• Αναζήτηση
  • Ο γόρδιος δεσμός στην υπόθεσητου ΤΑΙΠΕΔ

    Σημαντικές αλλαγές, ορισμένες εξ αυτών πολιτικά επιβεβλημένες, καλείται πλέον να «μεταβολίσει» ο κόσμος της Δικαιοσύνης, με την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου αύριο Δευτέρα από την Ολομέλεια της Βουλής.

    Σημαντικές αλλαγές, ορισμένες εξ αυτών πολιτικά επιβεβλημένες, καλείται πλέον να «μεταβολίσει» ο κόσμος της Δικαιοσύνης, με την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου αύριο Δευτέρα από την Ολομέλεια της Βουλής. Εν μέσω ισχυρών αναταράξεων στον νομικό και δικαστικό κόσμο (τη Δευτέρα 9.00 – 11.00 το πρωί δικαστές και εισαγγελείς απέχουν από τα καθήκοντά τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας), αναμένεται να πάρει σάρκα και οστά ο θεσμός της διαμεσολάβησης. Επίσης νέα πραγματικότητα διαμορφώνουν μεταξύ άλλων οι πλειστηριασμοί αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τις 21 Φεβρουαρίου, καθώς και η δημιουργία υπηρεσίας που θα ερευνά υποθέσεις φοροδιαφυγής, υπό την Οικονομική Εισαγγελία. Μείζονος ενδιαφέροντος, καθώς συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση της χώρας, είναι η διάταξη-ασπίδα για τα έξι μέλη του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), στην παλαιά υπόθεση της «μη επωφελούς αξιοποίησης» 28 ακινήτων.

    Η υπόθεση του ΤΑΙΠΕΔ

    Η σύμφυση Πολιτικής, Οικονομίας και Δικαιοσύνης έχει καταστήσει την υπόθεση του ΤΑΙΠΕΔ γόρδιο δεσμό, με αποτέλεσμα οι συντάκτες του πολυνομοσχεδίου να αναζητούν μέχρι και την τελευταία στιγμή τη βέλτιστη νομοτεχνική διατύπωση της διάταξης. Η επεξεργασία του κειμένου έχει περάσει από σαράντα κύματα, με συνεχείς διεργασίες και ζυμώσεις, στην κατεύθυνση πάντα της απεμπλοκής των έξι μελών του Συμβουλίου από ποινικές ή αστικές ευθύνες. Βασικοί άξονες; Ο επωφελής και συμφέρων για το Δημόσιο χαρακτήρας των συμβάσεων και παράλληλα η εναρμόνισή τους με τον οικείο έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα πράγματα είναι ιδιαιτέρως περίπλοκα, καθώς διάταξη για την άρση του αξιοποίνου υπήρξε και στο παρελθόν, ψηφίστηκε μάλιστα από την παρούσα κυβέρνηση το 2016 και είναι σε ισχύ, πλην όμως στην πράξη η επιρροή της δεν ήταν καθοριστική στη μακρά ποινική περιπέτεια των εμπλεκομένων.
    Το νήμα της ιστορίας αυτής ξεκινά από την εισαγγελική πρόταση του κ. Ανδρέα Καραφλού για παραπομπή των έξι στο εδώλιο, πρόταση η οποία έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Εφετών. Την εξέλιξη της υπόθεσης στις δικαστικές αίθουσες ανέκοψε η αίτηση αναίρεσης κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, από την υπεράσπιση των έξι. Ο Αρειος Πάγος έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, με αποτέλεσμα η δικογραφία να διαβιβαστεί πάλι στην Εισαγγελία Εφετών, για να χρεωθεί εκ νέου στον ίδιο εισαγγελικό λειτουργό, τον κ. Καραφλό. Η ψήφιση του πολυνομοσχεδίου συναντά την υπόθεση στον θάλαμο αναμονής του νέου βουλεύματος από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο θα αποφασίσει ασφαλώς υπό νέα σύνθεση για παραπομπή ή μη των έξι.  

    Η διάταξη του 2016

    Το ενδιαφέρον είναι ότι οι κατηγορούμενοι για απιστία εμπειρογνώμονες, εκ των οποίων μάλιστα οι τρεις αλλοδαποί (Ιταλός, Ισπανός, Σλοβάκος), έχουν επανειλημμένως προτάξει ενώπιον των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών το «όπλο» της διάταξης του 2016. Την πρώτη φορά ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, τη δεύτερη ενώπιον του Αρείου Πάγου και την τρίτη ενώπιον του εισαγγελικού λειτουργού, που πρότεινε εκ νέου «εδώλιο».
    Η μοναδική φορά κατά την οποία έλαβαν απάντηση ήταν η τελευταία. Σύμφωνα με πληροφορίες, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα ο εισαγγελικός λειτουργός εξαπέλυσε πυρά κατά της διάταξης, εκτιμώντας – χονδρικά – ότι είναι φωτογραφική, συνιστά προσπάθεια αμνήστευσης του αξιοποίνου των εμπειρογνωμόνων και θα πρέπει να κριθεί ως αντισυνταγματική.
    Νομικές πηγές επισημαίνουν ότι βαραίνει ιδιαίτερα το εν αναμονή βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο μπορεί να κρίνει αυτεπαγγέλτως τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του πολυνομοσχεδίου, που ψηφίζεται άνευ απροόπτου τη Δευτέρα.
    Η δικογραφία του ΤΑΙΠΕΔ έχει θεωρηθεί ένα από τα μεγάλα αγκάθια στη σχέση κυβέρνησης – θεσμών, καθορίζοντας εν πολλοίς και τη σκληρή στάση που τήρησαν οι Ευρωπαίοι σε παλαιότερα Eurogroup. Αίσθηση είχε προκαλέσει εξάλλου η δημόσια δήλωση του αντιπροέδρου της Κομισιόν, κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις, ο οποίος είχε ευθέως συνδέσει την παύση της ποινικής δίωξης των εμπειρογνωμόνων του Ταμείου με τη ροή χρηματοδότησης της χώρας.

    Μετωπική σύγκρουση για τη διαμεσολάβηση

    Στο πεδίο της διαμεσολάβησης, όλοι βάλλουν εναντίον ενός, εν προκειμένω του υπουργείου Δικαιοσύνης, που κατηγορείται για «ιδιωτικοποίηση» της Δικαιοσύνης και «υπονόμευση» ενός θεσμού που είναι ακόμη στα σπάργανα. Δικαστικές ενώσεις, όπως η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, αλλά και η Ενωση Διοικητικών Δικαστών, επιστημονικοί σύλλογοι, όπως ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ακόμη και ο Οργανισμός που έχει ως σημαία του την προώθηση εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, ο ΟΠΕΜΕΔ, έχουν ασκήσει σφοδρότατη κριτική επί του νομοσχεδίου, όχι μόνον για την «κατ’ επίφαση δημόσια διαβούλευση» των τριών ημερών, αλλά κυρίως για την υποχρεωτικότητά του, σε ευρύτατο φάσμα ιδιωτικών διαφορών (από διαφορές μεταξύ ιδιοκτητών διαμερισμάτων και υποθέσεις τροχαίων χωρίς θάνατο, μέχρι υποθέσεις ιατρικής αμέλειας – συμπεριλαμβανομένου του θανάτου – και οικογενειακών διαφορών), και το υψηλό του κόστος. Ολοι, ανεξαιρέτως, εκτιμούν ότι οι όροι του εγχειρήματος είναι αυτοί οι οποίοι και το υποσκάπτουν, θέτοντας σοβαρές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του.

    Το κόστος υπέστη βεβαίως αλλαγές, ύστερα από ζυμώσεις μεταξύ του υπουργείου Δικαιοσύνης και της ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων της χώρας, και πάλι όμως επικρίνεται ως υψηλό για τα εγχώρια δεδομένα. Η μείωση, για παράδειγμα, της αμοιβής του διαμεσολαβητή από τα 250 στα 170 ευρώ δεν στάθηκε ικανή να εξευμενίσει τους επικριτές, οι οποίοι αντιπαραβάλλουν το ελάχιστο κόστος στη Γερμανία, μια μεγάλη χώρα, το οποίο αγγίζει μόλις τα 80 ευρώ.
    Δικαστές και εισαγγελείς εκτιμούν, άλλωστε, ότι η εν λόγω πατέντα είναι ελληνική, καθώς «σε κανένα κράτος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, πλην της Ιταλίας, δεν υφίσταται σύστημα διαμεσολάβησης με την υποχρεωτικότητα που του δίνει το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης». Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι με αυτό το ενδιάμεσο στάδιο υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, και δη δαπανηρής, καθίσταται απαγορευτική η όποια μετέπειτα προσφυγή στα δικαστήρια, ιδίως για τους μη έχοντες.
    Οι διοικητικοί δικαστές πηγαίνουν δε ένα βήμα παραπέρα, τολμώντας και πρόβλεψη, υπό τη μορφή ανησυχίας πάντα. «Ανάλογη τύχη θα έχουν σύντομα και κατηγορίες διαφορών Δημοσίου Δικαίου» σημειώνουν στη δημόσια τοποθέτησή τους.  
    Εχει αξία να τονιστεί ότι περισσότεροι του ενός εμπλεκόμενοι θεσμικοί φορείς συστήνουν την πιλοτική εφαρμογή του θεσμού, σε πολύ περιορισμένες αριθμητικά κατηγορίες ιδιωτικών διαφορών. Τόσο ο ΔΣΑ όσο και η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχουν ζητήσει τη σύγκληση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου προκειμένου να υπάρξει γνωμοδότηση σχετικά με τη συμβατότητα του θεσμού της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, όπως νομοθετείται, προς το Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία