• Αναζήτηση
  • #Delete MrFacebook

    Με τους όρους της ψηφιακής εποχής, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ είναι ένας δεινόσαυρος.

    Καρασαρίνης Μάρκος
     Με τους όρους της ψηφιακής εποχής, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ είναι ένας δεινόσαυρος. Μπορεί να μην έχει πατήσει ακόμη τα 34, η μορφή και το όνομά του ωστόσο κυκλοφορούν στον αδηφάγο χώρο του Διαδικτύου εδώ και 15 χρόνια – μία αιωνιότητα και μία μέρα για τον κόσμο των κοινωνικών μέσων. Ισως γι’ αυτό η αντίδρασή του στο σκάνδαλο της Cambridge Analytica που έπληξε το Facebook ήταν κωμικά αργή. Και δεν μιλάμε για την αρχική αποκάλυψη πριν από δύο χρόνια, όταν η υπόθεση της υποκλοπής των προσωπικών στοιχείων 50 εκατομμυρίων χρηστών έγινε για πρώτη φορά γνωστή, αλλά για τις τέσσερις ημέρες που μεσολάβησαν από τη στιγμή που ένας πρώην εργαζόμενος της Analytica φανέρωσε στον «Observer» όλες τις λεπτομέρειες για τη διαχείρισή τους στο πλαίσιο της δικτυακής εκστρατείας υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ έως τις 21 Μαρτίου, όταν ο Ζούκερμπεργκ αποφάσισε να βγει προς τα έξω για το καθιερωμένο damage control.
    Ισως θεώρησε ότι το brand name των 2,2 δισεκατομμυρίων χρηστών είναι απρόσβλητο από οτιδήποτε. Ισως υποτίμησε τη σημασία που δίνουν στα προσωπικά τους δεδομένα άνθρωποι πρόθυμοι σε μόνιμη βάση να κάνουν το timeline κοινωνό της προσωπικής τους ζωής. Το νόημα ωστόσο παραμένει ότι στο μεταξύ ο αντίκτυπος είχε γιγαντωθεί τόσο ώστε, ακόμα και μετά την παρέμβασή του, δημοσκόπηση της Reuters/Ipsos που δημοσιοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου έδειξε πως μόλις το 41% των Αμερικανών εμπιστεύεται πια το κοινωνικό μέσο ως προς την τήρηση του απορρήτου των στοιχείων τους.
    «Πρόκειται για διάρρηξη της εμπιστοσύνης μεταξύ του Facebook και των ανθρώπων που μοιράζονται τα δεδομένα τους μαζί μας και αναμένουν από εμάς την προστασία τους. […] Εχουμε την ευθύνη να προστατεύουμε τα δεδομένα σας και αν δεν μπορούμε να το κάνουμε, τότε δεν αξίζουμε να σας υπηρετούμε» ήταν το κεντρικό νόημα των δηλώσεων του Ζούκερμπεργκ, όπως και της τηλεοπτικής συνέντευξής του στο CNN. Ναι, η γλώσσα της θλίψης και της συντριβής είναι γνωστή, πάμε παρακάτω. Ηρθε η ώρα για αλλαγές στις διαδικασίες, τεχνικές διορθώσεις, επιτήρηση των τρίτων εταιρειών προγραμματισμού που συνεργάζονται με το Facebook στην ανάπτυξη εφαρμογών.
    Πολύ ωραία, αλλά όπως παρατηρούσε ο Αλέξις Μάντριγκαλ στο «The Atlantic» στις 21 Μαρτίου, όλα τα παραπάνω, μαζί και η απολογία, συνιστούν το «ελάχιστο δυνατό». Και αυτό γιατί, όπως σημειώνεται παρακάτω στο ίδιο άρθρο, έως το 2015 το Facebook έδινε σε τρίτες εταιρείες τα δεδομένα των χρηστών του ως νόμισμα: «Πριν από την είσοδο στο χρηματιστήριο παρείχαν και προσέφεραν τις προσωπικές πληροφορίες των χρηστών τους μαζικά σε όποιον τις ήθελε – σαν «ζαχαρωτά δεδομένων»».
     Η πρακτική για την οποία μιλάει ο Μάντριγκαλ αφορά το μοντέλο ανάπτυξης του Facebook στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Μετά την αρχική εισδοχή των χρηστών, το κοινωνικό δίκτυο έπρεπε να δημιουργήσει ένα πλέγμα το οποίο να διασφαλίζει την παραμονή τους εκεί τόσο ως μετρήσιμο διάστημα στη διάρκεια της ημέρας όσο και σε βάθος χρόνου. Οι προγραμματιστές εφαρμογών προσήλθαν ευχαρίστως: είχαν την ευκαιρία να διαφημίσουν το προϊόν τους σε ένα μεγάλο κοινό, να συνεργαστούν με έναν ραγδαία ανερχόμενο παίκτη στην αγορά του Διαδικτύου και να κερδίσουν μέρος από την αναγνωρισιμότητά του. Το Facebook κατακλύστηκε από τεστ προσωπικότητας και παιχνίδια, απλά apps σχεδιασμένα να χρησιμοποιούνται χωρίς πολλή σκέψη και με ελάχιστη περίσκεψη.
    Πρωταγωνίστρια εκείνων των χρόνων υπήρξε η εταιρεία Zynga. Το FarmVille, για όσους θυμούνται το βαθύ παρελθόν, υπήρξε τον Ιούνιο του 2009 ο προπομπός χιλιάδων παρόμοιων εφαρμογών που διαδίδονται έως σήμερα με την ταχύτητα πυρκαγιάς: μέσα σε έξι εβδομάδες απέκτησε 10 εκατομμύρια καθημερινούς χρήστες. Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων με παρόμοια μεγέθη στοιχείων θα ήταν για εταιρείες σαν τη Zynga κάτι σαν μάννα εξ ουρανού – και με την παραχώρησή τους το Facebook εξαγόραζε την αφοσίωσή τους. Θεωρητικά, τα δεδομένα αυτά δεν ήταν πλήρη: το δίκτυο «υποσχόταν στους χρήστες ότι οι εφαρμογές τρίτων, όπως το FarmVille, θα είχαν μόνο την απαραίτητη για τη λειτουργία τους πληροφορία», έλεγε στο «Atlantic» ο καθηγητής Σπουδών Μέσων Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια Σίβα Βαϊντιανατάν.

    «Στην πραγματικότητα, οι εφαρμογές είχαν δυνατότητα πρόσβασης σχεδόν σε όλα τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών – δεδομένα που οι εφαρμογές δεν χρειάζονταν». Ηδη από το 2010 δημοσιεύματα της «Wall Street Journal» είχαν επισημάνει το πρόβλημα της διαρροής στοιχείων από εφαρμογή σε εφαρμογή και από εταιρεία σε εταιρεία. Ο δρόμος για το μέλλον, μάλιστα, ήταν ορατός από τότε: η εφημερίδα ανέφερε ότι τουλάχιστον μία εταιρεία, η RapLeaf, χρησιμοποιούσε τον πακτωλό που είχε στη διάθεσή της για να δημιουργήσει ένα «προϊόν στοχευμένων διαφημίσεων».

     Στην περίπτωση της Cambridge Analytica η βαλίτσα πηγαίνει εξωφρενικά πιο μακριά. Σύμφωνα με τον 28χρονο Καναδό Κρίστοφερ Γουάιλι, πρώην εργαζόμενο της επιχείρησης (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν έχει καμία σχέση με το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ) και «βαθύ λαρύγγι» της υπόθεσης, ο μηχανισμός των διεργασιών έχει ως αφετηρία τον Αλεξάντρ Κόγκαν. Πρόκειται για έναν ερευνητή του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ ο οποίος, μέσω του τεστ προσωπικότητας «This Is Your Digital Life» που είχε σχεδιάσει ο ίδιος, απέκτησε άμεση πρόσβαση στα δεδομένα 270.000 χρηστών οι οποίοι  το είχαν κατεβάσει – και έμμεση σε εκείνα χιλιάδων δικών τους φίλων. Το αποτέλεσμα ήταν η συγκατάθεση των αρχικών χρηστών σε κάτι που εκατομμύρια άνθρωποι κάνουν στο Διαδίκτυο καθημερινά για να περάσει η ώρα να καταλήξει μέσω διακίνησης στα χέρια μιας επιχείρησης συμφερόντων του υπερσυντηρητικού αμερικανού δισεκατομμυριούχου Ρόμπερτ Μέρσερ, ουσιαστικού ιδιοκτήτη της Analytica, ως συμβολή στον ψηφιακό μηχανισμό της εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ.
    Η εταιρεία, όπως δήλωσε ο Γουάιλι στη «Washington Post» στις 21 Μαρτίου, πλήρωσε αρχικά τον Κόγκαν με 1.000 δολάρια προκειμένου «να πειραματιστεί με την εφαρμογή του». Οταν σε διάστημα λίγων μόνο ωρών τούς παρουσίασε στοιχεία 1.000 ατόμων που είχαν κατεβάσει την εφαρμογή του και, επιπλέον, αυτά 160.000 φίλων τους, ενέκριναν 10.000 δολάρια για έναν δεύτερο γύρο «πειραματισμού»: «Ανταμείφθηκαν με σχεδόν 1 εκατομμύριο αρχεία που περιελάμβαναν ονόματα, πόλεις καταγωγής, ημερομηνίες γεννήσεως, θρησκεύματα, επαγγελματικά και εκπαιδευτικά ιστορικά και προτιμήσεις, όπως αυτές εκφράζονται από το δημοφιλές κουμπί του «like» στο Facebook».
    Χρησιμοποιώντας τα εξαγορασμένα στοιχεία («υπέθετα ότι όλα ήταν νόμιμα και υπεράνω κάθε υποψίας»), o Κρίστοφερ Γουάιλι επέβλεψε, υπό την υψηλή εποπτεία του τότε διευθυντή της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Μπάνον, τη δημιουργία εκλεπτυσμένων ψυχολογικών και πολιτικών προφίλ και στη συνέχεια τον βομβαρδισμό των κατόχων τους με στοχευμένες πολιτικές διαφημίσεις προορισμένες να εκμεταλλευθούν τις πιθανές πολιτικές τους συμπεριφορές με τρόπο ευνοϊκό για τον Τραμπ. Οπως το έθετε με μετριοφροσύνη ο ίδιος στην πρώτη του αποκαλυπτική συνέντευξη στον «Observer» της 18ης Μαρτίου, «εγώ δημιούργησα το εργαλείο ψυχολογικού πολέμου του Στιβ Μπάνον».
     
    Θα σημάνει η τωρινή αναταραχή την οριστική λήξη του ειδυλλίου του Facebook και των χρηστών του; Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη μαζική έξοδο όλων όσοι έχουν επενδύσει μία δεκαετία από την επαγγελματική και την προσωπική τους ζωή εκεί και το σβήσιμο ελαφρά τη καρδία τόνων φωτογραφιών, σχολίων και συνδέσεων. Από την άλλη πλευρά, το φράγμα της ανοχής για τις ατασθαλίες των ισχυρών κατέρρευσε με τον Χάρβεϊ Γουάινστιν. Η κίνηση του Ελον Μασκ να αδρανοποιήσει πάραυτα τους λογαριασμούς της Tesla και της SpaceX από το Facebook έπειτα από συζήτηση στο Twitter με τον Μπράιαν Ακτον, συνιδρυτή του WhatsApp, δεν είναι καλό νέο για τον Ζούκερμπεργκ. Οχι γιατί ο νοτιοαφρικανικής καταγωγής μεγιστάνας προτίθεται να ηγηθεί του κινήματος #deletefacebook, αλλά γιατί η πράξη του υποδεικνύει το πόσο ευαίσθητο θεωρείται το ζήτημα αυτή τη στιγμή.
    Μια χαρακτηριστική ένδειξη για αυτό είναι η ένταση με την οποία τέθηκε στον δημόσιο διάλογο στις ΗΠΑ τις τελευταίες ημέρες το ζήτημα της θεσμοθέτησης κανονιστικών ρυθμίσεων για το Facebook και τα υπόλοιπα κοινωνικά μέσα. Ιδιαίτερα σε έγκυρους ιστοτόπους τεχνολογικού χαρακτήρα, όπως το «Wired» και το «TechCrunch», διατυπώθηκαν ανοικτά προτάσεις που αφορούσαν ως και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να λυθεί πρακτικά το πρόβλημα. Προς υπεράσπιση των social media προσέτρεξε στις 21 Μαρτίου ο πολύς Ντόναλντ Γκράχαμ, πρώην εκδότης και ιδιοκτήτης της «Washington Post»: στο όνομα της ελευθερίας του πολιτικού διαλόγου, μεγάλο μέρος του οποίου διεξάγεται σήμερα σε πλατφόρμες όπως το Google και το Facebook, θα έπρεπε να αποφύγουμε κάτι τέτοιο, ήταν το νόημα του επιχειρήματός του. Συνοδευόμενο από το αφοπλιστικό ερώτημα «θέλετε ένα σύστημα όπου ο πρόεδρος Τραμπ θα παίζει ρόλο στο τι θα βλέπετε στη σελίδα του Facebook ή στην έρευνα του Google σας;» ήταν πειστικό έως έναν βαθμό. (Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο 72χρονος Γκράχαμ σημείωνε και ο ίδιος ότι παλαιότερα είχε υπηρετήσει για έξι χρόνια στο διοικητικό συμβούλιο του συγκεκριμένου κοινωνικού δικτύου.)
    Αν δεν φτάνουν όλα αυτά για να τονίσουν το εύρος της διένεξης, μπορεί να το συμπεράνει κανείς από τη σπουδή με την οποία η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε στις 26 Μαρτίου ότι προτίθεται να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο το Facebook χειρίζεται τα θέματα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Σε περίπτωση που βεβαιωθούν κρούσματα παραβίασης διάταξης της επιτροπής που το δίκτυο είχε υπογράψει το 2011 παραμονεύουν πρόστιμα έως και 40.000 δολαρίων ανά παράβαση. Επιπλέον, μια κλήτευση του Μαρκ Ζούκερμπεργκ προς κατάθεση αναφορικά με τον επιμερισμό των ευθυνών για τη διαρροή των δεδομένων στην Cambridge Analytica πλησιάζει. Ο ίδιος, βέβαια, είχε φροντίσει στη συνέντευξή του στο CNN την περασμένη εβδομάδα να θέσει τον εαυτό του στη διάθεση των Αρχών, άρα ως προς αυτό τουλάχιστον είναι ένα βήμα μπροστά.
     Εξακολουθεί να είναι ένα βήμα πίσω ως προς τις οικονομικές συνέπειες του σκανδάλου. Εχει βρεθεί ξανά σε παρόμοια θέση στο παρελθόν, είναι αλήθεια, όταν το 2013 περί τα 6 εκατομμύρια αρχεία με τηλεφωνικούς αριθμούς και διευθύνσεις χρηστών του είχαν καταστεί δημόσια εξαιτίας ενός τεχνικού λάθους. Τότε μια δημόσια απολογία είχε σταθεί αρκετή για να κατευνάσει τα πνεύματα. Σήμερα, ολοσέλιδες καταχωρίσεις με την υπογραφή του Ζούκερμπεργκ στις «Sunday Telegraph», «Sunday Times», «Mail on Sunday», «Observer», «Sunday Mirror», «Sunday Express», όπως και στους «New York Times», στη «Washington Post» και στη «Wall Street Journal» δεν καθησυχάζουν ούτε τους πελάτες του ούτε την αγορά. Η διαρκής νευρικότητα της τελευταίας αντικατοπτρίζεται στην πτώση της μετοχής του Facebook κατά 13% μεταξύ 16 και 27 Μαρτίου, ποσοστό που συνιστά χαμηλό οκταμήνου και το οποίο, σύμφωνα με τον δικτυακό τόπο Financial Post, μεταφράζεται σε απώλεια άνω των 70 δισ. δολαρίων.
    Ουσιαστικά, το εισόδημα του κοινωνικού μέσου είναι ταυτισμένο με τη διαρκή ανάπτυξή του. Αν η απώλεια εμπιστοσύνης παγιωθεί και διακόψει την ανοδική πορεία του αριθμού των χρηστών με τους οποίους ταυτίζεται η στοχευμένη διαφήμιση, από όπου προέρχεται η ροή κερδών του Facebook, το επιτυχημένο μοντέλο εκχρηματισμού του θα κινδυνεύσει μελλοντικά με κατάρρευση. Και όλα αυτά γιατί η στρατηγική της ανάπτυξης υπονόμευσε τις δεσμεύσεις της εταιρείας στους πελάτες της, έγραφε ο Αλέξις Μάντριγκαλ στο «The Atlantic». Με τους όρους του μονολόγου «Choose Life» από την εισαγωγή του «Trainspotting», όπως και ο ήρωας της ταινίας, ο ιδρυτής του Facebook δεν διάλεξε τη ζωή. Ο Μαρκ Ρέντον επέλεξε την ηρωίνη, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ την ανάπτυξη. Εσπειρε τον άνεμό της, τώρα θα θερίσει τις θύελλές της.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 1 Απριλίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino