θα καταργούνταν, θα κατακερματίζονταν. Τα δύο πρώτα κεφάλαια της «Ημερήσιας διάταξης» αφηγούνται τη συνάντηση της 20ής Φεβρουαρίου 1933, στη διάρκεια της οποίας είκοσι τέσσερις από τους μεγαλύτερους γερμανούς βιομηχάνους χρηματοδότησαν ομόθυμα το ναζιστικό κόμμα στις τελευταίες εκλογές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Συμμετείχαν έτσι στην κατάλυση της Δημοκρατίας. Εκτοτε, η ισχύς του κόσμου της οικονομίας δεν σταμάτησε να αυξάνει και να συγκεντρώνεται. Και Μοντεσκιέ της δεκάρας να είσαι, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, ότι η συγκέντρωση της εξουσίας είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, ότι από τη φύση της θα θέλει να βάλει χέρι στις άλλες εξουσίες και να καθυποτάξει το υπόλοιπο της κοινωνίας.
    Αν η λογοτεχνία έχει πράγματι τη φιλοδοξία να μας προσφέρει μια πιστή απεικόνιση του κόσμου, γιατί διαφορετικά δεν έχει και πολύ νόημα, αν η γραφή έχει ως στόχο να φωτίσει τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής ή, για να επαναλάβω τα λόγια του Βικτόρ Ουγκό, εάν επιδιώκει «να κάνει την ιστορία να ομολογήσει», μια λογοτεχνία που, σε αυτό το περιβάλλον ανισοτήτων και συγκέντρωσης της οικονομικής εξουσίας, θα απωθούσε την πραγματικότητα, θα ήταν μια καθαρά γραφική λογοτεχνία».
    Γιατί υπάρχει, εσχάτως, τόσο έντονο συγγραφικό ενδιαφέρον στη Γαλλία για τον Β’ Παγκόσμιο Πολέμο, τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα; Πώς το εξηγείτε εσείς;
    «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ολοκαύτωμα έχουν αναδιαμορφώσει τη σχέση μας με τη γνώση, με τα ηθικά και πολιτικά προβλήματα, είναι λοιπόν φυσιολογικό να επιστρέφουν σε αυτά συγγραφείς ή δοκιμιογράφοι. Το παρόν κοιτάζει τον εαυτό του από το παρελθόν, που σου νεύει. Και όταν σήμερα αναρωτιόμαστε για τον δικό μας ρόλο, για την ψευδή συνείδηση που ίσως έχουμε περί της στάσης μας, για την κακοπιστία μας, το κάνουμε πάντα με ορίζοντα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακούμε πάντα – πίσω από το σύγχρονο ερώτημα: τι μπορώ να ξέρω εγώ; – μια ακόμα φωνούλα που ψιθυρίζει: τι ήξεραν αυτοί;».
    Αναμένουμε και την ελληνική μετάφραση του βιβλίου σας «14η Ιουλίου». Σε αυτό τι είχατε κατά νου; Μια ιστορία των πολλών «από τα κάτω», μια απαραίτητη πολυφωνία που δεν καταγράφεται στην επίσημη Ιστορία;
    «Η άλωση της Βαστίλλης άνοιξε μια περίοδο που θα άλλαζε βαθιά την πορεία της Ιστορίας. Με αυτήν μπαίνουν στη σκηνή οι πολλοί, και με τη σειρά του το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα εισάγει το πλήθος στα βιβλία, το όνομα αυτής της ανάδυσης είναι «Η ανθρώπινη κωμωδία». Αυτό χαλάει την παλιά φόρμα και οδηγεί στην εμφάνιση του μοντέρνου μυθιστορήματος. Αλλά η ελίτ που καταλαμβάνει την εξουσία χαράζει αμέσως το δικό της έπος πάνω στην επική εκλιπούσα. Αυτό είναι ακριβώς το μυθιστόρημα, ο θρίαμβος κάποιων συμφερόντων εν μέσω των πολυπληθέστερων άλλων. Το μυθιστόρημα σηματοδοτεί ένα είδος εξαπάτησης, εμπαιγμού. Στα χαρτιά, ο καθένας μπορεί να γίνει κάποιος, ανάλογα με την αξία του, την αποφασιστικότητά του. Στην πράξη, οι βασικοί μυθιστορηματικοί χαρακτήρες πίνουν το πικρό ποτήρι της ήττας τους. Το Βildungsroman δεν είναι τίποτα άλλο παρά τούτη η οδυνηρή μύηση: η ζωή είναι φτιαγμένη στα μέτρα λίγων μόνο, οι υποσχέσεις της επανάστασης προδόθηκαν, οι επιθυμίες της νεολαίας δεν θα εκπληρωθούν παρά με αντίτιμο τους πιο θλιβερούς συμβιβασμούς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η λογοτεχνία εγγράφεται έκτοτε στην κατηγορία: «Χαμένα Ονειρα». Αλλά αν η εξουσία βρίσκεται αναμφίβολα στα χέρια λίγων, η Ιστορία παράγεται, αναμφίβολα επίσης, από όλους. Στις σημερινές περιστάσεις, που είναι απρόβλεπτες και αφήνουν γεύση στυφή, μου φάνηκε χρήσιμο να αφηγηθώ μια λαϊκή εξέγερση δίχως αρχηγό, δίχως υποκινητή, όπως πράγματι ήταν η 14η  Ιουλίου 1789. Ακόμη περισσότερο που υπάρχουν αρχεία και που, με αφετηρία τα θραύσματα ορισμένων δράσεων, με αφετηρία ένα πλήθος από ονόματα και ενέργειες, τα ίχνη των οποίων διασώζονται ακόμα, ήταν δυνατόν να επιχειρήσω να γράψω κάτι για το οποίο η λογοτεχνία δεν είναι φτιαγμένη αλλά το οποίο είναι, πιστεύω, η κρυφή της επιθυμία: μια συλλογική αφήγηση».
    Ο συντάκτης ευχαριστεί θερμά τον μεταφραστή Μανώλη Πιμπλή για τη συμβολή του στη δημοσίευση της συνέντευξης.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία