• Αναζήτηση
  • Διαχείριση της μιζέριας

    Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των μνημονίων είναι χωρίς αμφιβολία η τάξη που έχει μπει στα δημοσιονομικά. Υστερα από δεκαετίες συνεχόμενων ελλειμμάτων, την τετραετία 2014-2017, η χώρα, με μοναδική εξαίρεση το 2015, το έτος της πολυδάπανης «διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη», πέτυχε για τρία έτη πρωτογενές πλεόνασμα

    Διαχείριση της μιζέριας | tovima.gr
    Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των μνημονίων είναι χωρίς αμφιβολία η τάξη που έχει μπει στα δημοσιονομικά. Υστερα από δεκαετίες συνεχόμενων ελλειμμάτων, την τετραετία 2014-2017, η χώρα, με μοναδική εξαίρεση το 2015, το έτος της πολυδάπανης «διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη», πέτυχε για τρία έτη πρωτογενές πλεόνασμα. Το επίτευγμα αυτό είναι αποτέλεσμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επέβαλαν στις ελληνικές κυβερνήσεις οι πιστωτές με τα μνημόνια. Επιπλέον, συνέβαλε σημαντικά στο να μειωθεί ο δανεισμός, καθώς για να καλυφθούν τα ελλείμματα η χώρα κατέφευγε στη χρηματοδότηση από τις αγορές.
    Βεβαίως, η τάξη στα δημοσιονομικά καλύτερα θα ήταν να είχε επιτευχθεί ως αποτέλεσμα ενός ελληνικού σχεδίου που θα ανταποκρινόταν στις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και όχι ως αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές. Διότι η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων χρησιμοποιήθηκε ως ένα εργαλείο στη ατελείωτες διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς.
    Ετσι, καταλήξαμε στα υπερπλεονάσματα. Για να απαλλαγεί η κυβέρνηση από τη συνεχή πίεση των δανειστών και την εξάρτησή της από τη χρηματοδότηση των εταίρων, χρησιμοποίησε τα υπερπλεονάσματα αφενός για να χτίσει ένα μαξιλάρι που θα της επέτρεπε να διαπραγματευθεί χωρίς την πίεση της δόσης και αφετέρου για να μπορέσει να ικανοποιήσει κάποιες από τις υποσχέσεις της, όπως για παράδειγμα η έκτακτη βοήθεια στους χαμηλοσυνταξιούχους. Η επιλογή αυτή όμως δεν ήταν ανέξοδη.
    Για να πετύχει τα υπερπλεονάσματα κατέφυγε στην υπερφορολόγηση. Το 2016 και το 2017 τα δημόσια έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές ήταν περί τα 5 δισ. ευρώ περισσότερα από τα προηγούμενα έτη της κρίσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν ύψους 80 δισ. ευρώ από 75 δισ. ευρώ που ήταν προηγουμένως και διαμορφώθηκαν στα επίπεδα του 45% του ΑΕΠ. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat η χώρα να επιτύχει το 2017 πρωτογενές πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ αντί 1,75% που ήταν ο στόχος. Δηλαδή το πλεόνασμα ήταν μεγαλύτερο κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
    Είναι προφανές ότι οι πόροι αυτοί που κατέληξαν στο Δημόσιο Ταμείο έλειψαν από την οικονομία. Αν αντί για το κράτος είχαν κατευθυνθεί στην αγορά, το αποτέλεσμα στον ρυθμό ανάπτυξης θα ήταν διαφορετικό. Σύμφωνα με υπολογισμούς οικονομολόγων, αν ο πολλαπλασιαστής είναι 0,5, τότε ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας θα μπορούσε να ήταν το 2017 υψηλότερος κατά 1,2%-1,3%, δηλαδή να είχε διαμορφωθεί περί το 2,7%-2,8%.    
    Αυτό θα είχε προσδώσει άλλη δυναμική στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία εκτιμάται ότι θα επιδρούσε πολλαπλασιαστικά στην ανάπτυξη και θα διευκόλυνε τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια, όπως έχει δεσμευθεί η χώρα. Δυστυχώς όμως η επιλογή της υπερφορολόγησης για την επίτευξη υπερπλεονασμάτων, έτσι ώστε η χώρα να αποκτήσει ένα μαξιλάρι που θα της επιτρέψει να διαπραγματεύεται με μεγαλύτερη άνεση, στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαχείριση μιας μίζερης κατάστασης που δεν επιτρέπει στην οικονομία να ανασάνει και να κάνει το «ξεπέταγμα» που θα οδηγούσε σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες