• Αναζήτηση
  • Η παράλυση της Ιταλίας ταράζει την Ευρώπη

    «Η Ιταλία είναι μη κυβερνήσιμη» ήταν ο τίτλος της ιταλικής εφημερίδας «La Stampa» την επομένη των εκλογών και αναπαράχθηκε κατά κόρον σε όλη την Ευρώπη. Ιδιωτικώς όμως πολλοί Ευρωπαίοι που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ιταλία αλλά και παράγοντες των Βρυξελλών εκφράζουν την ανησυχία μήπως και η Ευρώπη γίνει μη κυβερνήσιμη μετά το αποτέλεσμα που έβγαλαν οι ιταλικές κάλπες την περασμένη Κυριακή.

    Μποζανίνου Τάνια
    «Η Ιταλία είναι μη κυβερνήσιμη» ήταν ο τίτλος της ιταλικής εφημερίδας «La Stampa» την επομένη των εκλογών και αναπαράχθηκε κατά κόρον σε όλη την Ευρώπη. Ιδιωτικώς όμως πολλοί Ευρωπαίοι που παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Ιταλία αλλά και παράγοντες των Βρυξελλών εκφράζουν την ανησυχία μήπως και η Ευρώπη γίνει μη κυβερνήσιμη μετά το αποτέλεσμα που έβγαλαν οι ιταλικές κάλπες την περασμένη Κυριακή.
    Οι ιταλικές εκλογές ενέτειναν το αίσθημα ανασφάλειας στην ΕΕ. Μία δεκαετία μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης η ΕΕ συνεχίζει να προσπαθεί να συνέλθει αντιμετωπίζοντας τη μία κρίση μετά την άλλη: Προσφυγικό, άνοδος ακροδεξιών και λαϊκιστικών αντιευρωπαϊκών κομμάτων, Brexit, δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία… Το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ιταλία απομακρύνει ακόμα περισσότερο την ελπίδα που είχε φέρει η εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία πέρυσι, ότι θα ξαναέμπαινε σε κίνηση η γαλλογερμανική ατμομηχανή και θα επιχειρούσε μια φιλόδοξη επανεκκίνηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Είναι πολύ αμφίβολο πλέον πόσες από τις μεταρρυθμίσεις που επιθυμεί να εισαγάγει ο Μακρόν στην ευρωζώνη (π.χ. υπερυπουργό Οικονομικών και κοινό προϋπολογισμό) θα γίνουν πραγματικότητα.  
    Η Ιταλία έχει τεράστιο δημόσιο χρέος που φθάνει το 132,6% του ΑΕΠ και είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην ΕΕ ύστερα από εκείνο της Ελλάδας, ενώ σε απόλυτους αριθμούς, 2,2 τρισ. ευρώ, είναι το μεγαλύτερο στην ΕΕ. Η προεκλογική εκστρατεία δικαιολογεί ανησυχίες ότι ενδέχεται να «ξεφύγουν» οι δημόσιες δαπάνες, καθώς τα περισσότερα κόμματα πλειοδότησαν σε ανεδαφικές υποσχέσεις, όπως εγγύηση κατώτατου εισοδήματος και διπλασιασμό κατώτατων συντάξεων.   
    Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα φέρει πιέσεις στη Ρώμη από τις αγορές: η αναταραχή μπορεί να μειώσει τη ζήτηση των κρατικών ιταλικών ομολόγων και να ρίξει κατά συνέπεια τις τιμές τους, πράγμα το οποίο θα αυξήσει τα επιτόκιά τους και συνεπώς το κόστος δανεισμού της ιταλικής κυβέρνησης.
    Οσον αφορά την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, η οποία προσκρούει στο ζήτημα του καταμερισμού του ρίσκου, θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο από τις επιπτώσεις στο ιταλικό τραπεζικό σύστημα από μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας στη Ρώμη.
    Η κυνική άποψη ότι ακόμα και αν η Ιταλία παραλύσει η Γαλλία και η Γερμανία μπορούν να προχωρήσουν χωρίς αυτή στις μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης δεν έχει ρεαλιστική βάση. Εδώ είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν οι Βρυξέλλες να προωθήσουν, όπως σκοπεύουν, τη νέα συμφωνία για το Μεταναστευτικό τον Ιούνιο, με τους Ούγγρους, τους Τσέχους και τους Πολωνούς να έχουν στυλώσει τα πόδια και να μη δέχονται καταμερισμό των προσφύγων. Αν προστεθεί και μια ξενοφοβική κυβέρνηση στην Ιταλία, το εγχείρημα γίνεται δυσκολότερο.

    «Η ΕΕ πληρώνει άραγε, μέσω του αποτελέσματος των ιταλικών εκλογών, την ανικανότητά της να βοηθήσει τη χώρα αυτή που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της προσφυγικής κρίσης, τη στιγμή που οι Ιταλοί τα τελευταία χρόνια έχουν τη νόμιμη εντύπωση ότι οι Βρυξέλλες τούς έχουν εγκαταλείψει;»
    αναρωτήθηκε ο «Monde». Η γαλλική εφημερίδα επικρίνει την ΕΕ για το ότι επικεντρώθηκε στο να ανακόψει τις ροές σύρων και ιρακινών προσφύγων υπογράφοντας τη συμφωνία με την Τουρκία, ενώ για τη ροή από την Αφρική προς την Ιταλία μέσω Λιβύης έγιναν λιγότερα. «Η λύση αυτή όμως βόλευε κυρίως τη Γερμανία που είχε πλημμυρίσει πρόσφυγες από τη βαλκανική δίοδο και όχι την Ιταλία που έχει πλημμυρίσει από οικονομικούς μετανάστες από την Αφρική μέσω της διόδου της Κεντρικής Μεσογείου».
    Σύμφωνα με στοιχεία της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, 170.000 μετανάστες και πρόσφυγες έφθασαν στην Ιταλία το 2014, 154.000 το 2015, 181.500 το 2016 και 119.000 πέρυσι.

    «Τι θα γίνει με τις ευρείες μεταρρυθμίσεις της ευρωζώνης, τις οποίες επιθυμεί ο Εμανουέλ Μακρόν, χωρίς την απαραίτητη στήριξη της Ρώμης απέναντι στους Γερμανούς που είναι πολύ λιγότερο ενθουσιώδεις απέναντι στην ιδέα της περαιτέρω εμβάθυνσης;»
    αναρωτήθηκε ο «Monde». «Η γαλλική άνοιξη που ευαγγελίστηκε η εκλογή του γάλλου προέδρου τον περυσινό Μάιο μοιάζει να δίνει πάλι τη θέση της στον χειμώνα των ευρωσκεπτικιστών».
    Οπως έχουν τα πράγματα σήμερα, δύο είναι οι κυριότεροι φόβοι στις Βρυξέλλες – ο ένας οικονομικός και ο άλλος πολιτικός. Αμφότεροι απειλούν την ΕΕ και, αν «ξεφύγουν», θα μπορούσαν να ξεκινήσουν ακόμα και το «ξήλωμά» της. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, με τις οποίες συνομίλησε «Το Βήμα» στις Βρυξέλλες αυτή την εβδομάδα, υπάρχει ο φόβος ότι οι αγορές δεν θα χαρίζονται για πολύ ακόμη στην υπερχρεωμένη Ρώμη όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα του μη σχηματισμού κυβέρνησης. Ο πολιτικός φόβος δεν είναι τόσο μήπως γίνει πρωθυπουργός ο ευρωσκεπτικιστής ακροδεξιός ηγέτης της Λέγκα Ματέο Σαλβίνι – δεν πρόκειται να κυβερνήσει μόνος του, άρα ο ευρωσκεπτικισμός του θα μετριαστεί ενδεχομένως από τον κυβερνητικό του εταίρο. Ο μεγαλύτερος πολιτικός φόβος των Βρυξελλών είναι μια αδύναμη κυβέρνηση στην Ιταλία, ανίκανη να λάβει σημαντικές αποφάσεις, η οποία θα άγεται και θα φέρεται από τις αντικρουόμενες απόψεις των εταίρων και τελικά θα καταλήγει να κάνει το απόλυτο μίνιμουμ.       
    Πρακτικά, θα χρειαστούν εβδομάδες ή μήνες παζαριών και διαπραγματεύσεων ώσπου να σχηματιστεί κυβέρνηση. Προς το παρόν ένα μοιάζει βέβαιο: η όποια κυβέρνηση θα περιλαμβάνει το Κίνημα 5 Αστέρων που έφερε το μεγαλύτερο ποσοστό την περασμένη Κυριακή. Το ερώτημα είναι με ποιον ή ποιους θα συγκυβερνήσει. Το λαϊκιστικό αυτό κόμμα απέρριπτε μέχρι πρότινος κάθε συνεργασία με τα παλαιά κόμματα του κατεστημένου, αλλά ο ηγέτης του, Λουίτζι Ντι Μάιο, άφησε να διαφανεί τελευταίως ότι μαλακώνει τη στάση του.  
    Αυτό ανοίγει τον δρόμο για μια πιθανή συνεργασία του Κινήματος 5 Αστέρων με το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, από την ηγεσία του οποίου δήλωσε ότι θα παραιτηθεί ο Ματέο Ρέντσι αλλά όταν σχηματιστεί κυβέρνηση, το οποίο σημαίνει ότι προς το παρόν χειρίζεται τις διαπραγματεύσεις δυσχεραίνοντάς τες. Τα δύο αυτά κόμματα έχουν αρκετές έδρες για να σχηματίσουν κυβέρνηση.

    «Οι Ιταλοί δεν συμφιλιώθηκαν ποτέ με το αυταρχικό και ρατσιστικό παρελθόν τους»

    «Είναι δύσκολο να πούμε τι θα προκύψει από τις ιταλικές εκλογές. Πιστεύω ότι ο Pρόεδρος της Δημοκρατίας θα θελήσει να δώσει την ευκαιρία στο Κίνημα 5 Αστέρων να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με το Δημοκρατικό Κόμμα. Αυτή θα ήταν η καλύτερη επιλογή για την ΕΕ – αν και η ΕΕ πρέπει μάλλον να αρχίσει να σκέφτεται γιατί την απορρίπτει τόσο πολύς κόσμος» λέει στο «Βήμα» ο Αντρέα Μαμόνε, καθηγητής Ιστορίας της Ευρώπης στο Royal Holloway του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συγγραφέας του βιβλίου «Transnational Neofascism in France and Italy» (Cambridge University Press). «Ο συνασπισμός αυτός όμως θα είναι δυνατός μόνο αν ο Ρέντσι βγει εντελώς εκτός παιχνιδιού. Ωστόσο, πολλοί κεντροαριστεροί ακτιβιστές και ηγέτες τοποθετούνται εναντίον. Πιστεύω όμως ότι ο Ντι Μάιο θα στοχεύσει σε έναν τέτοιου τύπου συνασπισμό».  

    Προσπαθώντας να εξηγήσει τη σημερινή κατάσταση στην Ιταλία, ο κ. Μαμόνε θεωρεί ότι «περίεργες ιδέες περί ελευθερίας του λόγου σε συνδυασμό με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξάπλωσαν την απήχηση της οργισμένης πολιτικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η πόλωση, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες: εμείς εναντίον αυτών, φασίστες εναντίον αντιφασιστών, πολέμιοι των μεταναστών εναντίον υπερασπιστών των μεταναστών, ευρωσκεπτικιστές εναντίον ευρωπαϊστών».

    Για την άνοδο των ακροδεξιών στην Ιταλία, σύμφωνα με τον κ. Μαμόνε, μεγάλη ευθύνη φέρει ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος, από την δεκαετία του ’90, έκανε ανοίγματα στην Ακροδεξιά, νομιμοποιώντας τη. «Αφότου πήρε την εξουσία, ο Μπερλουσκόνι και οι ακροδεξιοί σύμμαχοί του προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τον Μουσολίνι. Για παράδειγμα, σε μια περίφημη συνέντευξη το 2003 προς το βρετανικό περιοδικό “Spectator” και τον τότε αρχισυντάκτη του Μπόρις Τζόνσον (σ.σ.: νυν υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας), ο Μπερλουσκόνι υποστήριξε ότι ο φασισμός είναι μια “καλοήθης δικτατορία”».

    Ευθύνη φέρει και η Αριστερά. «Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, το ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έγινε πολύ πιο μετριοπαθές, αλλάζοντας το ιδεολογικό προφίλ του και εγκαταλείποντας την αντιφασιστική ρητορική του ως παρωχημένο απομεινάρι του παρελθόντος. Η παρακμή αυτή του αντιφασιστικού κινήματος κατέστησε δυνατή την αποδοχή νεοφασιστικών και ρατσιστικών δυνάμεων στην κυβέρνηση καθώς και την παρουσία προσώπων όπως η Αλεσάντρα Μουσολίνι, εγγονή του Ντούτσε, στο κόμμα του Μπερλουσκόνι (σ.σ.: νυν ευρωβουλευτίνα της Φόρτσα Ιτάλια)».

    Ο κ. Μαμόνε αναφέρει μια ιδιαιτερότητα της Ιταλίας. «Παρά το γεγονός ότι οι Ιταλοί εφηύραν τον όρο “φασισμός” μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και βίωσαν την πρώτη φασιστική δικτατορία, δεν κατάφεραν ποτέ να συμφιλιωθούν με το αυταρχικό και ρατσιστικό παρελθόν τους. Αντίθετα προς άλλες χώρες, η Ιταλία δεν πραγματοποίησε μια εθνική και “συμβολική” δίκη των φασιστών και της βίας τους, το οποίο αναμφίβολα συνέβαλε στην αποδοχή κομμάτων που έχουν τις ρίζες τους σε αυτή την ιδεολογία».

    Τέλος, υπάρχει και ευρωπαϊκή ευθύνη. «Είναι παράδοξο το γεγονός ότι η ΕΕ και το μετριοπαθές Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα πάντα έκαναν τα στραβά μάτια σε όλα αυτά».

    Κομβικός ο ρόλος του προέδρου

    Το ιταλικό Σύνταγμα δίνει στον πρόεδρο Σέρτζιο Ματαρέλα την εξουσία να αναθέσει τον σχηματισμό κυβέρνησης σε όποιο κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων κρίνει εκείνος, ασχέτως του ποιος έλαβε τις περισσότερες ψήφους. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί μέχρι να συγκληθεί η νέα Βουλή, στις 23 Μαρτίου, όταν θα εκλέξει τον νέο πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της δίνοντας μια πρόγευση των συμμαχιών που μπορεί να σχηματιστούν. Μέχρι να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή η νέα κυβέρνηση, όσους μήνες και αν πάρει αυτό καθώς το ιταλικό Σύνταγμα δεν ορίζει συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο, θα παραμείνουν στην εξουσία ο απερχόμενος πρωθυπουργός Πάολο Τζεντιλόνι και η κεντροαριστερή κυβέρνησή του. Αν δεν ευοδωθούν οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα κόμματα, ο πρόεδρος έχει το δικαίωμα να ορίσει τεχνοκρατική ή πολυκομματική κυβέρνηση, η οποία όμως έχει μικρές πιθανότητες επιβίωσης καθώς απαιτεί υποστήριξη από την πλειοψηφία στη Βουλή. Αν όλα τα παραπάνω αποτύχουν, ο Ματαρέλα θα προκηρύξει νέες εκλογές.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος