• Αναζήτηση
  • Ηλίας Υφαντίδης: «Θέλω ο κάθε λαός να έχει το ύφος του»

    Υπάρχουν άνθρωποι που χωρίς να είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα και την κοινωνία έχουν τη δύναμη να έχουν φτιάξει το δικό τους «γαλατικό χωριό».

    Σκίντσας Γιώργος
    Υπάρχουν άνθρωποι που χωρίς να είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα και την κοινωνία έχουν τη δύναμη να έχουν φτιάξει το δικό τους «γαλατικό χωριό». Να κάνουν δηλαδή αυτό που αγαπούν από τα μικράτα τους, να είναι αφοσιωμένοι στην παράδοση που κουβαλούν από γενιά σε γενιά και κυρίως να αισθάνονται γεμάτοι από τη ζωή τους. Οπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με τον ποντιακής καταγωγής δεξιοτέχνη της λύρας Ηλία Υφαντίδη, ο οποίος ασχολείται με τη μουσική από την ηλικία των 7 ετών. Οι γονείς του Τριαντάφυλλος και Ειρήνη επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα από την πρώην Σοβιετική Ενωση το 1965 και μετά κόπων και βασάνων απέκτησαν την εστία τους σε μια γειτονιά των δυτικών προαστίων. Ταβέρνα διατηρούσαν για να ζήσουν τα παιδιά τους, με τον Ηλία Υφαντίδη να έχει βάλει στόχο να μάθει λύρα. Το όργανο που έπαιζε και αγαπούσε ο συνονόματος παππούς του.
    Και τα κατάφερε. Οχι χωρίς κόπο, αλλά με περίσσια θέληση και όρεξη. Αρωγός σε αυτή του την προσπάθεια η γιαγιά του αλλά και η οικογένειά του. Το όνειρό του αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα σε ηλικία 14 ετών έχοντας δάσκαλό του τον Γιώργο Αμαραντίδη. Στην ηλικία των 17 ετών έρχεται η πρώτη του δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Εγώ ποντιοπούλ’ είμαι, τ’ όνομα μ’ εν’ Ηλία». Ακολουθεί το δεύτερο CD με τίτλο «Πόνος οψέ, οσήμερον και πάντα» και η τρίτη κατά σειρά δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Αυδές Πόντου».

    Ζωή, συνεχής αναζήτηση

    Ο Ηλίας Υφαντίδης έχει συμμετάσχει σε διάφορες μουσικές καταγραφές και ήταν συνεργάτης της Δόμνας Σαμίου, λαμβάνοντας μέρος σε διάφορες παραστάσεις καθώς επίσης και σε μουσικές παραγωγές όπως «Της Κυράς Θάλασσας», «Της φύσης και του έρωτα», «Παραλογές», «Ακριτικά» κ.α. Συμμετείχε στα τραγούδια της Γενοκτονίας στο CD με τίτλο «Στο δρόμο για το Τσιμενλί» και βραβεύτηκε από το Πολιτιστικό Κέντρο Ποντιακού Ελληνισμού Ψωμιάδειον. Εχει πάρει μέρος σε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχει ανταποκριθεί σε διάφορα καλέσματα συλλόγων και πολιτιστικών φορέων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πόλεις της Ευρώπης, της Αμερικής της Ρωσίας, ως εισηγητής για την ποντιακή μουσική και τα μουσικά όργανα του Πόντου. Ασχολείται επίσης με τη λαογραφική έρευνα και καταγραφή του ποντιακού Ελληνισμού. Ακόμα, με το ποντιακό θέατρο ως ηθοποιός στη Νέα Ποντιακή Σκηνή του Λάζου Τερζά αλλά και ως συγγραφέας γράφοντας ο ίδιος ποντιακά δρώμενα, θεατρικές παραστάσεις αλλά και παιδικά παραμύθια, κατά κύριο λόγο με τον Σύλλογο Ποντίων Ελευσίνας «Νέα Τραπεζούντα» αλλά και με διάφορα άλλα ποντιακά σωματεία.
    Το βιογραφικό του Ηλία Υφαντίδη ουσιαστικά δεν τελειώνει. Συνεχώς ψάχνεται, συνεχώς παίζει μουσική, συνεχώς γράφει επειδή, όπως σημειώνει και ο ίδιος στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα της Κυριακής», κύριο μέλημά του είναι η διάσωση και διάδοση της ποντιακής διαλέκτου καθώς και η διατήρηση των ηθών και εθίμων του ποντιακού Ελληνισμού. Και όλα αυτά τα κάνει καλά και με αγάπη. Μας υποδέχτηκε στο… ορμητήριό του, ψηλά στο δώμα του σπιτιού, στον ιδιαίτερό του χώρο. Με θέα σχεδόν όλη την Αττική. «Χάρηκα που θα τα πούμε εδώ», η πρώτη του κουβέντα. «Είναι ο χώρος που αισθάνομαι καλά. Περίμενε λίγο να φτιάξω δύο ελληνικούς να τα πούμε. Ελληνικό δεν πίνεις;». Και να μην έπινα ελληνικό, πώς θα μπορούσα να αρνηθώ; Δεν αρνήθηκα.

    Από το μπουζούκι στη λύρα

    Ο Ηλίας Υφαντίδης την παράδοση του Πόντου δεν τη σπούδασε, δεν τη διάβασε. Την είχε μέσα στο σπίτι του. Από την πρώτη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του. «Στο σπίτι μας υπήρχε και υπάρχει πάντα η ποντιακή γλώσσα – αυτή μιλάμε και σήμερα, δεν μιλάμε νεοελληνικά -, η λαλιά των Ποντίων. Η γιαγιά μου ήταν αυτή που μου έμαθε τη γλώσσα, τα τραγούδια, τα παραμύθια, όλα αυτά στα ποντιακά. Παράλληλα είχαμε βαθιά ριζωμένη μέσα μας και την έννοια της πατρίδας. Δόξα τω Θεώ, όλη η οικογένειά μου βάδιζε και βαδίζει όλα τα χρόνια με το κεφάλι ψηλά». Ηθελε να μάθει λύρα (ποντιακή), έβλεπε άλλωστε τη λύρα του παππού του στο σπίτι του, άρχισε με μπουζούκι – και μάλιστα του Μάρκου Βαμβακάρη -, αλλά τελικά τον βρήκε τον δρόμο του. Πιτσιρικάς όντας, πήρε τη λύρα του παππού του, πήγε σε έναν πολιτιστικό σύλλογο της περιοχής και από τότε δεν την άφησε από τα χέρια του.
    Οπως δεν άφησε από το μυαλό του και την ψυχή του και την παράδοση. Την αγάπη του για τον ποντιακό Ελληνισμό και πώς αυτή την αγάπη θα τη μεταλαμπαδεύσει στις νεότερες γενιές. «Το να είσαι λυράρης δεν σημαίνει ότι είσαι οργανοπαίκτης» μας εξηγεί ο Ηλίας Υφαντίδης και συνεχίζει: «Το να παίζεις λύρα και να τραγουδάς ποντιακά πρέπει να έχεις συναίσθηση του τι κάνεις. Να έχεις επίγνωση τι τραγουδάς. Να ξέρεις τα λαογραφικά, να έχεις επίγνωση και συναίσθηση του ποντιακού Ελληνισμού. Αυτό που λέμε εξέλιξη στην παράδοση θέλει μεγάλη προσοχή επειδή μπορεί να οδηγήσει στη μετάλλαξή της. Ολοι σήμερα θέλουν να γίνουν όλα γρήγορα… Δεν είναι όμως έτσι. Η παράδοση είναι σαν το λάδι. Ο,τι και να ρίξεις σε αυτήν πάνω θα μείνει. Ο δρόμος της παράδοσης δεν είναι στρωμένος με πέτρες και αγκάθια».
    Ο Ηλίας Υφαντίδης αγωνίζεται για τη διάσωση και διάδοση της ποντιακής παράδοσης από τα 19 του χρόνια. Τότε που μάζευε τους μικρούς χορευτές ενός πολιτιστικού συλλόγου και τους μάθαινε την ποντιακή διάλεκτο. Για αυτό κάθε χρόνο ανεβάζει και μια θεατρική παράσταση στα ποντιακά. Οι περισσότερες από τις δράσεις του γίνονται αφιλοκερδώς. Δεν το λέει ο ίδιος, το γνωρίζει όμως η πιάτσα, οι πολιτιστικοί σύλλογοι με τους οποίους συνεργάζεται, είτε στη μουσική είτε στο θέατρο είτε όπου αλλού μπορεί να βρει πρόσβαση.

    Το μπροστά υπάρχει πίσω μας

    Η αγάπη του για τη μουσική δεν τον αφήνει όμως αδιάφορο για το τι συμβαίνει γύρω του. Χωρίς να εκπονεί πολιτικό μανιφέστο, ο Ηλίας Υφαντίδης σημειώνει ότι «για να πάμε μπροστά πρέπει να δούμε τι γινόταν πίσω. Οι παλιοί τα έχουν τραγουδήσει, τα έχουν διηγηθεί. Υμνούμε τη λαϊκή μούσα της μουσικής. Εκείνη που έβαζε στο στόμα του λαού γεγονότα και καταστάσεις. Αν γράψεις ένα βιβλίο, πόσοι θα το διαβάσουν, αλλά ένα τραγούδι; Και μην ξεχνάμε και τα παραμύθια. Μπορεί να διασκεδάζουν τα παιδιά, αλλά τα παραμύθια είναι για τους μεγάλους. Σήμερα αν μιλάς για την πατρίδα σου είσαι εθνικιστής. Αν μιλάς για τον Θεό είσαι άνθρωπος με παρωπίδες. Δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Δεν έχω το δικαίωμα να αγαπώ την πατρίδα μου; Δεν είναι μόνο η παγκοσμιοποίηση. Υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Θέλω ο κάθε λαός να έχει το ύφος του, το χρώμα του, τα ήθη και τα έθιμά του, την ιστορία του. Σχεδόν καθημερινά πεθαίνει και μια διάλεκτος. Αυτό είναι φτώχεια. Ο πολιτισμός είναι θέμα ουσίας. Σήμερα βαφτίζουν πολιτισμό κάθε ασχήμια. Η παράδοση είναι η καλημέρα στον συνάνθρωπό σου. Να δώσεις το χέρι σου και να σηκώσεις αυτόν που είναι πεσμένος δίπλα σου. Δεν μιλώ για παρωπίδες. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε».
    Η αγάπη του για την παράδοση του Πόντου δεν σταματά. Οπως και ο προγραμματισμός των δράσεών του. Προς την κορύφωση των Παθών θα δώσει συναυλίες με την ποντιακή λύρα ψάλλοντας το «Γλυκύ έαρ», βυζαντινά κείμενα κ.ά. και τον Μάιο θα δώσει συναυλίες – παραστάσεις (κείμενα δικά του) με τίτλο «Θύμησες ψυχής της καθ’ ημάς Ανατολής Πόντος – Μικρά Ασία», ενώ τον Ιούνιο θα πάρει μέρος στην παράσταση «Λυσιστράτη» στην ποντιακή διάλεκτο – γραμμένο από τον ίδιο – με τον Σύλλογο Ποντίων Ελευσίνας, ενώ όπως όλα δείχνουν θα πάρει μέρος και στην παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» στα ποντιακά φυσικά, πρόταση του Λάζου Τερζά. «Δόξα τω Θεώ», όπως λέει και ο ίδιος ,«καλά να είμαστε».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός