Sheila Fitzpatrick
Οι σύμβουλοι του Στάλιν

Μετάφραση Γιώργος Μπαρουξής
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018
σελ. 646, τιμή 19,90 ευρώ

Οταν ο Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου των Κομισαρίων του Λαού, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενωσης, εκλεκτό μέλος της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων, πέθανε στις 9 Νοεμβρίου 1986, η κυβερνητική εφημερίδα «Ιζβέστια» τον χαρακτήρισε ως «προσωπικό συνταξιούχο πανενωσιακής σημασίας». «Mια παράξενα σοβιετική περιγραφή για το κύρος ενός προσώπου, όπου ο χαρακτηρισμός «προσωπικός» έδειχνε κάποιο ειδικό επίτευγμα ή συνεισφορά, και ο «πανενωσιακός» σήμαινε ότι η συνεισφορά του ήταν σε πανεθνικό και όχι σε τοπικό επίπεδο» σχολιάζει η διακεκριμένη αυστραλή ιστορικός Σίλα Φιτζπάτρικ. Η γλώσσα ήταν αυθεντικό δείγμα οργουελικής «νέας ομιλίας», ο έπαινος ωστόσο χλιαρός για κάποιον που για τρεις δεκαετίες είχε βρεθεί στον στενό πυρήνα άσκησης της σοβιετικής εξουσίας.

Εχοντας διαγραφεί από το κομμουνιστικό κόμμα με πρωτοβουλία του Νικίτα Χρουστσόφ στο απόγειο της αποσταλινοποίησης το 1961, ο Μολότοφ αποκαταστάθηκε μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, η θέση του όμως στο κάδρο της ιστορίας της ΕΣΣΔ παρέμενε αμφιλεγόμενη, εξ ου και η «Πράβντα» δεν τον μνημόνευσε, ενώ η κηδεία του δεν έγινε δημοσία δαπάνη. Με την εξαίρεση του λιγότερο γνωστού Λαζάρ Καγκανόβιτς, ο οποίος έζησε ως τον Ιούλιο του 1991, ο Μολότοφ ήταν ο τελευταίος επιζών της ομάδας στην οποία βασίστηκε ο Ιωσήφ Στάλιν για να κυβερνήσει τη Σοβιετική Ενωση από το 1923 ως το 1953. Τον τρόπο με τον οποίο η ομάδα αυτή συγκροτήθηκε, οργανώθηκε και λειτούργησε ως προέκταση (και σπανιότερα ως τροχοπέδη) της βούλησής του περιγράφει η Φιτζπάτρικ στην εξαίρετη συλλογική βιογραφία «Οι σύμβουλοι του Στάλιν».

Αυλική πολιτική

Στόχος της Φιτζπάτρικ είναι να διερευνήσει την άτυπη συλλογικότητα («Πολιτικό Γραφείο», «συμμορία», «φράξια» είναι άλλοι εναλλακτικοί όροι που προτείνει η ίδια) «με βάση τους σιωπηρούς κανόνες του παιχνιδιού που είχαν θεσπιστεί στο εσωτερικό της, και οι οποίοι, φυσικά, αλλάζουν με τον χρόνο, τον τρόπο με τον οποίο ο επικεφαλής της ομάδας διατηρούσε την εξουσία και ήλεγχε τα άλλα μέλη, τις τακτικές επιβίωσης, συνεργασίας και ανταγωνισμού που ακολουθούσαν αυτοί οι παίκτες, καθώς και τα συμφέροντα που προωθούσαν». Βάση του σκεπτικού της είναι ότι, παρά το γεγονός ότι «η διακυβέρνηση του Στάλιν συχνά περιγράφεται ως προσωπική δικτατορία», όρος που «σε πρακτικό επίπεδο ταιριάζει αρκετά καλά με την κατάσταση», αυτό που δεν αποδίδει αποτελεσματικά είναι ο τρόπος άσκησης της εξουσίας εκ μέρους του. Προτείνει λοιπόν ως προσφορότερο περιγραφικό σχήμα ένα μοντέλο «αυλικής πολιτικής»: ένα καθεστώς όπου «οι σχέσεις ανάμεσα στον μονάρχη και στους αυλικούς του ήταν ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής διαδικασίας, και το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η παραδοσιακή πραγματικότητα επανεμφανίστηκε πίσω από την πρόσοψη νέων επαναστατικών θεσμών όπως το Πολιτικό Γραφείο».
Ο στενός αυτός πυρήνας των αυλικών συνεργατών του Στάλιν συγκροτείται από πρόσωπα κατά βάση σταθερά επί τρεις δεκαετίες: Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, Λαβρέντι Μπέρια, Λαζάρ Καγκανόβιτς, Κλίμεντ Βοροσίλοφ, Αναστάς Μικογιάν, Γκιόργκι Μαλενκόφ. Νωρίτερα, σημαίνοντα μέλη της ομάδας είναι επίσης οι Σεργκέι Κίροφ και Σέργκο Ορτζονικίτζε, ως τη δολοφονία του ενός και την αυτοκτονία του άλλου, το 1934 και το 1936, αντίστοιχα. Αργότερα, στον εσώτερο κύκλο θα προστεθεί ο Νικίτα Χρουστσόφ. Ολοι τους επιτελούν σημαντικά καθήκοντα, άλλοτε ως υποχείρια του Στάλιν, άλλοτε ως συνδιαμορφωτές πολιτικής. Η Φιτζπάτρικ επισημαίνει με έμφαση ότι η άσκηση της σταλινικής εξουσίας δεν είναι μονοσήμαντη στον χρόνο ούτε μονολιθική. Διακρίνει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές στιγμές της: την πρώιμη περίοδο, τις «Μεγάλες Εκκαθαρίσεις», την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα μεταπολεμικά χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 «μια «συλλογική ηγεσία» συνυπήρχε με την de facto δικτατορία του Στάλιν», η απόλυτη μονοκρατορία του οποίου συμπίπτει με τις «δίκες της Μόσχας» και την εξόντωση της παλιάς επαναστατικής φρουράς των Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Μπουχάριν. Ακολουθεί η χαλάρωση των ετών του πολέμου, όπου η ομάδα λειτουργεί ως συνεκτική οντότητα στην οποία ο Στάλιν συμπεριφέρεται περισσότερο ως πρόεδρος παρά ως αφέντης –ο στρατάρχης Ζούκοφ περιγράφει «διαφωνίες και καβγάδες και […] πεισματική επιμονή». Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου και προτού η ηλικία τον καταβάλει μετά το 1950, ο «βοζντ» ανακτά τις πρότερα ανατεθειμένες εξουσίες και επανακάμπτει στο πλήρως συγκεντρωτικό πρότυπο.

Ανοδος και πτώση

Σύμφωνα προς τα παραπάνω, στην πορεία του βιβλίου τα μέλη της ομάδας επεκτείνονται και συμπτύσσονται, αναλαμβάνουν αρμοδιότητες και τις χάνουν, ευνοούνται και πέφτουν σε δυσμένεια, ανεβαίνουν στην ιεραρχία για να κατακρημνιστούν, τοποθετούνται σε ανώτατα αξιώματα για να απομακρυνθούν, εγκαθίστανται στην πρωτεύουσα και εξακοντίζονται στην περιφέρεια, αποκτούν προνομιακή πρόσβαση στον Στάλιν για να την απολέσουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Φιτζπάτρικ χρησιμοποιεί τακτικά στην αφήγησή της δύο εμβληματικά μέτρα για να καταδείξει τη θέση τους την εκάστοτε δεδομένη στιγμή. Το πρώτο είναι το στάτους των προστατευομένων τους σε χαμηλότερες θέσεις της πολιτικής κλίμακας. Το δεύτερο είναι η συχνότητα επισκέψεων στον Στάλιν ως ένδειξη εγγύτητας και εύνοιας. Το 1939, για παράδειγμα, ο Μολότοφ «ήταν ο πιο συχνός επισκέπτης, όπως ίσχυε από χρόνια, με τον Μπέρια […] και τον Μαλενκόφ […] να είναι οι νέοι τακτικοί επισκέπτες. Σε σύγκριση με την ιεραρχία πριν από τις εκκαθαρίσεις, ο Καγκανόβιτς είχε πέσει στην έκτη θέση ως προς τη συχνότητα των επισκέψεων και ο Μικογιάν είχε ανεβεί στην τρίτη». Στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Μικογιάν θα υποσκελιστεί από τους Μπέρια και Μαλενκόφ, ενώ ο Μπέρια θα ξεπεράσει τον Μολότοφ το 1946 και το 1947.
Αν κάτι καθιστά το επιχείρημα της Σίλα Φιτζπάτρικ ισχυρό (και το βιβλίο γοητευτικό ανάγνωσμα) είναι το συνολικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφει τα πρόσωπα του δράματος: οι σκηνές στην ντάτσα του Στάλιν όπου οι οικογένειες των συνεργατών του έπαιζαν τένις, μπιλιάρδο, μπόουλινγκ, σκάκι, έκαναν σκι ή ιππασία, χόρευαν, τραγουδούσαν, έπιναν γεωργιανό κρασί, ενώ σε εκείνον «άρεσε να κάνει τον ντιτζέι βάζοντας τους δίσκους στο γραμμόφωνο»· το κλίμα τρομοκρατίας όταν οι συλλήψεις φίλων και συγγενών στη διάρκεια των εκκαθαρίσεων αγγίζουν τον στενό κύκλο· η φορτική απαίτηση του σοβιετικού δικτάτορα για υποκατάσταση της ανύπαρκτης ουσιαστικά οικογενειακής του ζωής από την παρουσία των υφισταμένων του σε νυχτερινά δείπνα και ολονυχτίες οινοποσίας· η ελάχιστη προσπάθεια που κατέβαλαν για να τον σώσουν μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που τον οδήγησε τελικά στον θάνατο το 1953. Ολα τα παραπάνω, όπως και η συλλογική, αλλά ανταγωνιστική μετασταλινική ηγεσία των Μπέρια, Μαλενκόφ, Χρουστσόφ μεταξύ 1953 και 1957, καταδεικνύουν με εμβληματικό τρόπο τις περίπλοκες σχέσεις φιλίας, φόβου, εξάρτησης –και τις συνέπειές τους. Η εκτέλεση του Λαβρέντι Μπέρια το 1953, όταν εκδηλώθηκαν οι ηγεμονικές του φιλοδοξίες, δείχνει ότι ο Νικίτα Χρουστσόφ, προτού εξελιχθεί σε απόστολο της αποσταλινοποίησης, υπήρξε γνήσιος μαθητής του δικτάτορα που υπηρέτησε για δεκαετίες.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ