• Αναζήτηση
  • Οι «θαλασσόλυκοι» πυροσβέστες του Πειραιά

    Τρία κόκκινα πλοιάρια «δεμένα» στην προβλήτα σε απόσταση αναπνοής από την είσοδο του λιμανιού του Πειραιά

    Τρία κόκκινα πλοιάρια «δεμένα» στην προβλήτα σε απόσταση αναπνοής από την είσοδο του λιμανιού του Πειραιά τραβούν ενίοτε το βλέμμα των επιβατών πλοίων της ακτοπλοΐας και της κρουαζιέρας. Είναι τα σκάφη του Πυροσβεστικού Σώματος και συχνά αρκετοί θεωρούν λανθασμένα πως ανήκουν στο Λιμενικό.

    «Το Βήμα» βρέθηκε σε ένα από τα πλοιάρια αυτά με «συνεπιβάτες» τον διοικητή των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Πειραιά κ. Γιάννη Σταμούλη, τον διοικητή του 5ου Πυροσβεστικού Σταθμού Λιμένος Πειραιώς κ. Γεώργιο Μπούρη (πλοηγός/ κυβερνήτης) και τον υποδιοικητή της Υπηρεσίας Πλωτών Μέσων κ. Δημήτρη Γκαναβία, ενώ για την υπηρεσία συνομιλήσαμε και με τον διοικητή της ΥΠΛΩΜ κ. Αναστάσιο Καστρίτη.

    Η ιστορία της συγκεκριμένης υπηρεσίας ξεκινά στις 7 Ιουνίου 1937, όταν μπήκαν οι «βάσεις» για την ίδρυση του Λιμενικού Πυροσβεστικού Σταθμού Πειραιώς.

    Οπως σημειωνόταν στη σχετική απόφαση, η ίδρυση και λειτουργία του Σταθμού στην ΠΥ Πειραιώς «έγινε κυρίως για τις ανάγκες του πολέμου και για την πυροπροστασία των αποθηκευτικών χώρων στη χερσαία ζώνη του λιμένος».
    Η αρχή έγινε το 1941

    Στους μεγάλους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του λιμανιού τον Απρίλιο του 1941 «οι πυροσβέσται εργάζοντο ασφαλώς εις μίαν κόλασιν πυρός με όλας τας δυνάμεις των και χωρίς διακοπήν, αλλά εις ποίον κατά προτίμησην σημείον; Οταν ολόκληρο το λιμάνι και αι περί αυτό εγκαταστάσεις και οικοδομικά τετράγωνα είχαν παραδοθεί εις τα φλόγας; Και με τι μέσα να επεδίωκον τας κατασβέσεις, όταν ούτε ένα συστηματικόν πλωτόν πυροσβεστικόν μέσον υπήρχε;» σημειώνεται μεταξύ άλλων στην ανέκδοτη ιστορία του Πυροσβεστικού Σώματος του πυράρχου Β. Ζαφειρόπουλου.

    Η πρώτη πλωτή πυροσβεστική μονάδα δημιουργήθηκε μετά την Απελευθέρωση και εξοπλίστηκε με ένα πυροσβεστικό πλοιάριο, το οποίο περιήλθε στο Δημόσιο από τη λεία του πολέμου.

    Από τότε λειτουργεί η Υπηρεσία Πλωτών Μέσων με διάφορες μορφές, ωστόσο η τελευταία δημιουργήθηκε με τον Νόμο 4249 (ΦΕΚ 73, τεύχος Α, 24.3.2014).

    Σήμερα στην Υπηρεσία, η οποία στεγάζεται σε κτίριο στο σημείο στο οποίο δένουν τα πλοιάρια, είναι σε διαρκή επιφυλακή, 24 ώρες το 24ωρο, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, το πλήρωμα ενός τουλάχιστον εκ των σκαφών.
    Ετσι σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη να επέμβει είναι εκεί και μέσα σε ελάχιστα λεπτά (περίπου 15 στα δύο μεγάλα σκάφη και 5 στο μικρό) έχει «λύσει κάβους» και βρίσκεται εν πλω είτε για κατάσβεση πυρκαγιάς σε πλοίο, σκάφος αναψυχής, αλιευτικό είτε για διάσωση ανθρώπου που κινδυνεύει.

    Ως προς τα συμβάντα στα οποία επιχειρούν στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, είναι περίπου 10-12 τον χρόνο. Τις υπόλοιπες ημέρες κάνουν εβδομαδιαίο εκπαιδευτικό πλου για να καθαρίσουν παράλληλα τα ύφαλα και τη γάστρα, ώστε το σκάφος να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα και να μπορέσει να σπεύσει άμεσα στο σημείο στο οποίο θα επιχειρήσει.

    «Η διαφορά μας είναι ότι έχουμε περιορισμένα συμβάντα μεν αλλά ακριβά σε κόστος ως προς την αξία της περιουσίας του πολίτη που κινδυνεύει από μια πυρκαγιά. Για παράδειγμα, ένα κότερο έχει μεγάλη αξία συγκριτικά με ένα διαμέρισμα στο οποίο έχει εκδηλωθεί φωτιά. Δηλαδή ένα συμβάν δικό μας μπορεί να αντιστοιχεί σε δέκα στη στεριά» σημείωσε ο κ. Μπούρης.

    Επιπλέον ο κ. Σταμούλης σημείωσε ότι η «αφανής» εργασία είναι η επιπλέον ετοιμότητα σε περίπτωση που υπάρξει ενημέρωση είτε από το Λιμενικό Σώμα είτε από άλλες Αρχές για εκφόρτωση – φόρτωση χημικών ή επικινδύνων υλικών ή/και για παρουσία ξένων μεγάλων πλοίων στο πλαίσιο πυροπροστασίας, είτε για τη δραστηριότητα είτε για την παρουσία του πλοίου μέσα στο λιμάνι.φφφφ


    Αυξημένη επαγρύπνηση

    Παράλληλα οι επενδύσεις της COSCO σε ναυπηγοεπισκευή, διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων και κρουαζιέρα μεγαλώνει την ανάγκη για συνεχή επαγρύπνηση στα στελέχη της Πυροσβεστικής που απασχολούνται στον σταθμό του λιμανιού, καθώς, όπως λένε, έχει αυξηθεί σημαντικά ο βαθμός επικινδυνότητας.

    Τα μέλη των πληρωμάτων είναι κατά κύριο λόγο απόφοιτοι ακαδημιών Eμπορικού Nαυτικού που επέλεξαν μετά τις σπουδές τους να προσληφθούν στο Πυροσβεστικό Σώμα.

    Eτσι στα μεγάλα πλοιάρια συναντά κανείς δύο πλοηγούς κυβερνήτες, δύο πλοηγούς μηχανικούς, δύο πλοηγούς βοηθούς μηχανικούς και πέντε πυροσβέστες γενικών καθηκόντων, οι οποίοι μπορούν να μετατεθούν και σε υπηρεσίες της στεριάς σε σχέση με τα άλλα μέλη του πληρώματος τα οποία μπορούν να απασχοληθούν μόνο σε αντίστοιχες υπηρεσίες που βρίσκονται σε άλλα λιμάνια της χώρας.
    Εκτός όμως από τα τρία πυροσβεστικά πλοιάρια που βρίσκονται στο λιμάνι του Πειραιά, άλλα πέντε βρίσκονται στους λιμένες Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ηρακλείου, Ηγουμενίτσας και Καβάλας και εφόσον χρειαστεί παρεμβαίνουν σε νησιά και λιμάνια της ηπειρωτικής χώρας  με εντολή του αρχηγού του Σώματος.

    Μάλιστα το σκάφος της Ηγουμενίτσας ήταν το πρώτο που είχε προσεγγίσει το φλεγόμενο πλοίο «Νorman Atlantic». Επιπλέον μπορεί να χρησιμοποιηθούν και για μεταφορά πυροσβεστών για να ενισχύσουν δυνάμεις σε κάποιο νησί.
    Επιπροσθέτως έχουν τη δυνατότητα να συνδράμουν στο έργο των επίγειων δυνάμεων που επιχειρούν σε λιμάνι ή σε παραθαλάσσια περιοχή, καθώς μπορούν να τροφοδοτήσουν τα οχήματα με νερό μέσω των συστημάτων που διαθέτουν τα σκάφη.

    Οπως χαρακτηριστικά λένε, «από μηχανή μπορεί να μείνουμε, από νερό ποτέ», καθώς για την κατάσβεση χρησιμοποιούν το νερό της θάλασσας, ενώ διαθέτουν και σύστημα εκτόξευσης αφρού.
    Δύσκολα περιστατικά

    Ως προς τα περιστατικά, επισημαίνουν, όλα έχουν μεγάλο βαθμό δυσκολίας και ορισμένα εξ αυτών τούς έχουν μείνει χαραγμένα στη μνήμη. «Κάθε περιστατικό είναι διαφορετικό. Κανένα δεν είναι το ίδιο. Και όλα έχουν βαθμό δυσκολίας πάνω από 90%» τόνισε ο κ. Καστρίτης.

    Τα πληρώματα των πλοιαρίων του ΠΣ δίνουν μάχη με τον χρόνο για να μπορέσουν άμεσα να περιορίσουν και να σβήσουν μια φωτιά σε πλοίο. Αντιμετωπίζουν όμως παράλληλα και μια σειρά δυσκολιών, καθώς δεν γνωρίζουν σε πρώτη φάση το φορτίο που έχει μέσα το πλοίο, «οπότε υπάρχει δυσκολία. Πρέπει η εταιρεία να δώσει μέσω λιμεναρχείου το είδος και την ποσότητα του φορτίου και στη συνέχεια οι δικοί μας χημικοί να πουν ότι είναι ακίνδυνο για να μπορείς να μπεις μέσα. Δηλαδή είναι ένα αυξημένο ρίσκο για εμάς» υπογράμμισε ο κ. Μπούρης.

    Και συμπλήρωσε ο κ. Σταμούλης: «Ακολουθείται η πυροσβεστική τακτική της στεριάς. Δηλαδή και σε αυτή την υπηρεσία δεν υπάρχει η πολυτέλεια να περιμένουμε τη συλλογή πληροφορίας για να επιχειρήσουμε. Οπότε επιχειρούμε και ταυτόχρονα προσπαθούμε να συλλέξουμε τις πληροφορίες».

    Αναφορικά με τις καιρικές συνθήκες στις οποίες μπορεί να επιχειρήσουν τα σκάφη, σημειώνουν: «Εφόσον κινδυνεύει άνθρωπος, θα πάμε να τον σώσουμε. Είτε έχει 6 είτε 7 μποφόρ, είτε είναι έξω από το λιμάνι είτε στην Αίγινα, θα σπεύσουμε οπωσδήποτε».
    Δύσκολα περιστατικά

    Επιπροσθέτως κατά τη διάρκεια συμβάντων έχουν τραυματιστεί τέσσερις πυροσβέστες της Υπηρεσίας Πλωτών Μέσων, με κάποιους εξ αυτών να έχουν επιστρέψει στις θέσεις τους, ενώ ένας πλοηγός κυβερνήτης υπέστη πολύ σοβαρά εγκαύματα κατά τη διάρκεια κατάσβεσης φωτιάς σε πετρελαιοφόρο.

    Ακόμα έχει δρομολογηθεί η προμήθεια άλλων δύο πυροσβεστικών πλοίων ανοικτής θαλάσσης, τα οποία πρόκειται να «καλύψουν τους λιμένες Λαυρίου και Καβάλας που ανήκουν στο Αναλυτικό Διευρωπαϊκό Δίκτυο Μεταφορών (ΔΕΔΜ), προκειμένου να χρησιμοποιούνται κυρίως σε κατασβεστικές επιχειρήσεις πυρκαγιών μικρής, μεσαίας και μεγάλης έντασης σε πλοία παντός τύπου, καθώς και σε πυρκαγιές σε παράκτιες εγκαταστάσεις (π.χ. διυλιστήρια) εντός των λιμένων που θα τοποθετηθούν, αλλά και στις ευρύτερες γεωγραφικά θαλάσσιες, παράκτιες και παράλιες περιοχές των λιμένων».

    Σύμφωνα με τη σχετική απόφαση, ημερομηνία λήξης υλοποίησης της πράξης είναι η 9.1.2021, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε 12 εκατ. ευρώ και με συγχρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

    HeliosPlus

    Κοινωνία