• Αναζήτηση
  • Σχολικές βιβλιοθήκες, μια κυβερνητική ουτοπία

    Σε τούτο το ένθετο υποστηρίζουμε το βιβλίο και κάθε παρέμβαση της πολιτείας για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας με δομές και θεσμούς. Διαβάσαμε λοιπόν με πολύ ενδιαφέρον στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 28 Φεβρουαρίου την απόφαση που υπογράφει ο υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Γαβρόγλου για τη σύσταση «Συστήματος Δικτύου Σχολικών Βιβλιοθηκών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης».

    Κουζέλη Λαμπρινή
    Σε τούτο το ένθετο υποστηρίζουμε το βιβλίο και κάθε παρέμβαση της πολιτείας για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας με δομές και θεσμούς. Διαβάσαμε λοιπόν με πολύ ενδιαφέρον στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 28 Φεβρουαρίου την απόφαση που υπογράφει ο υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Γαβρόγλου για τη σύσταση «Συστήματος Δικτύου Σχολικών Βιβλιοθηκών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης».
    Από τις πρώτες γραμμές δημιουργούνται απορίες. Στην εποχή της δικτύωσης (networking), κατά την οποία το δίκτυο αποτελεί αξία, το υπουργείο δεν αρκείται σε ένα απλό δίκτυο βιβλιοθηκών αλλά οραματίζεται ένα «Σύστημα Δικτύου» – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Μπορεί το Σύστημα Δικτύου να ακούγεται σύνθετο, ωστόσο θα είναι ανέξοδο, καθώς «…από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού», επομένως δεν προβλέπονται καταρχήν κονδύλια για τεχνολογικό εξοπλισμό, πρόσληψη ειδικευμένου προσωπικού και αγορά βιβλίων.
    Στην απόφαση περιγράφονται οι χώροι, το προσωπικό, η αποστολή και οι υπηρεσίες των βιβλιοθηκών του Συστήματος Δικτύου. Δίνονται λεπτομερείς εξηγήσεις για την παραγωγή φωτοαντιγράφων σύμφωνα με τη νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων και για την απόσυρση βιβλίων αλλά λίγα γράφονται για τους τρόπους πρόσκτησης των βιβλίων, η οποία θα γίνεται «μέσω δωρεών», με την προϋπόθεση ότι «δεν αποτελούν στοιχείο πολιτικής, θρησκευτικής ή διαφημιστικής προπαγάνδας».
    Για τη στέγαση της Σχολικής Βιβλιοθήκης «επιλέγεται ο πλέον κατάλληλος χώρος, ο οποίος πρέπει να διαθέτει θέρμανση, εξαερισμό και καλό φωτισμό, με πρόβλεψη για την προσπελασιμότητα ατόμων με ανάγκες (ΑμεΑ)» και λαμβάνονται μέτρα «για τη διασφάλιση βέλτιστων συνθηκών φύλαξης της συλλογής, με έμφαση στην πυρανίχνευση/πυρόσβεση και την υγρασία». Αγνοεί το υπουργείο ότι σε πολλά σχολεία δεν υπάρχουν καν αίθουσες για να καλυφθούν οι διδακτικές ανάγκες, ότι δεν υπάρχει θέρμανση, ότι η υγρασία είναι μόνιμος σύντροφος των μαθητών;
    Διαβάζουμε στη συνέχεια ότι στις βιβλιοθήκες αυτές «Κατά περίπτωση εκτιμάται η ανάγκη ψηφιοποίησης σπάνιων/πολύτιμων τεκμηρίων ή/και ευαίσθητων ως προς τη χρήση τους». Τη στιγμή που μέχρι τώρα ούτε καν η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) δεν μπορεί με ίδια μέσα να ψηφιοποιήσει τις συλλογές της, οι σχολικές βιβλιοθήκες που θα συσταθούν στα δημοτικά σχολεία θα ψηφιοποιούν τυχόν πολύτιμο υλικό, πάντοτε χωρίς να επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
    Η σχολική βιβλιοθήκη που οραματίζεται το υπουργείο Παιδείας βρίσκεται «στην αιχμή της διδασκαλίας και της μάθησης», εκεί οι μαθητές δανείζονται βιβλία και περιοδικά, χρησιμοποιούν την τεχνολογία των πληροφοριών και των επικοινωνιών, μαθαίνουν για το ταξινομικό σύστημα της βιβλιοθήκης, αναπτύσσουν δεξιότητες στην εκμάθηση μεθόδων ανεξάρτητης αναζήτησης, ασκούνται στην ανάπτυξη ερευνητικών σχεδίων μάθησης, αξιοποιούν αναλογικούς και ψηφιακούς πόρους για θεατρικούς αυτοσχεδιασμούς, δημοσιογραφικού τύπου δραστηριότητες και διαλογικές συζητήσεις για κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα. Αυτή η πληθώρα υπηρεσιών της σχολικής βιβλιοθήκης θα πρέπει να συμπυκνωθεί σε ένα τρίωρο εβδομαδιαίως, εφόσον η απόφαση ορίζει ότι «η βιβλιοθήκη θα παραμένει ανοιχτή για τρεις (3) ώρες την εβδομάδα». Φαίνεται ότι το υπουργείο Παιδείας ζει σε μια άλλη χώρα, σε ένα παράλληλο σύμπαν.

    Στον καθρέφτη της πραγματικότητας

    Σε τούτη τη χώρα και σε τούτο το σύμπαν, η Ιστορία λέει τα εξής: η ίδρυση σχολικών βιβλιοθηκών εμφανίζεται στην ελληνική νομοθεσία από το 1985. Αρχίζουν να λειτουργούν, μόνο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, από τη σχολική χρονιά 1999-2000, με την ενθάρρυνση σχετικής χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Λειτούργησαν περίπου 800 βιβλιοθήκες – σε μια κατά κοινή ομολογία αποτυχημένη προσπάθεια, με ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις – ως το 2011, όταν παύει ο θεσμός.
    Την ίδια χρονιά – πάνω στο ξέσπασμα της κρίσης, θα πει κανείς – καταργούνται και οι 28 βιβλιοθήκες του Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών (ΟΠΕΒ) που λειτουργούσαν από το 1979 σε απομακρυσμένες και υποβαθμισμένες περιοχές, καλύπτοντας το κενό της έλλειψης σχολικών βιβλιοθηκών, διότι το υπουργείο Παιδείας δεν μπορεί να τις συντηρήσει.
    Στο μεταξύ, με πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών, αρχίζουν να δημιουργούνται στα δημοτικά σχολεία βιβλιοθήκες για να υποστηρίξουν την ώρα της Φιλαναγνωσίας. Ωστόσο, μετά την κατάργησή της και την ενσωμάτωσή της στο μάθημα της Γλώσσας, σε πολλά σχολεία οι βιβλιοθήκες διαλύονται και τα βιβλία μοιράζονται σε γραφεία και τάξεις.

    Ενστάσεις και ψηφίσματα

    Η Ενωση Ελλήνων Βιβλιοθηκoνόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης (ΕΕΒΕΠ) σε ψήφισμά της υπογραμμίζει ότι η απόφαση «αγνοεί την εμπειρία από το πρόγραμμα Σχολικών Βιβλιοθηκών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, για το οποίο δαπανήθηκαν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για να είναι σήμερα κλειστές» και ότι «επιχειρείται η δημιουργία ενός θεσμού χωρίς σαφή σκοπό και τρόπο παρέμβασης και αλληλεπίδρασης με την εκπαιδευτική διαδικασία».
    Τις ενστάσεις της εκφράζει, σε ανοιχτή επιστολή προς τον υπουργό, την οποία υπογράφουν βιβλιοθηκονόμοι, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες του βιβλίου, και η κοινωνιολόγος Ειρήνη Βοκοτοπούλου, υπεύθυνη ιστοσελίδας για την προώθηση της ανάγνωσης στις παιδικές ηλικίες και συνεργάτρια του Δικτύου Ελληνικών Βιβλιοθηκών της ΕΒΕ, ρωτώντας, μεταξύ άλλων: «Ποια η αναγκαιότητα ίδρυσης ενός ακόμη δικτύου βιβλιοθηκών όταν υπάρχει το Δίκτυο Ελληνικών Βιβλιοθηκών του οποίου προΐσταται η Εθνική Βιβλιοθήκη;».
    Το Δίκτυο Ελληνικών Βιβλιοθηκών είναι επίσης ένας νέος θεσμός, που ακόμη δεν έχει καλά-καλά εδραιωθεί και αναπτυχθεί. Μόλις εισήλθε στην τέταρτη χρονιά της λειτουργίας του υπό την ΕΒΕ, η οποία εποπτεύεται από το υπουργείο Παιδείας. Αναρωτιέται κανείς γιατί το υπουργείο δεν υποστηρίζει μια υπάρχουσα δομή, η οποία αρχίζει να φέρνει θετικά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης της φιλαναγνωσίας και της δημιουργικότητας, ειδικά στις ηλικίες της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά διακινδυνεύει την αποδόμηση του υπάρχοντος Δικτύου με τη σύσταση Συστήματος Δικτύου Σχολικών Βιβλιοθηκών αμφίβολης υλοποίησης.
    Ενδεικτικό είναι ότι «η ευθύνη λειτουργίας της (σχολικής βιβλιοθήκης) δύναται να ανατίθεται σε εκπαιδευτικό οποιασδήποτε ειδικότητας». Η ΕΕΒΕΠ στο ψήφισμά της καταγγέλλει ότι «απουσιάζει η στελέχωση των σχολικών βιβλιοθηκών με εξειδικευμένο προσωπικό (αποφοίτους των σχολών Βιβλιοθηκονομίας της χώρας)», ωστόσο η πρόσληψη βιβλιοθηκονόμων δεν λύνει τα πρακτικά προβλήματα λειτουργίας μιας σχολικής βιβλιοθήκης. Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, όπως περιγράφεται από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ενώσεων Βιβλιοθηκονόμων και Ιδρυμάτων (IFLA) και την UNESCO, ο σχολικός βιβλιοθηκονόμος, ο λεγόμενος school librarian ή teacher-librarian στον αγγλόφωνο κόσμο, είναι ένας εξαιρετικά ειδικευμένος επαγγελματίας, πιστοποιημένος δάσκαλος και πιστοποιημένος βιβλιοθηκονόμος ταυτόχρονα, ένα υβριδικό είδος που δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί στα μέρη μας.
    Το σχέδιο «Συστήματος Δικτύου Σχολικών Βιβλιοθηκών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης», ένα συμπίλημα ποικίλων θεωρητικών απόψεων και διατάξεων περί βιβλιοθηκών γενικά, φαίνεται ότι δεν έχει λάβει υπόψη απόψεις ειδικών της βιβλιοθηκονομίας και της εκπαίδευσης που διατυπώθηκαν σε σχετικές διαβουλεύσεις κατά το παρελθόν και φαίνεται ανεδαφικό ήδη στα χαρτιά, πόσω μάλλον στην πράξη. Το σχολείο χρειάζεται τη βιβλιοθήκη για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του υπουργού Παιδείας. Χρειάζεται όμως έναν θεσμό μελετημένο και ρεαλιστικό, που θα γίνει πράξη με διάρκεια και αποτελέσματα, υπερβαίνοντας το επίπεδο της αβασάνιστης εξαγγελίας. «Η λειτουργία των Σχολικών Βιβλιοθηκών θα ξεκινήσει το σχολικό έτος 2017-18» καταλήγει η απόφαση, η οποία δημοσιεύεται ενώ το εν λόγω σχολικό έτος πλησιάζει στη λήξη του.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία