• Αναζήτηση
  • Δεν αρκεί η κατά γράμμα υλοποίηση του Μνημονίου

    Την περασμένη Πέμπτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εαρινές προβλέψεις της χαμήλωσε τον πήχη της ανάπτυξης για το 2018 στο 1,9% από 2,5%, που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψή της.

    Παπαϊωάννου Γιώργος
    Δεν αρκεί η κατά γράμμα υλοποίηση του Μνημονίου | tovima.gr
    Την περασμένη Πέμπτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εαρινές προβλέψεις της χαμήλωσε τον πήχη της ανάπτυξης για το 2018 στο 1,9% από 2,5%, που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψή της. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2017 διαμορφώθηκε τελικά σε χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχικές εκτιμήσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η τάση που αναπτύχθηκε το προηγούμενο έτος δίνει μικρότερη ώθηση στην ανάπτυξη εφέτος.

    Αντίστοιχα, η εφετινή χαμηλότερη ανάπτυξη επιδρά αρνητικά στις προβλέψεις του 2019 κ.ο.κ. Την ίδια στιγμή πάντως ο στόχος για τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, που υπολογίστηκε με τις υψηλότερες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη, παραμένει.

    Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν είναι μόνο απαραίτητοι για να υποστηριχθούν οι στόχοι αυτοί. Είναι βασική προϋπόθεση για να ανακάμψει και να καταστεί ισχυρή η χώρα σε όλα τα επίπεδα. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται δεν είναι τόσο το από πού θα έλθει η ανάπτυξη όσο το πώς θα χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη.
    Σε γενικές γραμμές, οι πηγές χρηματοδότησης είναι δύο: οι τράπεζες με τα δάνεια που χορηγούν και οι επενδυτές, εγχώριοι ή ξένοι. Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, παρά τις προσπάθειες που γίνονται, η πιστωτική επέκταση παραμένει αρνητική εξαιτίας του στοκ των «κόκκινων» δανείων ύψους 100 δισ. ευρώ που έχουν να διαχειριστούν. Για να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν ουσιαστικά την οικονομία, θα πρέπει να μειώσουν σημαντικά τα «κόκκινα» δάνεια, διαδικασία που παίρνει χρόνο.
    Αρα στην ουσία το βάρος της χρηματοδότησης της ανάπτυξης σε πρώτη φάση πέφτει στους ώμους των επενδυτών. Οι επενδυτές για να βάλουν τα χρήματά τους κάπου θα πρέπει να αισθάνονται ασφάλεια ότι δεν θα τα χάσουν. Ενώ διαβλέπουν ευκαιρίες, εν τούτοις εμφανίζονται διστακτικοί εξαιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τη χώρα. Θεωρούν το μέλλον εξαιρετικά απρόβλεπτο, κυρίως λόγω του ό,τι δεν υπάρχουν σταθεροί και διαφανείς κανόνες στο επιχειρείν, στη φορολογία, στη γραφειοκρατία, στη Δικαιοσύνη και αλλού, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα συχνά «χτυπάει κόκκινο».
    Ως εκ τούτου, τοποθετούνται κυρίως σε τομείς που έχουν αξία ακόμα και αν κάτι στραβώσει σοβαρά, όπως το real estate. Εκεί θεωρούν ότι ακόμα και αν πέσουν οι τιμές, θα μπορέσουν να πουλήσουν και να απεμπλακούν από τη χώρα. Οι πιο ριψοκίνδυνοι βλέπουν αξία στον τουρισμό, στις ιδιωτικοποιήσεις και στα logistics που συνδέονται με τη γεωγραφική θέση της χώρας ως πύλης εισόδου στην ΕΕ. Ομως για να προχωρήσουν τέτοιου είδους επενδύσεις, όπως π.χ. το Ελληνικό, η πώληση της ΔΕΗ ή η ιδιωτικοποίηση λιμανιών, απαιτούνται όχι μόνο πολιτικές αποφάσεις αλλά και ανατροπή αντιλήψεων και νοοτροπιών που έχουν ριζωθεί βαθιά στην κοινωνία.
    Για παράδειγμα, η επένδυση στο Ελληνικό, για την οποία η κυβέρνηση σήμερα κάνει αυτά που πρέπει να κάνει, βρίσκεται αντιμέτωπη με τους μηχανισμούς της δημόσιας διοίκησης που αντιδρούν καθυστερώντας τις διαδικασίες και με τις τοπικές κοινωνίες που εμποδίζουν τα έργα και πιέζουν πολιτικά. Το ίδιο συμβαίνει με τη ΔΕΗ και άλλες ιδιωτικοποιήσεις. Με άλλα λόγια, για να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της χώρας, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να βάλουν οι επενδυτές το χέρι στην τσέπη και να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη, δεν αρκεί η κατά γράμμα υλοποίηση του Μνημονίου. Απαιτείται η κυβέρνηση που το υλοποιεί, η όποια κυβέρνηση, να το έχει κάνει κτήμα της, να πιστεύει στις διαρθρωτικές αλλαγές και να διαθέτει την ηγετική ικανότητα να πείσει τον λαό για να το στηρίξει. Και όσο κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, οι προβλέψεις για την ανάπτυξη θα αναθεωρούνται προς τα κάτω.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες