• Αναζήτηση
  • Ο Φίλιπ Ροθ μέσα από τις συνεντεύξεις του στο «Βήμα»

    «Οταν γράφω μυθοπλασία, μου λένε ότι αυτοβιογραφούμαι· όταν αυτοβιογραφούμαι, μου λένε ότι γράφω μυθοπλασία. Αφού λοιπόν εγώ δεν το πιάνω τόσο καλά και εκείνοι είναι τόσο έξυπνοι, ας αποφασίσουν κι ας μου πουν οι ίδιοι». Κάπως έτσι, με ειρωνική οργή και ακλόνητη αυτοπεποίθηση, απαντούσε ο πολυγραφότατος Φίλιπ Ροθ στις διάφορες επικρίσεις ότι με τα βιβλία του άλλο δεν έκανε παρά να πλαστογραφεί τον εαυτό του.

    ΤοΒΗΜΑ Team
    «Οταν γράφω μυθοπλασία, μου λένε ότι αυτοβιογραφούμαι· όταν αυτοβιογραφούμαι, μου λένε ότι γράφω μυθοπλασία. Αφού λοιπόν εγώ δεν το πιάνω τόσο καλά και εκείνοι είναι τόσο έξυπνοι, ας αποφασίσουν κι ας μου πουν οι ίδιοι». Κάπως έτσι, με ειρωνική οργή και ακλόνητη αυτοπεποίθηση, απαντούσε ο πολυγραφότατος Φίλιπ Ροθ στις διάφορες επικρίσεις ότι με τα βιβλία του άλλο δεν έκανε παρά να πλαστογραφεί τον εαυτό του.
    Στην πραγματικότητα, ακόμα κι όταν αποφάσιζε να απαντήσει σε τέτοιες επιφανειακές προσεγγίσεις, φαίνεται πως δεν τον απασχολούσαν καθόλου. Διότι ο ίδιος είχε απόλυτη συναίσθηση ότι αυτό που έκανε για μισό και πλέον αιώνα με τη γραφή – την οποία θεωρούσε μια καθημερινή προσωπική πάλη – ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο και εκλεπτυσμένο, ήταν λογοτεχνία πρώτης γραμμής. Οσοι, επί παραδείγματι, έχουν διαβάσει ένα μόνο από τα εννέα βιβλία του όπου αφηγητής είναι το διασημότερο alter ego του, ο Νέιθαν Ζούκερμαν, δεν χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις. Ο Φίλιπ Ροθ, μέσα από ένα πλήθος δημιουργικών μεταμορφώσεων, διερεύνησε συστηματικά και θαρραλέα τι σημαίνει να είσαι άντρας, καλλιτέχνης, Αμερικανός και Εβραίος.
    Ο διακεκριμένος συγγραφέας, γεννημένος το 1938 στη Νέα Υόρκη, ένας από τους τελευταίους τιτάνες της παγκόσμιας πεζογραφίας, ικανότατος για την πιο μαύρη κωμωδία και συγχρόνως το πιο βουβό δράμα, πέθανε το βράδυ της Τρίτης 22 Μαΐου  σε ένα νοσοκομείο του Μανχάταν. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει στην ηλικία των 85 ετών. Το 2012 είχε ανακοινώσει επισήμως την απόσυρσή του από την ενεργό δράση. Ηταν το αξιοπρεπέστατο τέλος μιας τεράστιας και λαμπρής καριέρας που είχε και τους πονοκεφάλους της, ας όψονται ο θρησκευτικός φανατισμός, η πολιτική ορθότητα και ο ευερέθιστος φεμινισμός.
    Δίκαια πάντως απέσπασε όλες τις κορυφαίες διακρίσεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Την ύψιστη σε διεθνές επίπεδο, το Βραβείο Νομπέλ, η Σουηδική Ακαδημία τού την αρνήθηκε. Στις ΗΠΑ όμως, η λογοτεχνία του Φίλιπ Ροθ, η οποία καλύπτει το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα και την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου, έχει περάσει στην αθανασία ήδη από το 2005. Τότε έγινε μόλις ο τρίτος εν ζωή συγγραφέας (μετά τον νομπελίστα Σολ Μπέλοου και τη Γιουντόρα Γουέλτι) το έργο του οποίου περιλήφθηκε στην περίφημη Library of America. Με αφορμή τον θάνατό του, «Το Βήμα» θυμάται τις συνεντεύξεις που έδωσε στο περιοδικό BHMAgazino και στη δημοσιογράφο Μαριλένα Αστραπέλλου. Η τελευταία τον συνάντησε και συνομίλησε μαζί του δύο φορές, το 2010 και το 2012.

    Τα παιδικά χρόνια

    «Ημουν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος και 12 όταν τελείωσε. Μεγάλωσα στο Νιούαρκ…. Δεν είχαμε λεφτά. Μόνο όσα χρειάζονταν. Στα 16 μου επαναστάτησα. Αρχισαν οι άγριοι καβγάδες με τον πατέρα μου. Εφυγα για το πανεπιστήμιο, επτά ώρες μακριά. Ηταν υπέροχα! Μετά δίδαξα στις μεσοδυτικές Πολιτείες».

    Η οικογένεια

    «Με τον πατέρα μου μαλώναμε επειδή φοβόταν, τον είχε τρομάξει η ανεξαρτησία μου… Εφυγα, όμως, για το κολέγιο και δεν γύρισα ποτέ. Είμαι σίγουρος ότι όλα τα παιδιά μαλώνουν με τους γονείς τους. Τα πολιτισμικά κειμήλια είναι διαφορετικά, αλλά ο αγώνας είναι ο ίδιος. Αποτυπώνεται, όμως, με διαφορετικό τρόπο στους συμμετέχοντες. Θυμάμαι, όταν η μητέρα μου είχε πεθάνει και ο πατέρας μου είχε αρρωστήσει, είχα έρθει να τον δω από το Λονδίνο όπου ζούσα τότε. Μείναμε μαζί λίγες ημέρες. Μια μέρα κάναμε μια βόλτα. Και του λέω: «Θυμάσαι εκείνον τον καβγά που κάναμε το 1954; Τότε που είχα έρθει σπίτι από το πανεπιστήμιο και φωνάζαμε ο ένας στον άλλον;». «Οχι», μου λέει, «δεν θυμάμαι». «Μα τσακωνόμασταν δύο ολόκληρες ημέρες!». «Οχι, δεν θυμάμαι τίποτα» επέμεινε. Για μένα εκείνος ο καβγάς είχε τεράστια σημασία. Και για εκείνον ήταν κάτι σημαντικό, αλλά μόνο εκείνη τη στιγμή που συνέβη… Τους γονείς μου τους προστάτευσα. Τους προειδοποιούσα ότι ίσως κάποια πράγματα θα τους ενοχλούσαν. Ή τους έλεγα: «Μάλλον δεν θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο. Μην μπεις στον κόπο να το διαβάσεις». Ο πατέρας μου, παρ’ όλα αυτά, διάβαζε τα πάντα. Η μητέρα μου, όταν της έλεγα να μη διαβάσει κάτι, δεν το διάβαζε. Με άκουγε κάθε φορά».

    Η εβραϊκή κληρονομιά

    «Νομίζω ότι ήταν κάτι πολύ ενδιαφέρον που μου συνέβη. Εκανε τη ζωή μου επεισοδιακή από πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική πλευρά. Χαίρομαι που μου συνέβη. Εχει και τα προβλήματά της επίσης, υπήρξε όμως μια ενδιαφέρουσα μοίρα».

    Η συγγραφική αβεβαιότητα

    «Πρέπει να έχεις γερές δόσεις μεγάλης αυτοπεποίθησης για να προχωράς μέρα με την ημέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, μήνα με τον μήνα, χρόνο με τον χρόνο. Μπορεί όμως να χάσεις την αυτοπεποίθησή σου καθ’ οδόν. Πολλή αμφιβολία μπορεί να συρθεί ύπουλα μέσα σου. Και μπορεί να διαρκέσει, γιατί αυτό που φτιάχνεις δεν είναι ουσιαστικά έτοιμο, παρά μόνο στο πολύ τέλος. Οταν γράφεις, το κείμενο ολοκληρώνεται τους τελευταίους τέσσερις-πέντε μήνες και πλέον μπορείς να το δεις, ενώ πριν δεν μπορούσες. Αναρωτιέσαι: «Αξίζει αυτό που γράφω;». Κάτι το οποίο είναι πολύ περίεργο, ιδίως όταν ασχολείσαι με αυτό 50 χρόνια. Αν είσαι 50 χρόνια γιατρός, όταν κάποιος είναι στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου σου ξέρεις ότι, αν εσύ δεν βρεις τι έχει, κανένας άλλος δεν θα μπορέσει να το κάνει. Σωστά; Εγώ όμως δεν ξέρω πώς να βρω την άκρη, πώς «θα λύσω το πρόβλημα». Αισθάνομαι αβεβαιότητα. Νομίζω ότι ξέρεις ποιες εξωτερικές φωνές αξίζουν κάτι, ποιον αξίζει να ακούς. Μπορεί να μην αλλάξεις κάτι εξαιτίας αυτών που σου λένε, αλλά μπορεί να ακούσεις κάτι ενδιαφέρον. Και μετά ξέρεις ότι το 90% των «φωνών» είναι άχρηστο. Προσπαθώ να το κρατάω έξω από τη ζωή μου όσο πιο πολύ μπορώ. Ετσι, όταν εκδίδεται ένα βιβλίο, καταφέρνω να κρατάω μακριά αυτό το 80%-90%. Μέρος του διαρρέει στη ζωή μου, αλλά δεν με ενδιαφέρει πλέον τι γράφεται για αυτό».

    Το σεξ

    «Δεν ξέρω αν έχετε διαβάσει το βιβλίο μου «Το θέατρο του Σάμπαθ». Οι καταστάσεις ήταν πολύ πιο ακραίες σε εκείνο το βιβλίο, αλλά υποθέτω ότι ζυγίζει περισσότερο, οπότε είναι δυσκολότερο να το πετάξεις μακριά! Δεν ξέρω γιατί. Επειδή συμμετέχει και μια λεσβία; Δεν μπορώ να είμαι υπόλογος για τις εκρήξεις οργής που έχουν κάποιοι γύρω από το σεξ. Η γενιά στην οποία αναφερθήκατε, ο Απντάικ, ο Μέιλερ, εγώ, ο Μπέλοου, ήταν η πρώτη που είχε την άδεια – ή πήρε την άδεια – ώστε να διαπιστώσει πώς είναι να γράφεις με τρόπο πολύ οικείο για το σεξ. Κανείς δεν το έκανε πριν και κάποιος έπρεπε να το κάνει. Δεν έχει να κάνει με το αν είσαι άμεσος και δεν μασάς τα λόγια σου, εξαρτάται από το πώς το κάνεις: τι γλώσσα χρησιμοποιείς, τι βλέπεις, τι δεν βλέπεις, με ποιον τρόπο προσεγγίζεις το σεξ. Είναι σαν κάποιου είδους λογοτεχνικό-διανοητικό παζλ. Κάποιες φορές το κάνεις καλύτερα από άλλες φορές. Δεν έχω γράψει τόσο πολλές ερωτικές σκηνές. Ο κόσμος έτσι νομίζει, αλλά αυτό δεν ισχύει. Νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες σκηνές στο «Σύνδρομο Πόρτνοϊ»».

    Οι γυναίκες

    «Νομίζω ότι ήρθα αντιμέτωπος με μια σειρά από μικρές καταστροφές. Οπως όταν δεν μπορείς να προχωρήσεις ένα βιβλίο και πρέπει να επιστρέφεις και να το δουλεύεις ξανά και ξανά. Τίποτε όμως δεν με σταμάτησε. Ημουν ανενεργός μόνο από το 1962 ως το 1967, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί δεν ήξερα τι είδους συγγραφέας ήμουν. Σοβαρός, κωμικός, βαρύς, Εβραίος, μη Εβραίος; Είχα γράψει μόνο δύο βιβλία. Οπότε πειραματιζόμουν και δεν έβγαινε κάτι. Ηταν ένα πολύ δυσάρεστο διάλειμμα. Και μετά, στο τέλος της τέταρτης χρονιάς, μου ήρθε μια ιδέα και έγραψα κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι ένα βιβλίο που κανείς δεν διαβάζει πλέον, μολονότι δεν είναι κακό. Λέγεται «Τότε που ήταν καλό κορίτσι»… Ο δεύτερος λόγος είναι ότι είχα βρεθεί αντιμέτωπος με τη νέμεσή μου στην προσωπική μου ζωή. Ημουν εντελώς συγχυσμένος». Ο Ροθ αναφέρεται στην πρώτη του σύζυγο, τη Μάργκαρετ Μάρτινσον. Η τρικυμιώδης σχέση τους έληξε οριστικά και αμετάκλητα μετά τον θάνατό της σε τροχαίο δυστύχημα, το 1968. Μια βαθιά αμφίθυμη σχέση με μια γυναίκα που τον έπεισε να την παντρευτεί όταν του παρουσίασε τις εξετάσεις ούρων μιας άστεγης μαύρης εγκύου ως δικές της. Η σκηνή περιγράφεται στο βιβλίο του «Η ζωή μου ως άντρα» και είναι η πιο πιστή αυτοβιογραφική αναφορά στο έργο του, σύμφωνα με δική του παραδοχή. «Ηταν ο χειρότερος εχθρός μου, αλλά, αλίμονο, ήταν παράλληλα ο σπουδαιότερος δάσκαλος δημιουργικής γραφής, με εξειδίκευση στην αισθητική της ακραίας μυθοπλασίας» γράφει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Τα γεγονότα». Ισως τελικά η νέμεσις επισκέπτεται αυτούς που την προσκαλούν με κάποιον τρόπο. «Τα πράγματα που σε φθείρουν είναι αυτά που θρέφουν εσένα και το ταλέντο σου» λέει ο Ζούκερμαν στον Ροθ στο ίδιο βιβλίο, αναφερόμενος σε αυτή τη μοιραία σχέση. Ο Ροθ, όμως, είχε όλα τα εφόδια για να βγει ο νικητής όχι μόνο σε αυτή τη σφοδρή αντιπαράθεση, αλλά και στη ζωή: «Είχα την αντοχή, την επιμονή, το πείσμα για να τα καταφέρω. Ηταν τα έντονα χαρακτηριστικά μου».

    Ιστορία και μυθοπλασία

    «Τα ιστορικά γεγονότα που έχω χρησιμοποιήσει στα βιβλία μου έχουν συμβεί 20 ως 30 χρόνια πριν, οπότε έχω μια αίσθηση για αυτά και τη θέση τους στην Ιστορία. Δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό ακόμη με την 11η Σεπτεμβρίου… Σε γενικές γραμμές, τα ιστορικά γεγονότα που έχω χρησιμοποιήσει, όπως η αντικομμουνιστική σταυροφορία στο «Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή» ή ο πόλεμος του Βιετνάμ στο «Αμερικανικό ειδύλλιο», ανήκαν για τα καλά στο παρελθόν όταν έγραψα για αυτά. Τα ζούσα όταν αυτά συνέβαιναν με έναν συνειδητό-υποσυνείδητο τρόπο. Συνέβαιναν σε μένα. Στην πρώτη περίπτωση δεν ήμουν ακόμη συγγραφέας, ήμουν ένας νεαρός. Στον πόλεμο του Βιετνάμ ήμουν συγγραφέας. Ο πόλεμος κράτησε χρόνια, εισέβαλε παντού και αυτό που με ενδιέφερε όταν ξεκίνησα να γράφω το «Αμερικανικό ειδύλλιο» ήταν οι επιπτώσεις που είχε στο εσωτερικό της χώρας. Τι έκανε στις οικογένειες, εδώ στην Αμερική. Γι’ αυτό με ενδιέφερε αυτό το κορίτσι, η ηρωίδα του βιβλίου. Διότι κατά τη διάρκεια του Βιετνάμ υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες οι οποίες οδηγούσαν το κίνημα κατά του πολέμου. Τίποτε παρόμοιο δεν είχε συμβεί στο παρελθόν στην Αμερική, αν εξαιρέσει κανείς τις σουφραζέτες που ηγούνταν των γυναικείων δικαιωμάτων. Δεν ήταν όμως ποτέ βίαιες. Αυτές οι νέες γυναίκες όμως ήταν βίαιες και αυτό μού προκαλούσε ενδιαφέρον. Ηταν περίπου έξι, υπάρχουν βιογραφίες τους και τις έχω διαβάσει όλες. Ηξερα μία από αυτές. Ηταν κόρη ενός φίλου μου. Και ήξερα τι επιπτώσεις είχε στην οικογένειά της το γεγονός ότι ήταν στη φυλακή. Οπότε αυτές ήταν σημαντικές προσωπικές εμπειρίες από τις οποίες αντλούσα την έμπνευσή μου. Μου αρέσουν τα ιστορικά θέματα, μου αρέσει να ξεδιπλώνω το παρελθόν, αλλά νομίζω ότι μάλλον έχω ξεμείνει από παρελθόν».

    Η ιδέα της αυτοκτονίας

    «Κάποιοι φίλοι μου αυτοκτόνησαν. Είναι πολύ αιφνιδιαστικό, είναι πολύ σοκαριστικό, είναι αναπάντεχο, δεν το φαντάζεσαι ότι μπορεί να συμβεί. Οι τρόποι που μπορεί να επιλέξουν έχουν ενδιαφέρον και είναι το πιο δραματικό πράγμα που μπορείς να κάνεις, το να τερματίσεις τη ζωή σου. Με ενδιαφέρει καιρό τώρα, είχα την πολύ άσχημη εμπειρία με τις παρενέργειες του υπνωτικού «Halcyon» τη δεκαετία του ’80. Βασικά, όταν περνούσα αυτή τη φάση, ο φίλος μου Πρίμο Λέβι αυτοκτόνησε. Οπότε πρόκειται για ένα μείζον ανθρώπινο θέμα. Στην «Ταπείνωση» ήθελα να δω αν θα κατάφερνε ο ήρωάς μου να το κάνει. Ηθελα να δω υπό ποιες προϋποθέσεις θα έφτανε σε αυτό το σημείο. Οπότε γράφοντας βρήκα τον δρόμο που οδηγούσε σε αυτή τη γνώση. Νομίζω ότι μοιάζει δικαιολογημένη η πράξη, έτσι δεν είναι; Η απώλεια τον οδηγεί σε αυτό το σημείο. Πρώτα χάνει το ταλέντο του, μετά επενδύει τα πάντα σε αυτή τη νέα γυναίκα και, όταν τον αφήνει, χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Στο «Καθένας» η γυναίκα αυτοκτονεί όταν πεθαίνει ο άνδρας της, γιατί φτάνει στο υπέρτατο σημείο της αντοχής της. Η ζωή για αυτήν είναι πολύ δύσκολη για να την αντέξει».

    Η ζωή και ο θάνατος

    «Δεν θα μπορούσα να πω ότι η ζωή υπήρξε «καλή» μαζί μου. Πέρασα κάποιες πολύ δύσκολες στιγμές. Νομίζω όμως ότι κατάφερα να κάνω αυτό το οποίο ξεκίνησα να κάνω, να μην παρεκκλίνω από αυτό και να γράψω κάποια καλά βιβλία. Υπό αυτήν την έννοια, ναι, ήμουν τυχερός. Είμαι τυχερός για τους φίλους που έχω, τυχερός που είμαι ακόμη ζωντανός. Ο Τζον Απντάικ πέθανε, ήταν 76 χρόνων. Ολοι πεθαίνουμε, πρέπει να περιμένεις στη σειρά. Η πιο περίεργη πτυχή αυτής της περιόδου ζωής, την οποία ποτέ δεν θα υποψιαζόμουν αν δεν έφτανα ως εδώ, είναι ο θάνατος των φίλων. Οταν είσαι πιο νέος, έχεις την εμπειρία του θανάτου των παππούδων, των γονιών. Ποτέ όμως δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι φίλοι μου που ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτεροι από μένα θα πέθαιναν. Είναι πολύ σοκαριστικό, είναι αδιανόητο. Εξι φίλοι μου πέθαναν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Είναι απίστευτο. Και δεν έχει τέλος. Είναι ένα περίεργο φαινόμενο. Τον Σεπτέμβριο έχω τη συνάντηση παλιών συμμαθητών έπειτα από 60 χρόνια. Ετοιμάζομαι να πάω και θα δω ποιος έχει πεθάνει και ποιος είναι ζωντανός! Η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε ήταν πριν από 15 χρόνια, στα 45 χρόνια, και πολλοί θα έχουν «εξαφανιστεί» από τότε».

    Τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ στην ελληνική γλώσσα

    Από τις εκδόσεις Πολις κυκλοφορούν
    Τα γεγονότα (2017)
     
    Τότε που ήταν καλό κορίτσι (2016)

    Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους (2014)

    Αντίο Κολόμπους (2013)

    Το ανθρώπινο στίγμα (2013)

    Το θέατρο του Σάμπαθ (2013)

    Πατρική κληρονομιά (2012)

    Νέμεσις (2011)

    Αμερικανικό ειδύλλιο (2010)

    Η ταπείνωση (2010)

    Ο καθηγητής του πόθου (2010)

    Αγανάκτηση (2009)

    Φεύγει το φάντασμα (2009)

    Η αντιζωή (2008)

    Το σύνδρομο Πόρτνοϊ (2008)

    Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής (2007)

    Καθένας (2006)

    Κι ό,τι θέλει ας γίνει (2005)

    Ζούκερμαν δεσμώτης (2004)

    Κουβέντες του σιναφιού (2004)

    Το ζώο που ξεψυχά (2002)

    Επιχείρηση Σάυλωκ (2001)

    Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (2000)

    Η ζωή μου ως άντρα (1996)

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία