• Αναζήτηση
  • Παρθένης σε άσπρο – μαύρο

    «Χαίρομαι για ό,τι έχω περάσει στην περιπέτεια της ζωής μου» συνήθιζε να λέει ο Δημήτρης Παρθένης.

    «Χαίρομαι για ό,τι έχω περάσει στην περιπέτεια της ζωής μου» συνήθιζε να λέει ο Δημήτρης Παρθένης. Ο γνωστός σχεδιαστής μόδας που δημιούργησε και έκανε διεθνές brand τα ρούχα Parthenis άφησε την τελευταία του πνοή το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου, στα 74 του χρόνια. Οσοι περνούσαν συχνά από το Κολωνάκι τον έβλεπαν στο κατάστημα της οδού Δημοκρίτου και Τσακάλωφ ή σε κάποιο γειτονικό καφέ – ήταν η ψυχή της επιχείρησης ακόμα και όταν δεν κρατούσε πλέον το τιμόνι της. Εκεί βρίσκονταν τα στέκια του, εκεί είχαμε βρεθεί και εμείς το 2014 με αφορμή ένα υπό έκδοση λεύκωμα με φωτογραφίες ελλήνων και ξένων φωτογράφων, οι οποίοι είχαν συναντηθεί μαζί του και είχαν στήσει υπό τις οδηγίες του τα θρυλικά editorials μόδας σε περιοδικά, συνήθως δεκαεξασέλιδα, με ρούχα της εταιρείας Parthenis. «Κάθε σεζόν, αντί να κάνω σόου, οργάνωνα αυτές τις φωτογραφίσεις γύρω από ένα θέμα κινηματογραφικό ή θεατρικό» είχε πει. Η σχέση του άλλωστε με τα περιοδικά ήταν ιδιαίτερα θερμή τη δεκαετία του ’80, τότε που τα ασπρόμαυρα editorials ήταν ιδιαίτερα της μόδας και ταίριαζαν άψογα με τις λιτές γραμμές και τη δωρική αυστηρότητα των ρούχων του.

    Σταθερά ανοδική

    Από το μικρό μαγαζί της Χαριλάου Τρικούπη, που άνοιξε το 1969, σε εκείνο του Συντάγματος, το «Brigitte», τον επόμενο χρόνο, η πορεία ήταν σταθερά ανοδική και είχε βασιστεί στην αλάνθαστη μέθοδο μάρκετινγκ που σήμερα αποκαλούμε word of mouth. Θα ακολουθούσαν η Μύκονος και το θρυλικό κατάστημα στην πλατεία Αλευκάντρας.

    Οπως αφηγούνταν ο Παρθένης, είχε βρεθεί στο νησί πρώτη φορά εντελώς τυχαία το 1975.  «Πήγαινα τη μητέρα μου στα Λουτρά στην Ικαρία και χάλασε το καράβι. Kατέβηκα, μου άρεσε αυτό που είδα, οπότε την πήγα στην Ικαρία και επέστρεψα. Το λατρεύω αυτό το νησί». Το κατάστημα άνοιξε το ’79 σε ένα κτίριο του 18ου αιώνα το οποίο λειτουργούσε ως καμπαρέ μέχρις ότου το αναλάβει ο Παρθένης. Η Μύκονος ήταν τότε στις μεγάλες δόξες της, καθώς οι αυθεντικοί κοσμοπολίτες της υφηλίου περιδιάβαζαν στα σοκάκια της, οπότε σύντομα η διακριτική φινέτσα των ρούχων του Παρθένη θα ταξίδευε και εκτός των ελληνικών συνόρων. Τα «ήσυχα και ουσιαστικά» βαμβακερά ρούχα στη χρωματική παλέτα του άσπρου, του μαύρου, του εκρού, του μπλε και του κόκκινου «για τους πιο ερωτικούς», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Παρθένης, άρχισαν να εξάγονται σε Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Αμερική. Οι χώρες άλλαζαν, το προφίλ όμως των πελατών παρέμενε περίπου ίδιο. Καλλιτέχνες, εστέτ, δυναμικές γυναίκες με καλλιέργεια και εκλεπτυσμένο γούστο έβρισκαν στα μονοχρωματικά ρούχα και από μια διαφορετική ποιότητα που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία τους, όσο διαφορετική κι αν ήταν αυτή. Για παράδειγμα, οι Γερμανοί έβρισκαν οικείο τον μινιμαλισμό του σχεδιασμού, ενώ οι Καλιφορνέζοι ένιωθαν ότι τα αεράτα, βαμβακερά ρούχα του ταίριαζαν στον ήλιο της Δυτικής Ακτής. Ο ίδιος ο Παρθένης είχε ζήσει για πέντε χρόνια στο Λος Αντζελες. Το ’89 διέθετε ρούχα του χονδρική σε μικρά μαγαζιά που πουλούσαν αποκλειστικά ρούχα διάσημων σχεδιαστών. «Πέρασα πολύ καλά στην Αμερική. Σταμάτησα γιατί δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω στις παραγγελίες».

    Ενστικτο και σύνεση

    Ο Δημήτρης Παρθένης γεννήθηκε στο Πασαλιμάνι. Ηταν ένα παιδί χαρισματικό καθώς, όπως έλεγε, από τα 15 του χρόνια τού άρεσε να βλέπει όπερα και θέατρο, ενώ διέθετε έντονη την αίσθηση της κομψότητας. Ηταν σίγουρος ότι θα ακολουθούσε στη ζωή του μια καλλιτεχνική πορεία, ότι θα δούλευε στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή ότι θα γινόταν ζωγράφος. Ξεκίνησε να δουλεύει ως ενδυματολόγος, βρέθηκε κοντά στον Βασίλη Φωτόπουλο, συνεργάστηκε με τον Μίνω Βολανάκη, σκηνοθέτησε δικές του παραστάσεις. Μολονότι ποτέ δεν τα εγκατέλειψε εντελώς, ήταν τελικά η μικρή ταμπελίτσα με τα μαύρα γράμματα αυτή που ταξίδεψε το όνομά του σε κάθε μεριά της Γης. «Αισθανόμουν ότι ήμουν πολύ ιδιαίτερος. Ενιωθα ότι είχα μια δύναμη. Δεν πήρα χαμπάρι τα δύσκολα στη ζωή μου, ήταν σαν να μην ήμουν εκεί». Βοηθούσε και το ότι διέθετε ένστικτο, σύνεση και επιχειρηματικό δαιμόνιο που τον βοήθησαν να αποφύγει τις επιδεικτικές σπατάλες ή τον δανεισμό, με αποτέλεσμα να καταφέρει να κρατήσει την επιχείρησή του όταν οι πάλαι ποτέ συνοδοιπόροι του και συνάδελφοι έβλεπαν τη δική τους να διαλύεται. Ηταν βεβαίως και ο ίδιος ιδιαίτερα χαρισματικός και επικοινωνιακός, το πρόσωπο πίσω από τη φίρμα Parthenis που πρόσδιδε μια προστιθέμενη αξία στα ρούχα του.

    Η μεγάλη αγάπη της ζωής του ήταν ανέκαθεν η κόρη του Ορσαλία. Εκείνη συνεχίζει με επιτυχία την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία διαθέτει πλέον τέσσερα καταστήματα στην Ελλάδα με «ναυαρχίδες» τους εκείνα της Αθήνας και της Μυκόνου, διατηρώντας αναλλοίωτη την αναγνωρίσιμη ταυτότητα της κομψής, μινιμαλιστικής αισθητικής του ελληνικού brand. Εχει μάλιστα αναπτύξει ένα δίκτυο χονδρικής που κάνει εξαγωγές σε Κύπρο, Λίβανο, Κουβέιτ, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ο σχεδιασμός και η παραγωγή των ρούχων παραμένουν στην Ελλάδα. «Εχει μια πολύ ωραία ενέργεια η Ορσαλία, είναι σαν να έχει ακτίνες φωτός» γύρω από το πρόσωπό της, όπως μου είχε πει ένας φίλος στην Αμερική» έλεγε ο Παρθένης. «Της έμαθα πράγματα αλλά έμαθα και εγώ τέχνη από εκείνη. Συνεχίζει αυτό που μου πήρε τόσες δεκαετίες για να φτιάξω, προσθέτοντας το δικό της λεπτό άρωμα στα ρούχα: τη θηλυκότητα και το ραφιναρισμένο glamour».  

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός