• Αναζήτηση
  • Ελλάδα και Βενεζουέλα στο τοπ των απωλειών πλούτου

    Η Βενεζουέλα και η Ελλάδα αποτελούν τις χώρες με τη μεγαλύτερη απώλεια πλούτου στην δεκαετία 2007-2017, που

    Μαντικίδης Τάσος

    Η Βενεζουέλα και η Ελλάδα αποτελούν τις χώρες  με τη μεγαλύτερη απώλεια πλούτου στην δεκαετία 2007-2017, που σημαδεύτηκε από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους στην ζώνη του ευρώ.

    Σύμφωνα με έρευνα της News World Wealth σε συνεργασία με την Visual Capitalist, ο παγκόσμιος ιδιωτικός πλούτος  διαμορφώθηκε το 2017 στα 215 τρισ. δολάρια,  αποτυπώνοντας τον  πλούτο που διατηρεί ο γενικός πληθυσμός, καθώς και τα 15,2 εκατομμύρια εκατομμυριούχων, οι 584 χιλιάδες πολυεκατομμυριούχοι και οι 2.252 δισεκατομμυριούχοι.
    Το Βιετνάμ, μάλιστα που βρίσκεται στην κορυφή των χωρών με τη μεγαλύτερη αύξηση πλούτου την τελευταία 10ετία, που έφθασε το 210%, ενώ νέα άνοδος κατά  200% αναμένεται και την επόμενη 10ετία. Ακολουθεί η Κίνα με αύξηση πλούτου στη 10ετία 198%, ενώ ακολουθούν  ο Μαυρίκιος (195%), η Αιθιοπία (190%) και η Ινδία (160%), η Σρι Λάνκα (133%), ο Παναμάς (125%), η Ουρουγουάη(117%), η Μάλτα (95%) και η Ινδονησία (92%).
    Από την άλλη πλευρά, όπως σημειώνεται, η Βενεζουέλα που κάποτε ήταν η πιο πλούσια της χώρα της Νότιας Αμερικής  μέσα στην τελευταία δεκαετία κατάφερε να χάσει σχεδόν τον μισό της πλούτο (-48%) και  η Ελλάδα που βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη (-37%), αποτελούν οι χώρες με την μεγαλύτερη απώλεια πλούτου την τελευταία δεκαετία.  Ακολουθούν από την ευρωπαϊκό Νότο η Ιταλία και η Ισπανία που έχασαν το 19% του πλούτου τους,  η Νορβηγία (λόγω πτώσης των τιμών του πετρελαίου) με απώλειες 17%,  η Πορτογαλία με 13%, η Ολλανδία με 12%, η Γαλλία      με 11%, η Φινλανδία      11% επίσης  και η Αίγυπτος με που έχασε το 10% του πλούτου της.
    Να σημειωθεί πως σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μελετών της Credit Suisse, που εξετάζει την εξέλιξη του πλούτου σε πάνω από 200 χώρες, 10 χρόνια μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης ο παγκόσμιος ιδιωτικός πλούτος, απορροφώντας τις απώλειες, έχει αυξηθεί κατά 27%, καθώς από τα 220 τρισ. δολάρια του 2007 ανήλθε στα 280 τρισ. δολάρια το 2017. Στην Ελλάδα, βέβαια, από την κορύφωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων στα 1,57 τρισ. δολάρια το 2007, ο Αρμαγεδδών της μακροχρόνιας ύφεσης οδήγησε, τη δεκαετία αυτή, τα ελληνικά νοικοκυριά σε απώλειες 560 δισ. δολαρίων, καθώς η περιουσία ανά ενήλικο (εκτός δανεισμού) υποχώρησε κατά μέσον όρο 62.000 δολάρια.
    Να σημειωθεί πάντως ότι το 2001, τη χρονιά που Ελλάδα εντάχθηκε στο ευρώ, η περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών αποτιμώνταν σε 631 δισ. δολ. ενώ έναν χρόνο αργότερα εκτοξεύθηκε στα 746 δισ. δολ. και στο τέλος του 2009, λίγο πριν από το Καστελόριζο (23.4.2010), βρισκόταν στα 1,42 τρισ. δολ., για να υποχωρήσει το 2015 στο χαμηλό για την περίοδο του ευρώ των 923 δισ. δολ., απόρροια και του «Varoufakis effect», όπως αποκαλείται πλέον το α’ εξάμηνο του 2015 όπου η τύχη της οικονομίας (και της χώρας) βρισκόταν στα χέρια του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη.
    Η επώδυνη στροφή της Ελλάδας σε πιο ορθολογικές λύσεις, μετά τον σκληρό συμβιβασμό με τους εταίρους και δανειστές, παρά το γεγονός ότι «αποδεκάτισε» τη μεσαία τάξη, οδήγησε τις αξίες σε μερική άνοδο και την αποτίμηση της συνολικής περιουσίας των νοικοκυριών στα 1,007 τρισ. δολ.  τη χρονιά που οσονούπω φθάνει στο τέλος της.
    Από τα 111.684 δολ. που υπολογίζεται σήμερα η περιουσία ανά ενήλικο (εκτός δανεισμού), το 76% αφορά μη χρηματοοικονομικά μέσα (κυρίως ακίνητα) και το υπόλοιπο 24%  χρηματοοικονομικά μέσα (κυρίως καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κ.λπ.).  Ενώ στην Ευρώπη, η περιουσία σε χρηματοοικονομικά προϊόντα αφορά το 45,4% και σε μη χρηματοοικονομικά μέσα το 54,6%, έναντι 54,2% και 45,8% αντίστοιχα παγκοσμίως, στην περίπτωση της Ελλάδας κυριαρχεί η συμβολή κυρίως της ακίνητης περιουσίας στη μεταβολή του πλούτου, αφού το 76% της περιουσίας των Ελλήνων αφορά  μη χρηματοοικονομικά μέσα (κυρίως ακίνητα και αυτοκίνητα).
    Από την άλλη πλευρά, ενώ ως το 2008 που αρχίζει να κορυφώνεται η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση τα ρευστά διαθέσιμα αντιπροσώπευαν σχεδόν το ήμισυ του χρηματοοικονομικού χαρτοφυλακίου, η κατάσταση αλλάζει άρδην από το 2009 και μετά, όταν η διακράτηση των ρευστών διαθεσίμων ανέρχεται ως και τα 3/4 του συνόλου, με τη συμμετοχή των τίτλων μετοχών, ομολόγων κ.λπ. να περιορίζεται στο 1/10, λόγω της κατάρρευσης των κεφαλαιαγορών.
    Η έξοδος πάντως των καταθέσεων μετά το 2009, οι οποίες είτε κατευθύνθηκαν στο εξωτερικό είτε διακρατήθηκαν ως μετρητά στο εσωτερικό, δεν αποτυπώθηκε στη συνολική περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών. Το είδος του αναπτυξιακού προτύπου που ακολούθησε η χώρα μας στην περίοδο πριν από την κρίση διευκόλυνε τη συσσώρευση περιουσίας μέσω του υπερδανεισμού του Δημοσίου και της μεγάλης παραοικονομίας και φοροδιαφυγής.  
    Οικονομία