• Αναζήτηση
  • Πώς αντιμετωπίζουμε την Τουρκία;

    Η πρόσφατη ένταση μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας με αφορμή το παρ' ολίγον θερμό επεισόδιο στα Ιμια αλλά και η ένταση γύρω από την Κυπριακή ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη) επιβάλλουν ορισμένα γενικότερα, ψύχραιμα συμπεράσματα/διδάγματα. Χωρίς αυτά δεν θα μπορέσουμε να πάμε παρακάτω εύκολα.

    Πώς αντιμετωπίζουμε την Τουρκία; | tovima.gr
    Η πρόσφατη ένταση μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας με αφορμή το παρ’ ολίγον θερμό επεισόδιο στα Ιμια αλλά και η ένταση γύρω από την Κυπριακή ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη)  επιβάλλουν ορισμένα γενικότερα, ψύχραιμα συμπεράσματα/διδάγματα. Χωρίς αυτά δεν θα μπορέσουμε να πάμε παρακάτω εύκολα.
    l Πρώτον, η σημερινή Τουρκία βρίσκεται στην πλέον αβέβαιη περίοδο στην ιστορία της. Δεν αγκυροβολεί σταθερά σε κανένα συλλογικό ή άλλο πλαίσιο, όπως ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ (παρά την πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Τίλερσον) παραμένουν στο χειρότερο δυνατό επίπεδο, η θέση της στο ΝΑΤΟ είναι υπό αμφισβήτηση, οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) είναι επίσης σχεδόν σε αδιέξοδο. Και βεβαίως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που ξεκίνησε στη Συρία κάθε άλλο παρά αποδίδουν τα προσδοκώμενα. Μια τόσο δομικά αβέβαιη Τουρκία και με ένα τόσο απρόβλεπτο πρόεδρο, τον Ρ. Ταγίπ Ερντογάν, είναι αναπόφευκτο να συμπεριφέρεται ανορθολογικά και επικίνδυνα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι λειτουργεί και χωρίς στρατηγική. Η Τουρκία έχει τη στρατηγική της για το Αιγαίο. Μόνο που εμείς δεν τη λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν, επικαλούμενοι άλλοτε μια ρηχή νομικίστικη ερμηνεία της πραγματικότητας και άλλοτε μια απλοϊκή εθνικιστική ρητορική. Σε κάθε περίπτωση εμφανιζόμαστε ως εάν να αγνοούμε την πραγματικότητα σε τέτοιο σημείο που να προτείνεται, π.χ.,  να προχωρήσουμε τώρα στην… επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα δώδεκα μίλια!
    l Δεύτερον, η πολιτική της Τουρκίας γύρω από τα Ιμια δεν έχει ουσιωδώς αλλάξει. Για την Τουρκία τα Ιμια δεν είναι απλώς μια ακόμη «γκρίζα ζώνη» αμφισβητούμενης κυριαρχίας. Τα Ιμια/Καρντάκ ανήκαν, κατά την άποψή της, στην Τουρκία (ανεξάρτητα από το τι λένε το διεθνές δίκαιο, οι συνθήκες και χάρτες). Στις ρηματικές διακοινώσεις του 1995-1996 το τόνισε εμφατικά: «Οι βραχονησίδες Καρντάκ που απέχουν 3,8 ναυτικά μίλια από την ηπειρωτική τουρκική χώρα  ανήκουν στην Τουρκία». Αυτό που φαίνεται να αλλάζει τώρα είναι η προσπάθεια να επιβάλει την άποψή της εγκαταλείποντας, ίσως, τη λογική που εδώ και δεκαετίες θεωρούσε τα Ιμια ως μια κατά κάποιον τρόπο «παγωμένη σύγκρουση» (frozen conflict).  
    l Τρίτον, η ένταση αλλά και η καθημερινώς ελλοχεύουσα απειλή για θερμή σύγκρουση που μπορεί να προκύψει από ένα θερμό επεισόδιο πιστοποιούν το πόσο λάθος έχουμε κάνει στο παρελθόν, όταν, ενώ υπήρχαν οι κατάλληλες ευκαιρίες, δεν επιλύσαμε τα προβλήματα με τη γείτονά μας. Οταν ουσιαστικά η Αθήνα εγκατάλειψε τη φόρμουλα επίλυσης των διαφορών που συμφωνήθηκε το 1999 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι. Και τούτο κάτω από την εκτίμηση ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, εκτίμηση που αποδείχθηκε πολλαπλώς ζημιογόνος αλλά και δαπανηρή τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο. Η Τουρκία διευρύνει συνεχώς την agenda εις βάρος μας.
    l Τέταρτον, η Ευρωπαϊκή Ενωση παραμένει για την Ελλάδα (και Κύπρο) το μόνο αξιόπιστο συλλογικό πλαίσιο που μπορεί να προσφέρει στήριξη χωρίς τη στρεβλωτική προσέγγιση «των ίσων αποστάσεων» που ακολουθεί το ΝΑΤΟ. Αρκεί η κυβέρνηση να μάθει να αξιοποιεί καλύτερα τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες της ΕΕ. Εάν π.χ. υπάρξει παρόμοιο με το πρόσφατο επεισόδιο, η Ελλάδα οφείλει να ζητήσει την ενεργοποίηση  της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής (άρθ. 42,7 Συνθήκη Λισαβόνας), με οτιδήποτε μπορεί αυτή να προσφέρει, αντί να εκστομεί απερίσκεπτα εθνικιστικές κορόνες.
    l Πέμπτον, αντιμέτωπη με έναν τόσο αβέβαιο γείτονα, είναι επιβεβλημένο για την Ελλάδα να σταθμίζει προσεκτικά τις ενέργειές της και ειδικότερα το timing ορισμένων πράξεων. Δεν χρειάζονται πατριδοκαπηλικοί θεατρινισμοί, ακροβασίες, ούτε απερίσκεπτες εξαγγελίες (όπως π.χ. αυτή για την ενοποίηση των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου που έγινε πρόσφατα). Και εν πάση περιπτώσει, η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει υπουργό Αμυνας ο οποίος, πέραν των οποιωνδήποτε άλλων… χαρισμάτων, δεν μπορεί να συνομιλήσει με τον ομόλογό του της άλλης πλευράς, αλλά ούτε με την πολιτική ηγεσία της χώρας. Αυτό δεν συμβαίνει πουθενά στην υφήλιο. Συνιστά μείζονα πολιτική ανωμαλία.
    l Εκτον, είναι επιτακτικό η Τουρκία «να ξαναδέσει» με το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οχι να ενταχθεί ως πλήρες μέλος, καθώς αυτό για το ορατό μέλλον δεν γίνεται. Δεν πληρούνται βασικές προϋποθέσεις. Αλλά να αγκυροβολήσει στην ΕΕ. Η Διάσκεψη Κορυφής ΕΕ – Τουρκίας που είναι προγραμματισμένη για τις 26 Μαρτίου στη Βάρνα προσφέρει μια ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Θα πρέπει και με τη βοήθεια της Ελλάδας να αξιοποιηθεί στον μέγιστο βαθμό.
    l Εβδομον, καλό είναι για τη χώρα να συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα, η πρόκληση και η απειλή και να λύσει τα υπόλοιπα με έναν έντιμο λογικό συμβιβασμό, όπως π.χ. το θέμα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας – πΓΔΜ. Ενα πράγμα είναι βέβαιο: κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, η βόρεια γειτονική μας χώρα δεν μπορεί να αποτελέσει και δεν αποτελεί απειλή για την Ελλάδα. (Αλλά βεβαίως ο ελληνικός λαός διαδηλώνει για φανταστικές απειλές. Για τις πραγματικές απειλές οποιασδήποτε μορφής και προέλευσης δεν φαίνεται να νοιάζεται και ιδιαίτερα. Ενα άλλο ελληνικό παράδοξο αποπροσανατολισμού.)
    l Ογδοον, Λευκωσία (κυρίως) και Αθήνα οφείλουν να κατανοήσουν ότι πλήρης αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Κύπρου δεν μπορεί, δυστυχώς, να υπάρξει χωρίς την προηγούμενη  επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Οσοι με το επιχείρημα των ενεργειακών πόρων διατείνονται επιπόλαια ότι η Κύπρος έχει εξασφαλίσει μέσω αυτών την επιβίωσή της και επομένως δεν χρειάζεται λύση του πολιτικού προβλήματος βρίσκονται – επιεικώς – εκτός πραγματικότητας. Η Κύπρος δοκιμάζει αυτή την περίοδο την έκνομη δραστηριότητα της Τουρκίας και λόγω της αποτυχίας επίλυσης του προβλήματος τον περασμένο Ιούλιο στον Κραν Μοντανά με ευθύνη και της Λευκωσίας και Αθήνας.
    Ο κ. Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες