• Αναζήτηση
  • Η Ουγγαρία στο κατώφλι του ολοκληρωτισμού

    Δεν τον λένε «Βικτάτορα» τυχαία: η φιλελεύθερη δημοκρατία πνέει τα λοίσθια στις όχθες του Δούναβη και ο άνθρωπος που τη σκότωσε, ο αυταρχικός Βίκτορ Ορμπαν, ετοιμάζεται για άλλη μία πανηγυρική νίκη στις αυριανές εκλογές στην Ουγγαρία.

    Δεν τον λένε «Βικτάτορα» τυχαία: η φιλελεύθερη δημοκρατία πνέει τα λοίσθια στις όχθες του Δούναβη και ο άνθρωπος που τη σκότωσε, ο αυταρχικός Βίκτορ Ορμπαν, ετοιμάζεται για άλλη μία πανηγυρική νίκη στις αυριανές εκλογές στην Ουγγαρία.
    Ηρωας για τους ακροδεξιούς, αντισυστημικούς εθνολαϊκιστές (από τον Μπάνον στις ΗΠΑ ως τη Λεπέν στη Γαλλία), θαυμαστής του Πούτιν και του Ερντογάν, φόβος και τρόμος για τους ευρωπαϊστές, ο 54χρονος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις πιο σκοτεινές σελίδες της Ιστορίας: με ρητορική μίσους για τους ξένους και μύδρους κατά της ΕΕ, καυχιέται ότι έχει χτίσει το πρώτο «ανελεύθερο κράτος» στην καρδιά της Ευρώπης.
    Οι φράχτες που σήκωσε στα σύνορα με τη Σερβία και την Κροατία για να κρατήσει απ’ έξω εξαθλιωμένους πρόσφυγες έγιναν το σύμβολο ενός αυταρχικού πολιτικού που μιλάει συνέχεια για την «πολιτισμική απειλή» από τους μουσουλμάνους και για την ανάγκη να μείνει «χριστιανική η Ουγγαρία», μια χώρα 9,8 εκατομμυρίων ανθρώπων όπου το Ισλάμ είναι ανύπαρκτο.
    Και όμως, ο Ορμπαν ξεκίνησε ως φανατικός πολέμιος του κομμουνισμού, το 1989. Τότε σπούδαζε στην Οξφόρδη και λάτρευε τη δυτική δημοκρατία, ενώ η Ουγγαρία, μαζί με την Πολωνία, θεωρούνταν το success story της δημοκρατικής μετάβασης των χωρών του πάλαι ποτέ Ανατολικού Μπλοκ. Σήμερα έχει γίνει ο πιο επιτυχημένος, και γι’ αυτό ο πιο επικίνδυνος, απολογητής των ανελεύθερων καθεστώτων και ο πιο σκληρός εκφραστής του αντιευρωπαϊσμού στην Ευρώπη.

    Γκρεμίζονται οι δημοκρατικοί θεσμοί

    Σε έκθεση του Μαρτίου, το γερμανικό κέντρο ερευνών Bertelsmann Stiftung λέει ότι «η Ουγγαρία πλησιάζει το κατώφλι του ολοκληρωτισμού». Ο Ορμπαν επιμένει ότι αγωνίζεται για να διατηρήσει την εθνική ταυτότητα και τις χριστιανικές αξίες, ενώ γκρεμίζει μεθοδικά όλους τους δημοκρατικούς θεσμούς.  
    Επί οκτώ χρόνια πανίσχυρος πρωθυπουργός, με υπερπλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή, ξαναέγραψε το σύνταγμα περνώντας εκατοντάδες νόμους κατά της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της ελευθεροτυπίας. Διόρισε στρατιές δικών του στο Δημόσιο, ενώ διαφθορά και διαπλοκή κάνουν θραύση με κλεπτοκρατία α λα ρωσικά.
     
    Μόνιμο είναι και το ξενοφοβικό του παραλήρημα. Τον Μάιο του 2015, στο αποκορύφωμα της προσφυγικής κρίσης, εκατομμύρια Ούγγροι έλαβαν με το ταχυδρομείο το διαβόητο «ερωτηματολόγιο του μίσους» που τους έστειλε ο Ορμπαν, με ερωτήσεις όπως «Συμφωνείτε ότι οι οικονομικοί μετανάστες απειλούν τη ζωή και την περιουσία του ουγγρικού λαού;» και «Θα στηρίζατε τον εγκλεισμό λαθρομεταναστών σε στρατόπεδα εργασίας;».
    Οικοδομεί παράλληλα αναθεωρητικό ιστορικό αφήγημα, με πανταχού παρόντες τους χάρτες της «Μεγάλης Ουγγαρίας», που τη δείχνουν στα προ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σύνορα, προτού χάσει, ηττημένη, τα δύο τρίτα των εδαφών της – στα οποία δημιουργήθηκαν η Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία. «Ετσι μας πρόδωσε η Δύση» λέει η κρατική προπαγάνδα. Πρόσφατα άλλαξε και τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας, που γράφουν τώρα για το πόσο «προβληματική είναι η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών».


    Νέος εχθρός του λαού ο «μπαρμπα-Τζορτζ»

    Στη μεγάλη προεκλογική ομιλία του ο Ορμπαν είπε ότι η Ουγγαρία έδιωξε Οθωμανούς, Αψβούργους και Σοβιετικούς στη διάρκεια των αιώνων και τώρα θα διώξει τον «μπαρμπα-Τζορτζ», αναφερόμενος στον «νέο εχθρό του λαού», τον αμερικανό κερδοσκόπο, μεγαλοεπενδυτή και φιλάνθρωπο Τζορτζ Σόρος (ο οποίος είναι ουγγροεβραϊκής καταγωγής και υποστήριξε την κοινωνία των πολιτών στη χώρα μέσω των ιδρυμάτων Open Society).
     
    Η κυβέρνηση Ορμπαν τον παρουσιάζει σαν κακοποιό κερδοσκόπο που θέλει να καταστρέψει την Ευρώπη διευκολύνοντας τη μετανάστευση. Μία από τις γιγαντοαφίσες του κυβερνώντος κόμματος (Fidesz) δείχνει έναν χαμογελαστό Σόρος να αγκαλιάζει τους ηγέτες της αντιπολίτευσης, οι οποίοι φαίνονται στο μοντάζ να κρατάνε μεγάλα ψαλίδια, έτοιμοι να σκίσουν τον ουγγρικό φράχτη και να αφήσουν τους μετανάστες να πλημμυρίσουν τη χώρα.
    Εθνικιστική υπερηφάνεια και λαϊκίστικη δημαγωγία κατά των παγκοσμιοποιημένων ελίτ και της «φιλελεύθερης φούσκας» της ΕΕ παρουσιάζουν τους Ούγγρους σαν γενναίους υπερασπιστές μιας «χριστιανικής παράδοσης 2.000 ετών που κινδυνεύει από τον ηθικό σχετικισμό της παρακμιακής Δύσης».
     
    Και έτσι φτάνουμε στο λεγόμενο «ανατολικό άνοιγμα», άλλον έναν πυλώνα της πολιτικής του Ορμπαν, ο οποίος εμπνέεται από την «επιτυχία της Ρωσίας, της Κίνας και της Τουρκίας». «Χωρίζουμε τον δρόμο μας από τα δυτικά, ευρωπαϊκά δόγματα. Αρκετά! Η Ουγγαρία δεν θα γίνει αποικία της Δύσης, δεν θα ζήσει με διαταγές από ξένες δυνάμεις» φωνάζει.
    Με σημαία τη «χριστιανική εθνική ταυτότητα» κόντρα στη «φιλελεύθερη φούσκα» των Βρυξελλών, διακηρύσσει έναν πανευρωπαϊκό Kulturkampf (πολιτισμικό αγώνα). Η εκστρατεία του ωφελείται και από την οικονομία που αναπτύσσεται με 3% από το 2013, ενώ μεγάλα προγράμματα δημοσίων έργων έχουν ρίξει την ανεργία στο 3,8%. Ο κόσμος, ειδικά τα πιο φτωχά στρώματα, ψηφίζει Ορμπαν επειδή αύξησε τους μισθούς. Πολλά από τα λεφτά έρχονται από την ΕΕ (34 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκά κονδύλια ως το 2018), αν και φυσικά ο Ορμπαν δεν το διαφημίζει.
    Η ουγγρική Αριστερά παραμένει αδύναμη και αποδιοργανωμένη. Οι Σοσιαλιστές (στο 13% στις δημοσκοπήσεις έναντι 51% για το Fidesz) δεν έχουν ανακάμψει από τα σκάνδαλα διαφθοράς και την οργή για τη σκληρή νεοφιλελεύθερη λιτότητα που επέβαλαν το 2008, μετά το δάνειο των 26 δισ. που πήραν από το ΔΝΤ. Τη σκοτεινή εικόνα συμπληρώνουν οι φασίστες του Jobbik. Ενα ανοιχτά ρατσιστικό, νεοναζιστικό κίνημα με τάγματα εφόδου από τραμπούκους, το οποίο με 17% στις δημοσκοπήσεις αναμένεται να είναι τρίτη δύναμη στη νέα Βουλή.

    Γιατί κυριαρχεί ο ακραίος εθνικισμός

    «Οι ρίζες της ανελεύθερης δημοκρατίας και του εθνικιστικού λαϊκισμού είναι βαθιές στη μετακομμουνιστική Ευρώπη» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο δρ Αγγελος Χρυσόγελος, διδάσκων στο Τμήμα Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου King’s College στο Λονδίνο, και συνεργάτης του think tank Chatham House.
    «Σχετίζονται με την ιστορία αυτών των χωρών (μνήμες του Τριανόν στην Ουγγαρία, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Πολωνία κ.λπ.), τις δυσκολίες της μετάβασης του 1989, αλλά και ένα μόνιμο αίσθημα μειονεξίας που διατηρήθηκε ακόμα και μετά την ένταξή τους στην ΕΕ το 2004.

    Ακόμα και αν χώρες όπως η Πολωνία, π.χ., έχουν ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, μεγάλο μέρος της οικονομίας τους βρίσκεται υπό τον έλεγχο ξένων επενδυτών ενώ εκατομμύρια πολιτών τους έχουν μεταναστεύσει στη Δύση. Το οικονομικό τους μοντέλο στηρίχθηκε για χρόνια στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, κάτι που οδήγησε τις φιλοευρωπαϊκές ελίτ (οι οποίες αντιμετωπίζουν βάσιμες κατηγορίες διαφθοράς σε όλες αυτές τις χώρες) στο να παραμελούν αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και πρόνοιας» τονίζει ο δρ Χρυσόγελος.

    «Αν και υπάρχει η τάση να βλέπουμε αυτές τις χώρες ως “οπισθοδρομικούς Ανατολικούς” λόγω της έντασης παραδοσιακών κοινωνικών αξιών εκεί, η πολιτική τους πορεία τα τελευταία χρόνια αντανακλά σε τελική ανάλυση το τέλος της υπομονής με την οικονομική και πολιτιστική εξάρτηση από τη Δυτική Ευρώπη. Η μεταναστευτική κρίση του 2015 αποτέλεσε εμβληματικό γεγονός, καθώς η πίεση από την ΕΕ για μετεγκατάσταση προσφύγων εξελήφθη ως προσπάθεια της Δύσης να “εξαγάγει” την πολυπολιτισμικότητά της, και ως ένδειξη του πόσο οι Βρυξέλλες είναι όργανο των δυτικών χωρών (και κυρίως της Γερμανίας)» προσθέτει ο συνομιλητής μας.

    Και καταλήγει: «Από εκεί και πέρα, και παρά αυτούς τους κοινούς παράγοντες, είναι απαραίτητο να βλέπουμε και τις βασικές διαφορές μεταξύ αυτών των χωρών. Η Σλοβακία, π.χ., είναι στο ευρώ και πέραν του Μεταναστευτικού κινείται γενικά στον μέσο όρο των ευρωπαϊκών θέσεων. Η Τσεχία περισσότερο από μονοκομματικό αυταρχισμό κινδυνεύει μάλλον από το ακριβώς αντίθετο, την πολυδιάσπαση του κομματικού της συστήματος. Στην Πολωνία η αντίσταση προς τη σημερινή κυβέρνηση είναι έντονη στα ΜΜΕ και στην κοινωνία των πολιτών. Παραδόξως, ενώ η Πολωνία απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί “ανελεύθερη δημοκρατία”, είναι αυτή που έχει συγκεντρώσει τα περισσότερα πυρά από το εξωτερικό. Αντίθετα, η Ουγγαρία του Ορμπαν είναι πια ένα σχεδόν πλήρως μονοκομματικοποιημένο καθεστώς που αφέθηκε να γίνει τέτοιο με ελάχιστη αντίδραση από την ΕΕ από το 2010 και μετά».

    «Ο Ορμπαν έχει ένα πολύ πιο σταθερό και συνεκτικό εθνικιστικό αφήγημα από τους μιμητές του, που σχετίζεται με τη νοσταλγία για τη “Μεγάλη Ουγγαρία”, η οποία χάθηκε στη Συνθήκη του Τριανόν το 1920» είπε στο «Βήμα» και ο Μίτσελ Ορενσταϊν, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, ειδικός σε θέματα Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

    «Χαϊδεύει τον παραδοσιακό ουγγρικό εθνικισμό, πάντοτε καχύποπτος για τους Εβραίους και τους Ρομά (σ.σ.: παραδοσιακές μειονότητες στη χώρα). Η Ουγγαρία είναι μια μικρή, υπερήφανη, αλλά σχετικά φτωχή χώρα που εξαρτάται οικονομικά από την ΕΕ. Ετσι δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί έχει αποδειχθεί δημοφιλής η αγέρωχη στάση του Ορμπαν που ορθώνει εθνικό ανάστημα στην ΕΕ και στο ΔΝΤ. Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι γιατί η ΕΕ δεν έχει συγκρουστεί μαζί του. Η ΕΕ φαίνεται να τού έχει δώσει το “ελευθέρας”, την ώρα που εκείνος περιστέλλει ελευθερίες, απειλεί την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της δημοκρατίας, υπονομεύει το Συνταγματικό Δικαστήριο και κάνει επίδειξη φιλίας με τον Πούτιν» τόνισε ο Ορενσταϊν.

    Το ανατολικό φρούριο του αυταρχισμού

    Ο Ορμπαν δεν είναι μόνος. Μιμητές του σε Πολωνία, Τσεχική Δημοκρατία και Σλοβακία στήνουν ένα «ανατολικό φρούριο αυταρχισμού» στην καρδιά της Ευρώπης. Αλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, οι εθνολαϊκιστές ηγέτες της αποκαλούμενης «Ομάδας του Βίζεγκραντ (V4)», των τεσσάρων χωρών της Κεντρικής Ευρώπης που αρνούνται να δεχθούν πρόσφυγες, διαβρώνουν παράλληλα τους θεσμούς της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου παίζοντας το χαρτί της προστασίας των δήθεν «πραγματικών ευρωπαϊκών αξιών», του χριστιανισμού και του εθνικισμού.

    Σε ευθεία σύγκρουση με την ΕΕ βρίσκεται η Πολωνία με αφορμή την προσπάθεια του κυβερνώντος δεξιού κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) να εφαρμόσει σειρά μεταρρυθμίσεων στο δικαστικό σύστημα, οι οποίες απειλούν ευθέως το κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ο αρχηγός του PiS Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, που κινεί παρασκηνιακά τα νήματα στη μεγαλύτερη οικονομία της Ανατολικής Ευρώπης, επιχειρεί από το 2015 να χειραγωγήσει και τα ΜΜΕ μετατρέποντάς τα σε φερέφωνα της κυβέρνησης.

    Στην Τσεχία, ο φιλορώσος πρόεδρος Μίλος Ζέμαν και ο μεγιστάνας πρωθυπουργός Αντρέι Μπάμπις (γνωστός ως «Τραμπ της Πράγας») καταφέρονται με πύρινους λόγους εναντίον μεταναστών και μουσουλμάνων. Στη Σλοβακία, η λαϊκή κατακραυγή μετά τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου που ερευνούσε τη θηριώδη πολιτική διαφθορά, ανάγκασε σε παραίτηση τον αυταρχικό (και παραδόξως Σοσιαλδημοκράτη) πρωθυπουργό Ρόμπερτ Φίτσο – αλλά τον διαδέχθηκε το «δεξί του χέρι».

    Κάποιοι λένε ότι σε αυτές τις πρώην κομμουνιστικές χώρες η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία δεν ρίζωσε ποτέ πραγματικά – αντίθετα από τον εθνικισμό. Και αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στο Μεταναστευτικό: στην Πολωνία, μια χώρα 40 εκατομμυρίων κατοίκων, η κυβέρνηση δέχθηκε αρχικά να φιλοξενήσει μόλις 2.000 πρόσφυγες – αλλά μόνο χριστιανούς. Η Σλοβακία έθεσε παρόμοιο όρο. Ρουμανία, Βουλγαρία, Τσεχία, Πολωνία, Κροατία, Σλοβενία, χώρες της Βαλτικής, όλες αντιδρούν σθεναρά στη θέσπιση υποχρεωτικών ποσοστώσεων των προσφύγων.

    Αλλά το φαινόμενο είναι ευρύτερο. Δέκα χρόνια μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση του 2008 το μοντέλο ενός πανίσχυρου αυταρχικού ηγέτη (ο Homo Orbanicus), που υπόσχεται σταθερότητα και ευημερία με εκπτώσεις στην ελευθερία, κατορθώνει συχνά να γοητεύει μεγάλες μάζες και να κυριαρχεί υπονομεύοντας τη νομιμοποιητική βάση της Δημοκρατίας, όχι μόνο στις φτωχές χώρες της Ανατολής αλλά ακόμα και στο ιστορικό προπύργιό της, τη Δύση, όπως έδειξε καθαρά η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος