• Αναζήτηση
  • Τα αριστερά όνειρα και οι αυταπάτες της κυρίας Μπαζιάνα

    Στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» ο Βασίλης Παπαβασιλείου αφηγείται τις τελευταίες ώρες της υπέργηρης ωραίας Ελένης έτσι όπως τις φαντάστηκε ο Γιάννης Ρίτσος.

    Κρουστάλλη Δήμητρα
    Στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» ο Βασίλης Παπαβασιλείου αφηγείται τις τελευταίες ώρες της υπέργηρης ωραίας Ελένης έτσι όπως τις φαντάστηκε ο Γιάννης Ρίτσος. Μια πολυεπίπεδη ερμηνεία, που απογυμνώνει ψυχικά την πρωταγωνίστρια αλλά ταυτόχρονα και τους θεατές, ωθώντας τους να κοιτάξουν «στο ίδιο σημείο της ματαιότητας όπου πραγματοποιούνται οι μόνες σωστές συναντήσεις». Υπό την επίδραση της τριετούς εμπειρίας της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, οι λέξεις και οι έννοιες, οι ικεσίες και οι σιωπές του έργου καλύπτονται με ένα αμάχητο πολιτικό επίχρισμα. Αλλωστε ο Ρίτσος έγραψε ένα ποίημα για την ήττα, την ανθρώπινη και την πολιτική, το 1970, δύο χρόνια μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ και την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, άρρωστος και σε κατ’ οίκον περιορισμό από τη δικτατορία στο Καρλόβασι της Σάμου.

    Οι μνήμες που πλήγωσαν…

    Πόση λίγη από την ιστορική μνήμη της Αριστεράς φέρει εντός της η πολυσυζητημένη συνέντευξη της συντρόφου του Πρωθυπουργού Μπέτυς (Περιστέρας) Μπαζιάνα! Πόσο κυνισμό και διχασμό και αντιφάσεις και καμία μετάνοια ή αυτοσυνειδησία από μια νέα γυναίκα που γαλουχήθηκε με την πικρή ιστορία των ηττημένων του Εμφυλίου και πολλά χρόνια μετά, κατέχοντας μια προνομιακή θέση, επιλέγει την εκδικητικότητα από τον κατευνασμό. Ενοχλείται επειδή «ξαναμπήκαν στην αριστερή φρασεολογία λέξεις όπως προδοσία, ψέματα, ρεφορμισμός» από όσους εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ τον Αύγουστο του 2015. «Ξυπνάνε μνήμες που πλήγωσαν την Αριστερά» είπε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» το προηγούμενο Σάββατο. Ο εμπρηστικός και διχαστικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ όσο ήταν στην αντιπολίτευση ή ακόμα και σήμερα από το βήμα της Βουλής ή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθόλου δεν την ενοχλεί. Ούτε που σχολιάζει το ζήτημα. Η βία προέρχεται πάντα από τους άλλους.
    Αυτό που πασχίζει να διαφυλάξει είναι η αριστεροσύνη και το ηθικό πλεονέκτημα του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάει διαρκώς για το παρελθόν. Για τις δύο διασπάσεις που τη στιγμάτισαν προσωπικά. «Οργανώθηκα στον Συνασπισμό το 1990. Ο πατέρας μου ήταν ΚΚΕ μέχρι τέλους. Και όταν μετά τη διάσπαση του 1991 το ΚΚΕ αποφάσισε να φύγει, εγώ παρέμεινα και οι δρόμοι μας χώρισαν. Εκείνος τότε, θυμάμαι, μου είπε: «Μη στενοχωριέσαι, οι άνθρωποι πάντα ξανασυναντιούνται στους δρόμους των αγώνων»».
    Εκεί, στους «δρόμους των αγώνων», έδωσε ραντεβού με αυτούς που εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ και «ακολούθησαν μια άλλη επιλογή». Διατύπωσε, μάλιστα, τις σκέψεις της με έναν τρόπο που δεν τόλμησε ποτέ ούτε ο Αλέξης Τσίπρας. Μίλησε ευθέως για διάσπαση: «Η ιστορία της διάσπασης μας πλήγωσε όλους, οργανωμένους ή μη στον ΣΥΡΙΖΑ, ανθρώπους σε θέση ευθύνης, απλούς ψηφοφόρους, πολίτες που πίστεψαν ότι τα μνημόνια τελείωσαν (…) Δεν επιλέγω προσωπικούς χαρακτηρισμούς, δεν κατηγορώ κανέναν. Πιστεύω ότι αυτή η πληγή δεν έχει κλείσει. Ολοι έχουμε έναν πόνο (…) Τίποτα δεν έχει τελειώσει. Ο πόλεμος έχει πολλές μάχες».

    Η γοητεία της εξουσίας

    Η κυρία Μπαζιάνα ονειρεύεται τις ένδοξες μέρες των εξεγέρσεων, δίνει μακροσκελείς εξηγήσεις για τη διαπραγμάτευση που οδήγησε στο τρίτο Μνημόνιο, για την αντίσταση του Τσίπρα, για τον «ωμό εκβιασμό» των εταίρων, για την «απίστευτη προπαγάνδα του παλιού πολιτικού συστήματος» πριν από το δημοψήφισμα, για τον συμβιβασμό· ο οποίος όμως δεν ήταν ταπεινωτικός, γιατί είχε προοπτική «να οδηγήσει στο τέλος της ηγεμονίας των ισχυρών, στο τέλος της παράλογης λιτότητας». Ο Τσίπρας «έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει κάθε αριστερός πολιτικός». Προσέφυγε στον λαό τον Σεπτέμβριο του 2015 και ξεπλύθηκε από όλες τις αμαρτίες. Και η Μπέτυ αναγκάστηκε να παίξει το παιχνίδι της εξουσίας – με τους όρους του παλαιού συστήματος.
    Συναναστράφηκε ηγέτες και συζύγους ηγετών, αντικατέστησε το κάμπινγκ στο Ροδάκινο με την πολυτελή και απομονωμένη βίλα γνωστού επιχειρηματία στο Σούνιο για τις θερινές διακοπές της οικογένειάς της. Είδε τον σύντροφό της να απολαμβάνει ακριβά πούρα, την ντουλάπα της να αδειάζει από την άχαρη μόδα τής παρατεταμένης εφηβείας των καταληψιών του ’90 και να γεμίζει με ενήλικα σύνολα σχεδιαστών και τους δύο γιους της να φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο. Απαιτεί μια ιδιωτικότητα την οποία ανταγωνίζεται η ίδια της η θέση και της φταίνε οι άλλοι που δεν σέβονται τα αυστηρά όριά της, κυρίως οι παπαράτσι και «τα σύγχρονα μέσα ψηφιακής ενημέρωσης με την τυφλή δύναμη». Οταν της ασκούν κριτική, αναλαμβάνουν άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ την υπεράσπισή της. Οταν την επαινούν, σιγή. Η τυφλή δύναμη των μέσων ενημέρωσης βρίσκει το φως της όταν αποθεώνει το «αψεγάδιαστο στυλ της Περιστέρας» στο Προεδρικό Μέγαρο ή στον Λευκό Οίκο.  

    Στην ξενιτιά του Μαξίμου

    Η κυρία Μπαζιάνα, ωστόσο, μιλάει σαν να βρίσκεται σε έναν τόπο εξορίας. Στην ξενιτιά του Μεγάρου Μαξίμου με τις ιστορικές σάλες, στις οποίες ναυάγησαν τα αριστερά όνειρα και οι αυταπάτες της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα, εκεί όπου έδρασε η «τιμωρητική, φασιστική μπότα» των δανειστών «που προσπαθούσε να σου λιώσει το κεφάλι, να σε πατήσει κάτω επειδή τόλμησες να ξεστομίσεις «δεν αντέχουμε άλλο». Λες και δεν είχες το δικαίωμα να μιλάς, να αντιστέκεσαι». Εκεί όπου μπορεί να κλαίει μακριά από αδιάκριτα μάτια κάθε 5η Ιουλίου «από νεύρα, από οργή» και να παρηγορείται με τον καθημερινό αγώνα των συντρόφων της να καταλάβουν και την εξουσία – αφού πήραν μόνο την κυβέρνηση. «Γιατί εξουσία δεν είναι ο υπουργός αλλά ο μηχανισμός. Υπάρχουν άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά που εξυπηρετούν το παλιό διεφθαρμένο σύστημα. Και περιμένω την κάθαρση» είπε.
    Αυτή η διφυής στάση, χαρακτηριστική των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, να είναι ταυτόχρονα και εξουσιαστές και αντιεξουσιαστές, και μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί, ήταν το μεγάλο πλεονέκτημά τους. Για τους αντιπάλους τους ήταν ένα στοιχείο αδιανόητο, δεν ήξεραν πώς να το αντιμετωπίσουν. Υστερα από τρία χρόνια στη διακυβέρνηση της χώρας, το να δίνεις ραντεβού στους δρόμους της αντίστασης, μία εβδομάδα προτού ο σύντροφός σου εισαγάγει στη Βουλή τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα των πλειστηριασμών, του περιορισμού στο δικαίωμα της απεργίας, της περικοπής πολυτεκνικών επιδομάτων, τα οποία σαρώνουν και το τελευταίο ψήγμα αριστεροσύνης της κυβέρνησης, σημαίνει ότι αρνείσαι τα μαθήματα της ζωής. Αν πρόκειται για αλαζονεία, για δογματισμό ή για ένα κόλπο του επικοινωνιακού επιτελείου του Μεγάρου Μαξίμου προκειμένου να επικοινωνήσει ξανά με το αριστερό ακροατήριο, ακόμα και με το ΚΚΕ, είναι άγνωστο.
    Δεν είναι μόνο το timing της συνέντευξης που προκάλεσε ερωτήματα. Η κυρία Μπαζιάνα, έπειτα από τρία χρόνια απόλυτης σιωπής, έγινε η πρώτη συμβία έλληνα πρωθυπουργού που παραχώρησε συνέντευξη με αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο – ούτε η Μισέλ Ομπάμα ούτε η Μπριζίτ Μακρόν, με τις οποίες τη συνέκρινε ο Γιώργος Κατρούγκαλος, έκαναν κάτι αντίστοιχο. Η Χίλαρι Κλίντον μίλησε όταν ήταν υποψήφια πρόεδρος των ΗΠΑ. Η κυρία Μπαζιάνα είναι άτομο βαθιά πολιτικοποιημένο, με τις δικές της απόψεις και το θάρρος της γνώμης της, αλλά με όσα είπε έθεσε τέλος στην ασυλία των «γυναικόπαιδων». Τη μια στιγμή ζητούσε σεβασμό στην επαγγελματική της πορεία και την άλλη έριχνε τις σπόντες της για τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι, λέγοντας ότι τα Paradise Papers «για μένα είναι ένας ξένος τόπος», αντιπαραβάλλοντας την άποψη «εγώ θα τη βολέψω και οι υπόλοιποι δεν με αφορούν» με τις αρχές και τις αξίες που πήρε «προίκα από την οικογένειά» της και θέλει να κληροδοτήσει στα παιδιά της «αξίες που δεν εγγράφονται στα «πόθεν έσχες»».

    Σκιές και κριτική

    Αυτό σημαίνει ότι ο προεκλογικός πόλεμος θα είναι ολοκληρωτικός και ανελέητος. Γιατί η επαγγελματική εξέλιξη της κυρίας Μπαζιάνα έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για το πόσο άσπιλη είναι, και ας επέλεξε εκείνη ένα λευκό κουστούμι για να κατέβει τη σκάλα του αεροπλάνου της Air China, που πραγματοποιούσε την πρώτη απευθείας πτήση Πεκίνο – Αθήνα τον περασμένο Σεπτέμβριο, επιστρέφοντας ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του Πεκίνου – ιδιότητα που προστέθηκε αμέσως στο βιογραφικό της, το οποίο προκαλεί μουρμούρες στον πανεπιστημιακό κόσμο.
    Σύμφωνα με αυτό, διετέλεσε επιστημονική συνεργάτρια του Πανεπιστημίου Πατρών το 2000 – 2002, οπότε ξεκίνησε η επιστημονική συνεργασία της με το ΕΜΠ. Κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2015-2016 και 2016-2017 εργάστηκε ως έκτακτο διδακτικό προσωπικό στο Τμήμα Μηχανικών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Από το 2016 διδάσκει αυτοδύναμα στο Τμήμα Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και από το 2017 διδάσκει ως έκτακτο διδακτικό προσωπικό στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Πειραιά. Εχει περισσότερες από 50 δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, συνέδρια με κριτές και κεφάλαια βιβλίων.
    Το ανεπίσημο βιογραφικό περιλαμβάνει σκιές για τη σύγκρουσή της με τον καθηγητή που επέβλεπε το διδακτορικό της στην Πάτρα, η οποία κατέληξε στα δικαστήρια, για τη μεταπήδησή της από τη δημοτική και τη μέση εκπαίδευση στην τριτοβάθμια με συνεχείς αποσπάσεις στο ΕΜΠ, τη διεκδίκηση θέσεων σε περιφερειακά πανεπιστήμια, τη φωτογραφική τροπολογία Φίλη, την οποία χρησιμοποίησε για να της επιτεθεί η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ωστόσο, πηγές από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ επισημαίνουν ότι η κυρία Μπαζιάνα ακολούθησε την τυπική πορεία που ακολουθούν και πολλοί άλλοι αναζητώντας πανεπιστημιακή εμπειρία, ότι δεν είναι μέλος ΔΕΠ (δηλαδή δεν είναι καθηγήτρια) αλλά ανήκει στο βοηθητικό προσωπικό, ότι το βιογραφικό της είναι πολύ καλό, καθώς το συγκεκριμένο τμήμα είναι κορυφαίο στην Ελλάδα και δεν θα διακινδύνευε το κύρος του, και ότι η κυρία Μπαζιάνα δεν χρησιμοποίησε ποτέ την τροπολογία Φίλη. Υπέβαλε  ωστόσο τα χαρτιά της για επίκουρη καθηγήτρια.

    Η καχυποψία και το είδωλο

    Η καχυποψία αδικεί την κυρία Μπαζιάνα και τα προσόντα της. Αλλά όταν η ίδια πιστεύει ότι ζει σε έναν κόσμο στον οποίο υπερτερούν οι εχθροί και οι φίλοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα, όταν αισθάνεται κατατρεγμένη αντί για προνομιούχος, όταν καταγγέλλει τη διαπλοκή του παλαιού συστήματος αλλά επιτρέπει στον Βαρδή Βαρδινογιάννη να της δίνει το χαϊδευτικό μπατσάκι της μεγάλης οικειότητας μπροστά τους φωτογραφικούς φακούς στο Προεδρικό Μέγαρο, όταν διαβεβαιώνει ότι «ο Τσίπρας δεν είπε ψέματα, δεν πρόδωσε, δεν εξαπάτησε», όταν αντιμετωπίζει τις θυσίες του λαού ως παράπλευρες απώλειες στη σταυροφορία του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ κατά των ισχυρών, όταν αποδέχεται την κάμψη της δημοκρατίας και φλερτάρει με τον ευρωσκεπτικισμό και όταν κλείνει το μάτι στους ψηφοφόρους για επιστροφή στον προ κρίσης παράδεισο, έχει προκαλέσει μόνη της τα δεινά για τα οποία παραπονείται.
    Εκείνη όμως αισθάνεται ότι δεν έχει αλλοτριωθεί από την εξουσία, μολονότι ομολογεί ότι «ακόμα και η αριστερή εξουσία χτυπάει σε πολύ εσωτερικές χορδές του ανθρώπου, έχει να κάνει με την αυταρέσκειά του, με την εικόνα του εαυτού του, ακόμα και με τη λίμπιντό του (…) Ισως η ψυχανάλυση να βοηθούσε τους πολιτικούς… Αλλά ποιος αντέχει να συγκρουστεί με το είδωλό του;». Ενδεχομένως να μην αντέχει ούτε η ίδια την αναμέτρηση με το είδωλό της. Αλλά η κυρία Μπαζιάνα στα 43 της χρόνια δεν έχει την ωριμότητα να αποδεχθεί αυτό που κατανόησε στο τέλος της η Ελένη του Ρίτσου: «Θα πρέπει πολύ να γεράσουμε ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκιά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις και στις κρίσεις».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτική