• Αναζήτηση
  • Ρένα Παπασπύρου – Ηρθε κι απόψε στα σκαλοπάτια της

    Μια εγκατάσταση που παραπέμπει στους αναβαθμούς του αρχαίου θεάτρου του Αργους αλλά αποκτά μια εντελώς δική της δυναμική χάρη στις πρωτότυπες ψηφίδες της επιφάνειάς τη

    Μια εγκατάσταση που παραπέμπει στους αναβαθμούς του αρχαίου θεάτρου του Αργους αλλά αποκτά μια εντελώς δική της δυναμική χάρη στις πρωτότυπες ψηφίδες της επιφάνειάς της. Εκατοντάδες γυναικεία πρόσωπα έχουν κοπεί από τα φωτοτυπημένα αντίγραφα ενός σχεδίου που έτσι όπως είναι τοποθετημένα στην κεκλιμένη επιφάνεια σαν ψηφίδες «δημιουργούν τα δικά τους μικρά εικαστικά παιχνίδια αλλά και το παιχνίδι του συνόλου και του αναβαθμού». Θυμίζουν ένα χαλί ανθρώπων όπου όλοι είναι ίδιοι και κανένας όμοιος με τον άλλον, «το παιχνίδι του γηπέδου της Κυριακής», όπως λέει χαρακτηριστικά η εικαστικός Ρένα Παπασπύρου, όπου συνυπάρχει το πλήθος όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των χρωμάτων και των σχημάτων.

    Οι «Κλίμακες» της άλλης γραφής

    Αλλά βέβαια στη νέα έκθεση της Ρένας Παπασπύρου, «Κλίμακες», σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου, στο Σπίτι της Κύπρου, πρωταγωνιστεί αυτό που μαρτυρεί ο τίτλος της. Δώδεκα σκάλες ποικίλων διαστάσεων οι οποίες είναι στην ουσία τα αποτυπώματα των «αναβαθμών» του σπιτιού της στο Παγκράτι. Επιφάνειες τις οποίες δεν έχει αποσπάσει από τον τόπο εύρεσής τους, όπως συμβαίνει με την επιφάνεια μιας σκάλας που κάποτε τελούσε υπό κατεδάφιση, και τώρα το «δέρμα της» είναι αναρτημένο στον εκθεσιακό χώρο, αλλά τις οποίες έχει μεταφέρει καλουπώνοντάς τες με ειδικό χαρτί και πολυεστέρα.

    Απ’ όταν ξεκίνησε την καριέρα της πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια, με τα «Επεισόδια στην ύλη», τη συλλογή πολυκαιρισμένων αντικειμένων του αστικού ιστού στα οποία αναζητούσε τις ενδογενείς γεωγραφίες, η Ρένα Παπασπύρου είχε τη ματιά της πάντα στραμμένη στα θέματα του άμεσου αστικού περιβάλλοντος. Επηρεασμένη από τους Nouveaux Realistes και τους συγγενείς τους Affichistes, οι οποίοι αποσπούσαν κομμάτια από παλιές αφίσες στους δρόμους του Παρισιού και διερευνούσαν νέες μορφές ζωγραφικής γραφής, η Παπασπύρου διάλεξε τον δικό της δρόμο ακολουθώντας τις μνήμες των δικών της βιωμάτων.

    Τα παιδιά δεν ζωγράφιζαν στους τοίχους

    Η συνήθειά της να μαζεύει υλικά από τον χώρο έχει επιζήσει από την παιδική της ηλικία. «Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αλλά έτσι νομίζω» θα πει, ξορκίζοντάς με να μην κάνω συγκινησιακή χρήση της πεποίθησής της. Μάλλον όμως είναι αδύνατον να συνδέσεις με το μελό αυτή τη γυναίκα με το τόσο κοφτερό μυαλό, την οποία αισθάνεσαι συνομήλικη (έχει γεννηθεί το 1938).

    «Οταν ήμασταν παιδιά και αρρωσταίναμε, δεν υπήρχε η αντιβίωση για να μας γιατρέψουν, οπότε μας άφηναν στο κρεβάτι για καμιά εβδομάδα. Ε, φυσικό ήταν να παρατηρείς μια μεγάλη επιφάνεια όπως το ταβάνι… Επειτα, τα μέσα που είχαμε για να παίξουμε σαν παιδιά ήταν ανύπαρκτα. Αναγκαστικά χρησιμοποιούσαμε υλικά από το άμεσο περιβάλλον μας, πέτρες, γυαλάκια και ξύλα που βρίσκαμε στον δρόμο και τις αλάνες, με τα οποία φτιάχναμε κατόψεις σπιτιών. Δεν είναι τυχαίο ότι γεννήθηκε μετά η Arte Povera από καλλιτέχνες αυτής της ηλικίας οι οποίοι «αναγκάστηκαν» να εφεύρουν παιχνίδια, φόρμες και να μεταθέσουν ιδέες πάνω σε αντικείμενα. Γιατί τι άλλο είναι η συνειρμική εικόνα από τη μετάθεση μιας εσωτερικής ιδέας σε ένα σχήμα; Οταν πήγα να σπουδάσω (σ.σ.: στην ΑΣΚΤ Αθήνας από το 1956 ως το 1961 και αργότερα στην Ecole Nationale Supérieure des Beaux Arts στο Παρίσι), άρχισα να επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου στην υφή των έργων. Στο χρώμα μου, για παράδειγμα, ανακάτευα ύλες για να αποκτήσει η πάστα μου υφή, να κάνει αυξομειώσεις, να έχει φουσκώματα. Οταν βρέθηκα στο Εργαστήρι Ψηφιδωτού στη Σχολή και άρχισα να έχω πρόσβαση σε πολλά υλικά, πάλι αναζητούσα τα σπασμένα γυαλάκια από ένα παρμπρίζ ή τα θραύσματα από σπασμένα μπουκάλια. Τα σμάλτα από το Μουράνο μού φαίνονταν κάπως μονότονα. Αναζητούσα τη διαφορετική φόρτιση των υλικών».

    Το εργαστήριο του καλλιτέχνη

    Η Παπασπύρου ανήκει «ηλικιακά και εικαστικά» στη Γενιά του ’70 (των Ακριθάκη, Αληθεινού, Λαζόγκα κ.λπ.). «Πιστεύω ότι ήταν μια πολύ καλή εποχή στην τέχνη γιατί άνοιξε το πεδίο της εννοιολογικής αντιμετώπισής της και εμπλουτίστηκε το εικαστικό λεξιλόγιο. Οταν σπούδαζα εγώ τη δεκαετία του ’50, τουλάχιστον στην Ελλάδα, υπήρχε ο ζωγράφος, ο γλύπτης και ο χαράκτης. Μετά το ’70 είναι πλέον δεκτά τα πάντα. Ολα τα στοιχεία που μπορούν να παρέχουν εικαστική πληροφορία παίζουν στο τερέν της τέχνης».
    Αυτή την αντιδογματική στάση, αυτή την ανοιχτή προσέγγιση, η Ρένα Παπασπύρου την εφάρμοσε και στη διάρκεια της θητείας της στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου δίδαξε από το 1993 ως το 2005. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήταν η πρώτη που έφερε έναν υπολογιστή στη Σχολή το μακρινό πλέον 1994 προκειμένου να διερευνήσουν οι φοιτητές τη διάσταση του χρόνου. Το εντυπωσιακό στην περίπτωσή της είναι ότι όχι μόνο πολλοί μαθητές της έχουν ξεχωρίσει (και διεθνώς) για το έργο τους – ας αναφερθούν ενδεικτικά οι Δημήτρης Παπαϊωάννου, Ζάφος Ξαγοράρης, Γιάννης Βαρελάς, Διονύσης Καβαλλιεράτος, Αλίκη Παναγιωτοπούλου, Γεωργία Σαγρή, Στέλιος Φαϊτάκης – αλλά και ότι όλοι έχουν αναπτύξει ένα απόλυτα προσωπικό ιδίωμα. «Το ζητούμενο ήταν να εξελίξει ο καθένας τον εαυτό του, όχι να γίνει μια μικρή Ρένα. Ποτέ δεν το θέλησα αυτό και ευτυχώς ποτέ δεν το ζήτησε και κανένας. Ολοι εκπαιδεύθηκαν για να είναι ο εαυτός τους. Σκεφτόμουν αλλιώς με τον έναν και φρόντιζα να συντονιστώ αλλιώς με τον επόμενο. Για μένα, το εργαστήριο ήταν κάθε μέρα μια πνευματική άσκηση. Πώς πας στο γυμναστήριο και κάνεις βαράκια;».

    Ούτε είναι τυχαίο ότι εννέα μαθητές της διοργάνωσαν πρόσφατα μια έκθεση στην Eleftheria Tseliou Gallery και την κάλεσαν να συμμετάσχει μαζί τους. Το καταλαβαίνεις και ας μην το έχεις ζήσει. Η Ρένα Παπασπύρου έχει έναν ενθουσιασμό, μια φρεσκάδα σκέψης και μια γενναιοδωρία που οδηγεί τους άλλους να την αποζητούν ως σταθερή παρουσία στη ζωή τους, αναγνωρίζοντας βέβαια παράλληλα τη συμβολή της στην ανανέωση όχι μόνο της διδασκαλίας αλλά και της τέχνης. «Οταν αντιπαραθέτεις τρόπους για να δεις πράγματα που γνώριζες αλλιώς, όταν με δυο λόγια «σπας» ένα στερεότυπο, τότε κάνεις μια πολιτική πράξη. Οχι απέναντι σε ένα καθεστώς αλλά απέναντι σε μια γενικευμένη κοινωνική αντίληψη. Οταν έρχονται άνθρωποι και μου λένε «ήμουν στο τάδε μέρος και είδα έναν τοίχο και σε θυμήθηκα», σκέφτομαι: «Εντάξει, ευαισθητοποιήθηκε στο περιβάλλον, είδε αυτό το οποίο παλαιότερα δεν θα το έβλεπε»».

    «Κλίμακες» στο Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2Α, στο Σύνταγμα ως τις 18/5.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός