• Αναζήτηση
  • €450 εκατ. τον χρόνο για «μαξιλάρι ασφαλείας»

    Συνολικά 400-450 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως θα κοστίσει η αποκαλούμενη και «καθαρή έξοδος» της Ελλάδας από τα μνημόνια τον ερχόμενο Αύγουστο, όσο δηλαδή και το κόστος εξυπηρέτησης του «μαξιλαριού ασφαλείας» των 18-20 δισ. ευρώ που δημιουργείται για την επόμενη μέρα, ώστε να καλύπτει την αναχρηματοδότηση του χρέους ως τα τέλη του 2019.

    Συνολικά 400-450 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως θα κοστίσει η αποκαλούμενη και «καθαρή έξοδος» της Ελλάδας από τα μνημόνια τον ερχόμενο Αύγουστο, όσο δηλαδή και το κόστος εξυπηρέτησης του «μαξιλαριού ασφαλείας» των 18-20 δισ. ευρώ που δημιουργείται για την επόμενη μέρα, ώστε να καλύπτει την αναχρηματοδότηση του χρέους ως τα τέλη του 2019. Το προβλεπόμενο αυτό «απόθεμα ρευστότητας», που θα δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα να αποφεύγεται η προσφυγή στις αγορές σε περιόδους αστάθειας και αυξημένου κόστους αναχρηματοδότησης, δημιουργείται με τις δοκιμαστικές εκδόσεις ομολόγων (απομένουν άλλες δύο, 3ετούς και 10ετούς διάρκειας, 3 δισ. ευρώ εκάστη) πριν από τη λήξη του προγράμματος και με τη συμβολή (8-10 δισ. ευρώ) του ταμείου διάσωσης (ESM).
    Καθώς πάντως ιστορικά σε περιόδους πιέσεων στις αγορές επηρεάζονται περισσότερο οι χώρες με αδύναμη πιστοληπτική διαβάθμιση και ευάλωτη οικονομία, εύλογα ο σχεδιασμός της Ελλάδας για την επόμενη μέρα πρέπει να γίνει με προσεκτικά βήματα. Είναι χαρακτηριστικό πως η πρόσφατη αναταραχή οδήγησε σε άνοδο 20% την απόδοση του νέου 7ετούς ομολόγου, στο 4,2% από 3,5% κατά την έκδοσή του (όταν οι αποδόσεις ανεβαίνουν, οι τιμές υποχωρούν), ενώ σήμερα η Γερμανία δανείζεται με 0,6% σε βάθος δεκαετίας, η Ισπανία με 1,5%, η Πορτογαλία με 1,9%, ενώ η Ελλάδα με 4,5%.

    Η εμπιστοσύνη

    Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένοι στην αγορά, αλλά και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, εκτιμούσαν πως συμπληρωματικά θα μπορούσε να εξεταστεί και μια προληπτική πιστωτική γραμμή που θα αύξανε την εμπιστοσύνη των αγορών και θα μείωνε το κόστος δανεισμού τόσο για το Δημόσιο όσο και για τις τράπεζες. Οι αντεγκλήσεις πάντως μεταξύ της «καθαρής» εξόδου ή της εξόδου και μέσω και μιας προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής θα συνεχίζονται όσο πλησιάζει ο Αύγουστος. Για την κυβέρνηση αλλά και, ως έναν βαθμό, για τους δανειστές που θέλουν να απεμπλακούν από το ελληνικό πρόβλημα χωρίς να δεσμευθούν περαιτέρω κεφάλαια, η «καθαρή έξοδος» δείχνει καλύτερη λύση.

    Το «παράθυρο»

    Ωστόσο, ενώ η προληπτική  γραμμή του ESM θα καθιστούσε τους πόρους διαθέσιμους, χωρίς να είναι απαραίτητη εκ προοιμίου η άντλησή τους, η συσσώρευση ταμειακών διαθεσίμων συνεπάγεται  πρόσθετο δανεισμό και ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης. Ο Ricardo Garcia, επικεφαλής οικονομολόγος της UBS, εκτίμησε πως η Ελλάδα μπορεί να ανοίξει ένα «παράθυρο» πρόσβασης στις αγορές, χωρίς επίσημο πρόγραμμα διάσωσης, εάν η χώρα αναβαθμιστεί σε επίπεδα «επενδυτικού βαθμού». Ο ίδιος αναμένει και νέες αναβαθμίσεις αλλά, όπως εκτιμάται ευρέως, τον Αύγουστο η Ελλάδα θα υπολείπεται της επενδυτικής βαθμίδας (investment grade), καθώς σήμερα βρίσκεται κατά 5-6 βαθμίδες μακριά. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Eurobank και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών Νίκος Καραμούζης ανέφερε στο πλαίσιο του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών πως η συζήτηση μεταξύ «μαξιλαριού ρευστότητας» και «προληπτικής γραμμής» είναι μια τεχνική συζήτηση καθώς δεν θα φτάσουμε σε «καθαρή έξοδο» αν δεν έχουμε μια καθαρή απάντηση για τον τραπεζικό τομέα, για την αναδιάρθρωση χρέους, για την άρση των capital controls, αλλά και για την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.

    Ο ρεαλισμός της εξόδου και ο κίνδυνος της ανάπτυξης

    Πόσο ρεαλιστική είναι μια καθαρή έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια; αναρωτιέται η κυρία Μιράντα Ξαφά, senior scholar της CIGI. Αν και διαφαίνεται μια ομαλή έξοδος, απομένουν ακόμη πολλά να γίνουν. Θα πρέπει να ολοκληρωθούν τα προαπαιτούμενα, η όποια ελάφρυνση χρέους θα δοθεί υπό την αίρεση της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων, αναμένονται τα τεστ αντοχής, ενώ το ΔΝΤ θα πρέπει να κρίνει αν η μείωση του αφορολογήτου θα πρέπει να εφαρμοστεί από το 2019. Η κυβέρνηση επιδιώκει καθαρή έξοδο με ένα «μαξιλάρι» ύψους 18 δισ. ευρώ, με κόστος άνω των 400 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως. Απο την άλλη, μια προληπτική πιστωτική γραμμή θα αύξανε την εμπιστοσύνη των αγορών και θα μείωνε το κόστος δανεισμού τόσο για το Δημόσιο όσο και για τις τράπεζες, ενώ, καθώς η πιστοληπτική διαβάθμιση της Ελλάδας απέχει 5-6 βαθμίδες από την επενδυτική βαθμίδα, με τη λήξη του προγράμματος οι τράπεζες θα χάσουν την εξαίρεση που τους επιτρέπει την πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση από την ΕΚΤ και η Ελλάδα την ευκαιρία να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, έστω κατά την περίοδο επανεπένδυσης.

    Η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων και η επιστροφή στην ομαλότητα θα απαιτήσουν πάντως επίπονες προσπάθειες για πολλά χρόνια ακόμη. Αν οι επενδύσεις παραμείνουν στο σημερινό χαμηλό επίπεδο, είναι ορατός ο κίνδυνος η οικονομία να περιέλθει σε μια μακροχρόνια ισορροπία χαμηλής ανάπτυξης.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Οικονομία