• Αναζήτηση
  • «Νέα καύσιμα» 5 δισ. ευρώ οι τράπεζες για τα κόκκινα δάνεια

    Επιπλέον «καύσιμα» 5 δισ. ευρώ για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των κόκκινων δανείων τα επόμενα χρόνια, προσθέτουν οι τράπεζες στη …δεξαμενή τους, μετά την εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (IFRS 9), που τέθηκαν σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2018.

    Μάρκου Αγης
    Επιπλέον «καύσιμα» 5 δισ. ευρώ για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των κόκκινων δανείων τα επόμενα χρόνια, προσθέτουν οι τράπεζες στη …δεξαμενή τους, μετά την εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (IFRS 9), που τέθηκαν σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2018.
    Οι αλλαγές που επέρχονται με τους νέους κανονισμούς, αφορούν τον τρόπο που κατηγοριοποιούν τα δάνεια που έχουν χορηγήσει τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία θα πρέπει πλέον να διακρίνονται σε πράσινα, μέσης ποιότητας και μη εξυπηρετούμενα.
    Για το λόγο αυτό κάθε τρεις μήνες θα επανεξετάζεται η πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη, ώστε εάν προκύπτει αλλαγή επί τα χείρω, να προσαρμόζεται ανάλογα και η κάλυψη της οφειλής του.
    Στο πλαίσιο αυτό, οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι προχώρησαν σε αναταξινομήσεις των ανοιγμάτων τους προς τις πιο …κόκκινες κατηγορίες, γεγονός που τις ανάγκασε να σχηματίσουν επιπλέον προβλέψεις, που σε προ φόρων βάση ανέρχονται σε 5,7 δισ. ευρώ, ενώ με την αφαίρεση του αναβαλλόμενου φόρου, το ποσό αυτό μειώνεται κατά 700 εκατ. ευρώ περίπου.
    Η ευκαιρία
    Η συγκεκριμένη προσαρμογή δεν επηρεάζει καθόλου τα αποτελέσματά τους, επιβαρύνει άμεσα μόνο την καθαρή τους θέση, ενώ η απομείωση στα εποπτικά τους κεφάλαια εφέτος θα είναι μόνο της τάξης του 5%.
    Κι αυτό διότι οι εποπτικές αρχές έχουν προβλέψει τη σταδιακή, σε βάθος 5 ετών, εναρμόνιση των δεικτών κεφαλαιακής τους επάρκεια, η οποία θα φτάσει σωρευτικά το 15% το 2019, το 30% το 2020, το 50% το 2021, το 75% το 2022 και το 100% το 2023.
    Δηλαδή στην περίοδο που καλύπτουν τα stress tests, μέχρι και το 2020, μόνο το 30% της επίπτωσης θα επηρεάσει τα εποπτικά τους κεφάλαια, ήτοι 1,70 δισ. ευρώ.
    Μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2015, οι σχετικοί δείκτες βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, κι ως εκ τούτου ακόμη και μετά την αναπροσαρμογή τους διατηρούνται αρκετά πάνω από τα ελάχιστα όρια που ορίζει η εποπτική αρχή.
    Όπως επισημαίνουν αναλυτές που παρακολουθούν τον κλάδο, οι αλλαγές αυτές παρέχουν ευελιξία στις διοικήσεις των τραπεζών να καθαρίσουν ταχύτερα τους ισολογισμούς τους, αναλαμβάνοντας ζημιές από ρυθμίσεις και πωλήσεις δανείων, που θα καλυφθούν από τις προβλέψεις λόγω IFRS 9.
    Οι ανακοινώσεις των τραπεζών
    Αναλυτικότερα, οι τράπεζες ανακοίνωσαν τα εξής:
    – Εθνική Τράπεζα: Η υιοθέτηση του ΙFRS 9 θα έχει συνολική επίπτωση στην καθαρή θέση του Ομίλου κατά περίπου 1,45 δισ. ευρώ σε προ φόρων βάση.
    Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση των σωρευμένων προβλέψεων απομείωσης δανείων και απαιτήσεων κατά πελατών του Ομίλου κατά περίπου 10,7%.
    Η αρχική εφαρμογή των νέων προτύπων θα μειώσει την 1 Ιανουαρίου 2018 το Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) του Ομίλου κατά περίπου 50 μ.β.
    Χωρίς να ληφθούν υπόψη οι μεταβατικές διατάξεις η εκτιμώμενη αρνητική επίπτωση στο Δείκτη CET1 ανέρχεται σε 350 μ.β.
    – Τράπεζα Πειραιώς: Η επίπτωση των ΙFRS 9 στην καθαρή θέση της τράπεζας θα διαμορφωθεί σε προ φόρων βάση στα 1,60 δισ. ευρώ.
    Ο δείκτης CET1 του Ομίλου διαμορφώνεται περίπου στο 15,5% στις 31.12.2017 pro-forma για τις αποεπενδύσεις που είναι σε εξέλιξη.
    Εφαρμόζοντας τις μεταβατικές ρυθμίσεις, οι οποίες καταλήγουν σε επίπτωση 5% της εκτιμώμενης πρώτης εφαρμογής των προτύπων για το 2018, προκύπτει επίπτωση περίπου 25 μονάδων βάσης στο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET-1.
    – Eurobank: Η προ φόρων επίπτωση στα εποπτικά κεφάλαια της τράπεζας ανέρχεται συνολικά σε 1,1 δισ. ευρώ.
    Στην πρώτη χρονιά εφαρμογής η επίπτωση θα είναι της τάξεως των 16 μονάδων βάσης, στην τριετία αναφοράς των stress tests (2018 – 2020) 90 μ.β και σε full loaded βάση (μέχρι το 2023) 290 μονάδες βάσης.
    Pro-forma για την εφαρμογή του προτύπου IFRS9 για 1η φορά, η κάλυψη των NPEs βελτιώνεται κατά περισσότερες από 500 μονάδες βάσης σε 55,5%, ως αποτέλεσμα της αύξησης των συσσωρευμένων προβλέψεων κατά 1,0 δισ. ευρώ.
    – Alpha Bank: Σε προ φόρων βάση η συνολική επίπτωση στα εποπτικά κεφάλαια της τράπεζας ανέρχεται σε 1,5 δισ. ευρώ.
    Η εκτιμώμενη αύξηση των συσσωρευμένων απομειώσεων για δάνεια και απαιτήσεις κατά πελατών ανέρχεται σε 8,1%.
    Αντιστοίχως, με την εφαρμογή της πενταετούς μεταβατικής περιόδου, ο Δείκτης (CET1) εκτιμάται ότι θα επηρεαστεί κατά περίπου 0,1% για το πρώτο έτος, υπολογισμένος με στοιχεία της 31.12.2017.
    Στις 30.09.2017 ο δείκτης ανερχόταν σε 17,8 %.
    Οικονομία