• Αναζήτηση
  • Ανάσταση εκτός έδρας

    Oταν ήµουν µικρός (δηλαδή μικρότερος από όσο τώρα είμαι), το Πάσχα δεν το αγαπούσα. Αγαπούσα πάντα τα Χριστούγεννα. Eρχονταν κάθε Δεκέμβρη. Εκανε κρύο και το κρύο μού αρέσει. Ανάβαμε το τζάκι. Ελεγα κάλαντα, που είναι ένα σόου από μόνα τους, και περίμενα δώρα. Εβλεπα την «Υπέροχη ζωή» του Φρανκ Κάπρα στην τηλεόραση - περίμενα να χιονίσει.

    Καρπετόπουλος Αντώνης
    Ανάσταση εκτός έδρας | tovima.gr
    Oταν ήµουν µικρός (δηλαδή μικρότερος από όσο τώρα είμαι), το Πάσχα δεν το αγαπούσα. Αγαπούσα πάντα τα Χριστούγεννα. Eρχονταν κάθε Δεκέμβρη. Εκανε κρύο και το κρύο μού αρέσει. Ανάβαμε το τζάκι. Ελεγα κάλαντα, που είναι ένα σόου από μόνα τους, και περίμενα δώρα. Εβλεπα την «Υπέροχη ζωή» του Φρανκ Κάπρα στην τηλεόραση – περίμενα να χιονίσει.
    Το Πάσχα, αντιθέτως, μου έμοιαζε πολύβουο. Δεν ήξερα πότε γιορτάζεται. Οι γονείς συζητούσαν μέρες πριν τι καιρό θα κάνει: είχαν πάντα ένα περίεργο άγχος. Τη Μεγάλη Παρασκευή πάντα έβρεχε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να βάφουμε τα αβγά κόκκινα και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το δικό μου πάντα έσπαγε πρώτο. Η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας με καταπίεζε. Η λαμπάδα μου πάντα έσβηνε. Οι ταινίες και τα σίριαλ για το Πάσχα δεν μου άρεσαν ποτέ, γιατί οι κακοί είχαν πάντα μυτερό μούσι, ενώ οι καλοί είχαν άσπρο και περιποιημένο – άσε που ήξερα πάντα το τέλος. Και όταν την Κυριακή του Πάσχα τα ραδιόφωνα έπαιζαν όλη μέρα δημοτικά ήθελα να έχω γεννηθεί στην Ισλανδία. Και μετά, μεγαλώνοντας, όλα άλλαξαν.
    Μου πήρε καιρό να καταλάβω ότι το Πάσχα είναι μια τύχη σπάνια. Δεν είναι μια απλή γιορτή, αλλά μια υπέροχη μεγάλη παρένθεση. Σήμερα κρατάω τη νηστεία για σαράντα μέρες. Περιμένω τη μεγάλη περιφορά των Επιταφίων, που ολοκληρώνεται σε κάποιο τοπικό τσιπουράδικο. Χαίρομαι όταν βλέπω τις σούβλες. Μου αρέσει το χαμόγελο των ανθρώπων όταν λένε «Χριστός Ανέστη». Το Πάσχα, ακόμη κι αν ο καιρός είναι μουντός, είναι ένα μικρό καλοκαίρι – μια αληθινή ένεση ηθικού και δύναμης. Αρκεί να το γιορτάζεις στο χωριό. Γιατί μόνο εκεί λειτουργεί το θαύμα του Πάσχα, δηλαδή η επιστροφή σε μια ζωή που γίνεται ξαφνικά απλή και ανθρώπινη.   
    Το Πάσχα θα έπρεπε να γιορτάζεται υποχρεωτικά και μόνο στα ελληνικά χωριά – για την ακρίβεια, θα έπρεπε να απαγορεύεται να το γιορτάζει κάποιος σε πόλεις. Αν κάποιοι έπρεπε να το γιορτάζουν χωρίς να πάνε στην ύπαιθρο, θα έπρεπε να το γιορτάζουν σε κατακόμβες, όπως οι πρώτοι χριστιανοί – κρυμμένοι και με ένα βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης για τον διπλανό τους, που έμεινε κι αυτός στην πόλη γιατί δεν έχει ένα δικό του χωριό. Το Πάσχα στην πόλη, με όση λαμπρότητα κι αν γιορταστεί, είναι άσχημο, όπως όλα τα παράταιρα πράγματα. Είναι κιτς – ένα αισθητικό λάθος καθόλου αξιαγάπητο. Η Κυριακή του Πάσχα στην πόλη είναι μία ακόμη Κυριακή και όχι μια ιδιαίτερα γιορτινή Κυριακή. Η γιορτή θέλει σκηνικό, όπως οτιδήποτε έχει δράση. Οποιοι δεν το καταλαβαίνουν δεν έχουν γιορτάσει ποτέ τους. Σίγουρα δεν ξέρουν πόσο μεγάλη γιορτή είναι η υπερπαραγωγή που λέγεται ελληνικό Πάσχα.
    Το ξέρω ότι χωριά δεν έχουν όλοι, αλλά δόξα τω Θεώ υπάρχουν χωριά για όλους. Αν χωριό δεν έχεις, οφείλεις να βρεις ένα, να το υιοθετήσεις: είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει. Θέλει από σένα μια ελάχιστη αφοσίωση και τίποτα περισσότερο. Θέλει να πηγαίνεις σε αυτό κάθε φορά που έχεις ευκαιρία, να μη λειτουργείς σαν περαστικός, αλλά να γνωρίσεις τους ντόπιους, να μάθεις τα μονοπάτια και να δεις τις μυστικές εικόνες του, να μιλάς την ντοπιολαλιά και κυρίως να περνάς πάντα εκεί το Πάσχα. Σε αυτό και μόνο θα ξαναβρίσκεις κάθε χρόνο για λίγο έστω τους χαμένους (αλλά τόσο απαραίτητους…) αργούς ρυθμούς, θα νιώθεις τον χρόνο να κυλάει στα μέτρα του ανθρώπου, θα σταματήσεις να τρέχεις. Θα καταλάβεις ότι εν τέλει η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι οι δύο πράξεις του ίδιου δράματος – στην πόλη Ανάσταση δεν θα καταλάβεις ποτέ, μολονότι αισθάνεσαι ότι σε σταυρώνουν κάθε μέρα.
    Το Πάσχα δεν έχει ξενόφερτους αγίους, κοκτέιλ πάρτι, πρωινό τα χαράματα, κατανάλωση και ευκαιρίες για να φορέσουν τα καλά τους οι κυρίες που ψάχνουν βλέμματα. Εχει μόνο την αίσθηση του γλυκού πεπρωμένου, αλλά και την επιβλητικότητα ενός ελληνικού σκηνικού. Θέλει βουνό, αεράκι, τον ήχο ενός κλαρίνου – ίσως και λίγη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Οχι άλλο τσιμέντο στις καρδιές.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες