• Αναζήτηση
  • Ενα τεστ αίματος για πολλούς καρκίνους

    Φανταστείτε μια ημέρα - όχι πολύ μακρινή, σε κάποια χρόνια από σήμερα, αν όλα πάνε καλά - που ο καθένας θα μπορεί στο πλαίσιο ενός απλού τσεκ απ ρουτίνας να δίνει λίγο επιπλέον αίμα και να λαμβάνει απάντηση, χωρίς περαιτέρω παρεμβατικές και ακριβές εξετάσεις, σχετικά με το αν πάσχει από καρκίνο και ποιας μορφής είναι αυτός.

    Τσώλη Θεοδώρα
    Φανταστείτε μια ημέρα – όχι πολύ μακρινή, σε κάποια χρόνια από σήμερα, αν όλα πάνε καλά – που ο καθένας θα μπορεί στο πλαίσιο ενός απλού τσεκ απ ρουτίνας να δίνει λίγο επιπλέον αίμα και να λαμβάνει απάντηση, χωρίς περαιτέρω παρεμβατικές και ακριβές εξετάσεις, σχετικά με το αν πάσχει από καρκίνο και ποιας μορφής είναι αυτός.
    Μπορεί μια τέτοια εικόνα να μην είναι από αυτές που θα θέλατε να φανταστείτε – και μάλλον κανένας δεν μπορεί να σας κατηγορήσει για αυτό -, όμως πρόκειται για μια σωτήρια εικόνα του μέλλοντός σας (και του μέλλοντός μας). Διότι ουσιαστικώς μιλούμε για ένα τεστ που θα μπορεί να δείξει σε πολύ πρώιμο στάδιο την ύπαρξη καρκίνου, όταν εκείνος δεν έχει δώσει καν ακόμη συμπτώματα, σώζοντας έτσι ανθρώπινες ζωές, και μάλιστα με τη μικρότερη δυνατή ταλαιπωρία. Αυτή η εικόνα κυριαρχεί καθημερινά όχι μόνο στη… φαντασία αλλά και στο εργαστήριο του κ. Νικόλα Παπαδόπουλου, καθηγητή Παθολογίας – Ογκολογίας στο Κέντρο για τον Καρκίνο Sidney Kimmel του Πανεπιστημίου Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ. Και έχει ήδη αρχίσει να παίρνει «σάρκα και οστά», όπως έδειξε μελέτη του κ. Παπαδόπουλου και της ομάδας του η οποία δημοσιεύθηκε πριν από μερικές ημέρες (συγκεκριμένα στις 18 Ιανουαρίου) στην έγκριτη επιθεώρηση «Science».
    Στη μελέτη αυτή παρουσιάζονται αποτελέσματα δοκιμής του τεστ αίματος CancerSEEK, όπως ονομάζεται, για τον εντοπισμό ούτε ενός ούτε δύο αλλά οκτώ διαφορετικών μορφών καρκίνου, που στο σύνολό τους αποτελούν τους ενόχους για το περίπου 65% των θανάτων εξαιτίας καρκίνου στον ανεπτυγμένο κόσμο. Με αφορμή τη νέα, ελπιδοφόρα δημοσίευση, ο έλληνας καθηγητής, ο οποίος ήταν και κύριος συγγραφέας της, μίλησε στο «Βήμα» για το πώς ο ίδιος πασχίζει με τους συνεργάτες του νυχθημερόν – είναι χαρακτηριστικό ότι το ραντεβού για την τηλεφωνική μας συνέντευξη δόθηκε στις 6.30 π.μ. ώρα Βαλτιμόρης και ο κ. Παπαδόπουλος ήταν ήδη στο γραφείο του! – ώστε η εικόνα της πρώιμης διάγνωσης του καρκίνου να αλλάξει στο μέλλον προς όφελος εκατομμυρίων ανθρώπων. Αν οι μελέτες μεγάλου εύρους που βρίσκονται τώρα σε εξέλιξη δώσουν καλά αποτελέσματα, ίσως σε πέντε χρόνια υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια εξέταση που ελπίζουμε να βοηθήσει τον πληθυσμό… πέρα από κάθε φαντασία.

    Δύο σε ένα

    Το CancerSEEK, όπως εξηγεί ο καθηγητής, είναι μια μορφή «υγρής βιοψίας» 2 σε 1, καθώς μετρά τα επίπεδα οκτώ καρκινικών πρωτεϊνών και ταυτοχρόνως ανιχνεύει την ύπαρξη μεταλλάξεων που αφορούν 16 συγκεκριμένα ογκογονίδια στο DNA που κυκλοφορεί στο αίμα. Για να φθάσουν οι επιστήμονες στην ανάπτυξη αυτής της εξέτασης, «απαιτήθηκαν δεκαετίες. Εγώ προσωπικά ασχολούμαι σχεδόν είκοσι έτη με τη δημιουργία τεστ αίματος για διάγνωση του καρκίνου, ενώ η υπόλοιπη ομάδα του Johns Hopkins περί τις τρεις δεκαετίες. Για ποιον λόγο απαιτήθηκε ένα τόσο μεγάλο διάστημα; Διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανιχνευθεί το DNA του καρκίνου μέσα στο αίμα, ιδιαίτερα όταν μιλούμε για πολύ πρώιμη μορφή της νόσου. Φανταστείτε ότι ένα ή δύο «κομμάτια» DNA ανά 10.000 που εντοπίζουμε στο αίμα προέρχονται από καρκινικά κύτταρα». Αυτό το τόσο δύσκολο έργο κατέστη πιο εύκολο με την πάροδο του χρόνου χάρη σε τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις. «Ως μεγαλύτερο επίτευγμα που συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του τεστ θα αναφέρω μια τεχνική που παρουσιάσαμε το 2011 με την ονομασία Safe Sequencing System (Safe-SeqS, Σύστημα Ασφαλούς Αλληλούχησης θα μπορούσε να είναι η μετάφραση στα ελληνικά), η οποία μας επέτρεψε να εντοπίζουμε πολύ μικρά ίχνη καρκινικού DNA στο αίμα. Η λογική της συγκεκριμένης τεχνικής είναι ότι βάζουμε έναν «ραβδωτό κώδικα», ένα barcode, σε κάθε μόριο DNA που κυκλοφορεί στο αίμα – έτσι κάθε μόριο διαθέτει πλέον τη δική του «ταυτότητα». Στα 5-10 ml αίματος που αναλύουμε σε κάθε δείγμα, και ειδικά σε άτομα με πολύ πρώιμο στάδιο καρκίνου, οι ταυτότητες αυτές στα μόρια DNA που ανευρίσκονται στο δείγμα ανέρχονται σε μερικές χιλιάδες. Με τον τρόπο αυτόν μπορούμε να μετρήσουμε τον αριθμό των μορίων, να συσχετίσουμε την ταυτότητα του κάθε μορίου με γνωστές μεταλλάξεις για τον καρκίνο και να δούμε αν υπάρχει ταύτιση, γεγονός που σημαίνει ότι το μόριο αυτό προέρχεται από κάποιο όργανο με καρκίνο, ή αν τελικώς έχουμε στα χέρια μας ένα ψευδώς θετικό αποτέλεσμα για καρκίνο το οποίο προέρχεται από λάθος της μεθόδου».
    Εκτός από την ανάλυση όμως του DNA, το μεγάλο πλεονέκτημα της νέας πειραματικής εξέτασης είναι ότι αναλύει στο ίδιο δείγμα αίματος και συγκεκριμένους πρωτεϊνικούς βιοδείκτες που, όπως έχει προκύψει από πλήθος άλλων μελετών, εμφανίζουν ανεβασμένες τιμές σε άτομα με καρκίνο και έχουν μάλιστα χρησιμοποιηθεί για διάγνωση της νόσου. Υπογραμμίζεται ότι αρχικώς οι επιστήμονες διερεύνησαν εκατοντάδες γονίδια και 40 πρωτεϊνικούς δείκτες προτού καταλήξουν στα 16 γονίδια και στους οκτώ δείκτες που χρησιμοποίησαν τελικώς στο τεστ. «Αυτός ο συνδυασμός μάς επιτρέπει όχι μόνο να πούμε αν ένα άτομο έχει καρκίνο αλλά και πού εντοπίζεται αυτός ο καρκίνος. Αυτό είναι και το μεγάλο πλεονέκτημα της μεθόδου μας».



    Εγκαιρα και έγκυρα

    Το τεστ, σύμφωνα με την τελευταία δημοσίευση στο «Science», δοκιμάστηκε για τη διάγνωση οκτώ μορφών καρκίνου, και συγκεκριμένα των ωοθηκών, του ήπατος, του στομάχου, του παγκρέατος, του οισοφάγου, του παχέος εντέρου, του πνεύμονα και του μαστού. Για ποιον λόγο επελέγησαν αυτοί οι οκτώ καρκίνοι και όχι κάποιοι άλλοι; ρωτήσαμε τον κ. Παπαδόπουλο. «Δύο ήταν οι λόγοι: ο πρώτος είναι ότι οι συγκεκριμένες μορφές καρκίνου είναι κοινές στον πληθυσμό και υπαίτιες για το 65% των θανάτων από καρκίνο στον δυτικό κόσμο. Παράλληλα για πέντε από αυτούς τους καρκίνους – των ωοθηκών, του παγκρέατος, του ήπατος, του οισοφάγου και του στομάχου – δεν υπάρχουν συγκεκριμένα αξιόπιστα «εύκολα» διαγνωστικά τεστ ελέγχου του πληθυσμού παρότι μιλούμε για νόσους σοβαρές και θανατηφόρες». Ωστόσο, θεωρητικώς η εξέταση θα μπορούσε να ανιχνεύσει και άλλους καρκίνους. «Απλώς στην πρώτη μελέτη μας έπρεπε να δουλέψουμε πάνω σε κάποιες συγκεκριμένες μορφές της νόσου. Οι μεταλλάξεις όμως και οι βιοδείκτες που επιλέξαμε είναι κοινοί μεταξύ πολλών μορφών – καλύπτουν, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 85% των καρκίνων συμπαγών οργάνων. Εκτιμούμε ότι μελλοντικά με το τεστ θα ανιχνεύονται και άλλοι τύποι καρκίνου, τουλάχιστον των συμπαγών οργάνων, ίσως και αιματολογικοί, αν και σε αυτούς τους τελευταίους η διάγνωση γίνεται σχετικώς εύκολα ακόμα και σήμερα».
    Στη μελέτη το τεστ αξιολογήθηκε σε 1.005 ασθενείς με μη μεταστατικούς καρκίνους των οκτώ τύπων που προαναφέραμε σταδίου 1 ως 3. Η μέση συνολική ευαισθησία του, η ικανότητά του δηλαδή να εντοπίζει τον καρκίνο, ήταν της τάξεως του 70%, με μεγάλες όμως διακυμάνσεις – από 98% σε ό,τι αφορούσε τον καρκίνο των ωοθηκών ως και μόλις 33% σε ό,τι αφορούσε τον καρκίνο του μαστού. Για τους πέντε καρκίνους για τους οποίους δεν υπάρχει σήμερα εύκολη διάγνωση η ευαισθησία της εξέτασης ήταν της τάξεως του 69%-98%. Την ίδια στιγμή η ειδικότητα του τεστ – το να μη δίνει δηλαδή ψευδώς θετικά αποτελέσματα – ξεπερνούσε το 99%, και αυτό, κατά τον έλληνα καθηγητή, ήταν άκρως σημαντικό. «Η εξέταση δοκιμάστηκε στη μελέτη και σε 812 υγιή άτομα και έδωσε μόνο επτά ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό είναι υψίστης σημασίας, καθώς δεν πρέπει λόγω λάθους της εξέτασης να υφίστανται υγιείς άνθρωποι τεράστιο ψυχολογικό στρες αλλά και να υποβάλλονται σε άχρηστες περαιτέρω εξετάσεις και παρεμβατικές διαδικασίες». Ενα άλλο πλεονέκτημα του τεστ ήταν ότι μπορούσε να προσδιορίσει το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο όγκος στο 83% των ασθενών.

    Βελτιωτικές κινήσεις

    Για ποιον λόγο η εξέταση έδωσε καλύτερα αποτελέσματα σε κάποιους καρκίνους σε σύγκριση με άλλους; «Πιθανότατα επειδή οι βιοδείκτες και οι μεταλλάξεις που εντοπίζει είναι πιο κοινοί σε ορισμένες μορφές της νόσου».
    Η ομάδα διερευνά το πώς θα μπορούσε να βελτιώσει το τεστ ώστε να έχει μεγαλύτερη ακρίβεια και ευαισθησία. Αυτό, κατά τον έλληνα επιστήμονα, θα μπορούσε να συμβεί αν, για παράδειγμα, προσετίθεντο και άλλοι βιοδείκτες και γονίδια. «Αυτό μένει να φανεί μέσα από τα αποτελέσματα που θα λάβουμε από τη νέα μεγάλη μελέτη μας, η οποία έχει ξεκινήσει ήδη να τρέχει εδώ και περίπου έναν μήνα και θα διαρκέσει πέντε χρόνια. Θα συμμετάσχουν συνολικά περί τα 50.000 υγιή άτομα, στα οποία θα προσπαθήσουμε με την εξέταση να ανιχνεύσουμε πιθανούς καρκίνους».
     
    Απώτερος στόχος, επισημαίνει ο κ. Παπαδόπουλος, είναι να αναπτυχθεί τελικώς ένα τεστ πρώιμης διάγνωσης του καρκίνου που θα ενταχθεί στα συστήματα υγείας. «Με τον αριθμό γονιδίων και βιοδεικτών που καλύπτει σήμερα η εξέταση το κόστος της κυμαίνεται στα 500 δολάρια, ένα κόστος που δεν είναι υψηλό αν κάποιος αναλογιστεί ότι τόσο μπορεί να κοστίζει μία μόνο συμβατική επεμβατική διαγνωστική εξέταση όπως η κολονοσκόπηση. Βέβαια, αν αυξήσουμε στο μέλλον σημαντικά τον αριθμό των βιοδεικτών, θα ανέβει και το κόστος του τεστ. Ετσι θέλουμε τελικώς να δημιουργήσουμε μια εξέταση που θα δίνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα χωρίς να είναι πανάκριβη». Ηδη, όπως μας πληροφορεί ο ερευνητής, φαρμακευτικές εταιρείες έχουν δείξει ενδιαφέρον για το CancerSEEK, «ωστόσο αυτό ανήκει στο Johns Hopkins και εκείνο θα αποφασίσει τις πιθανές συμφωνίες που θα κάνει». Σε κάθε περίπτωση, αν όλα πάνε καλά, θα απαιτηθούν «τουλάχιστον πέντε χρόνια προτού ένα τέτοιο διαγνωστικό μέσο μπει στην υπηρεσία του πληθυσμού. Μακάρι να έχουμε πολύ θετικά αποτελέσματα σε πιο σύντομο διάστημα και κάποια εταιρεία να αναπτύξει νωρίτερα την εξέταση» καταλήγει.
    Τις τελευταίες ημέρες το όνομα του κ. Παπαδόπουλου κάνει πραγματικά τον γύρο του κόσμου – δεν υπάρχει μεγάλο ή μικρό ΜΜΕ που να μην έχει κάνει αναφορά στη δημοσίευσή του. Παρότι ο ίδιος παραδέχεται πως η εξέταση που ανέπτυξε με τους συνεργάτες του – τουλάχιστον στην υπάρχουσα μορφή της – δεν ανιχνεύει κάθε καρκίνο, «εντοπίζει με μια απλή αιμοληψία πολλούς καρκίνους που θα έμεναν αδιάγνωστοι, τουλάχιστον για μεγάλο διάστημα. Σήμερα πολλές από τις πιο υποσχόμενες θεραπείες για τον καρκίνο είναι αποτελεσματικές σε μια μικρή μειονότητα ασθενών με μία μόνο μορφή της νόσου, και αυτό θεωρείται επίτευγμα. Αν θέλουμε να έχουμε πραγματική πρόοδο στην πρώιμη διάγνωση του καρκίνου, πρέπει να δούμε πιο ρεαλιστικά την εικόνα, έχοντας στον νου μας ότι ποτέ κάποια εξέταση αίματος δεν θα ανιχνεύει όλους τους καρκίνους».
    Ας κάνουμε λοιπόν μια τελευταία… ρεαλιστική ευχή: μακάρι η εικόνα της πρώιμης διάγνωσης του καρκίνου να «ανοίξει» όσο πιο πολύ γίνεται στο μέλλον ώστε στο κάδρο να περιλαμβάνονται όσο πιο πολλοί άνθρωποι γίνεται (και ας ευχαριστήσουμε τον έλληνα επιστήμονα που ήταν μεταξύ αυτών που με τη φαντασία, την επιμονή και την υπομονή τους συνέθεσαν αυτή την εικόνα). Το σίγουρο είναι ότι θα περιμένουμε τις επόμενες… λήψεις.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Science