• Αναζήτηση
  • 1938: 80 χρόνια από τον θάνατο του Γιαννούλη Χαλεπά

    Είχε προσβληθεί από ημιπληγία. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, στο σπίτι της Δαφνομήλη 35, ο 87χρονος Γιαννούλης Χαλεπάς δεχόταν τις περιποιήσεις της ανιψιάς του Ειρήνης. Εκείνο το πρωί, ήταν 15 Σεπτεμβρίου 1938, της ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Πήγε στην κουζίνα για να το φέρει και όταν γύρισε τον βρήκε νεκρό. Η κηδεία του έγινε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ο τάφος του βρίσκεται κοντά στο διασημότερο έργο του, το ταφικό μνημείο της Σοφίας Αφεντάκη που έμεινε γνωστό ως «Κοιμωμένη».

    Είχε προσβληθεί από ημιπληγία. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, στο σπίτι της Δαφνομήλη 35, ο 87χρονος Γιαννούλης Χαλεπάς δεχόταν τις περιποιήσεις της ανιψιάς του Ειρήνης. Εκείνο το πρωί, ήταν 15 Σεπτεμβρίου 1938, της ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Πήγε στην κουζίνα για να το φέρει και όταν γύρισε τον βρήκε νεκρό. Η κηδεία του έγινε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ο τάφος του βρίσκεται κοντά στο διασημότερο έργο του, το ταφικό μνημείο της Σοφίας Αφεντάκη που έμεινε γνωστό ως «Κοιμωμένη».

    Οι εν Πύργω Τήνου ιστορίες

    Γεννημένη στον Πύργο Τήνου στις αρχές του 20ου αιώνα, η γιαγιά μου (μητέρα της μητέρας μου) θυμόταν τον «μπαρμπα-Γιαννούλη», όπως αποκαλούσαν στο χωριό τον αλαφροΐσκιωτο άντρα. Ελεγε διάφορες ιστορίες για τις σχέσεις του με τη μικρή κοινωνία που τον φιλοξενούσε. Ιστορίες παρόμοιες με εκείνες που διηγούνταν και άλλοι συχωριανοί, όλοι φευγάτοι τώρα. Στα σπίτια τους, κάποιοι, είχαν σχέδια που έκανε ακόμη και πάνω σε μπακαλόχαρτα. Στο δικό μας σπίτι, σε ένα τσίγκινο κουτί με πολλές φωτογραφίες, υπήρχε μια παλιά φωτογραφία στην οποία η αδελφή της γιαγιάς μου και επί χρόνια δασκάλα στον Πύργο, Πηνελόπη Πρίντεζη-Δεσπίνη, ποζάρει μαζί με τον ηλικιωμένο Χαλεπά και τους μαθητές της. Παρατηρώντας την, πολύ μικρός ακόμα, και έχοντας ακούσει διάφορα για την «τρέλα» του, σκεφτόμουν πως για να τον έχουν καλέσει να φωτογραφηθεί με τα παιδιά θα πρέπει εκτός από τρελός να ήταν και καλός άνθρωπος. Αυτή την αίσθηση της καλοσύνης μού είχαν νομίζω μεταφέρει η γιαγιά και οι θείες μου με τα λόγια τους: «Ηταν», έλεγαν, «άκακος»! Ετσι τον χαρακτήριζαν.  
    Και αν δεν τον θαύμαζαν λοιπόν – αγράμματοι χωρικοί ήταν οι περισσότεροι, δεν είχαν καμία εξοικείωση με την τέχνη -, τον πονούσαν. Τουλάχιστον στις αναμνήσεις τους. Εχει βεβαίως γραφτεί πως το κλειστό περιβάλλον του χωριού αποδείχτηκε συχνά τυραννικό γι’ αυτόν – όπως όλα εξάλλου τα κλειστά περιβάλλοντα. Εψαξα να βρω πληροφορίες για το περιβάλλον εκείνο και για τη σχέση του με τον «μπαρμπα-Γιαννούλη», από περιέργεια, επειδή σε αυτόν τον κόσμο έζησαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες μου. Δεν βρήκα πολλά, η εν Πύργω Τήνου ζωή του Χαλεπά είναι ένα κεφάλαιο που νομίζω ότι θα παραμείνει ημιτελές, ή που θα αναπαράγεται με διάφορες ανακρίβειες, υπερβολές και εικασίες, ειδικά από τη στιγμή που όλοι οι πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές αλλά και οι κομπάρσοι-αυτόπτες μάρτυρες έχουν αποδημήσει.

    Οι τρεις γυναίκες της ζωής του

    Περισσότερο από όλους τους ανθρώπους που τον γνώρισαν και που έζησαν μαζί του θα ήθελα να είχαν μιλήσει οι τρεις γυναίκες που καθεμία με τον τρόπο της σημάδεψαν τη ζωή του: Η αυστηρή μάνα του Ειρήνη Χαλεπά – τσατσά Ρήνη την έλεγαν στον Πύργο -, η όμορφη συγχωριανή του Μαριγώ Χριστοδούλου, την οποία ερωτεύθηκε, και η τρυφερή ανιψιά του Ειρήνη Β. Χαλεπά. Η πρώτη είναι πρόσωπο τραγικό, όπως και ο γιος της: η μάνα που προσπαθώντας να σώσει τον παιδί της από τους δαίμονες που το κατατρέχουν, και τους οποίους με το φτωχό μυαλό της έχει εντοπίσει στη δημιουργική φαντασία και στην καλλιτεχνική έμπνευσή του, του απαγορεύει να ασχοληθεί με την τέχνη και καταστρέφει τα έργα του. Από έγνοια. Η δεύτερη είναι η προσωποποίηση του έρωτα: νέα, όμορφη και γοητευτική, γίνεται η μεγάλη ανεκπλήρωτη αγάπη του Γιαννούλη. Ο νεαρός καλλιτέχνης τη ζήτησε σε γάμο, όμως η οικογένειά της δεν του την έδωσε, προτιμώντας για ευνόητους λόγους κάποιον άλλον. Η τρίτη είναι ο καλός άγγελος που εμφανίστηκε όταν ο Χαλεπάς είναι ήδη 80 χρόνων, για να τον πάρει στο σπίτι της στην Αθήνα και να τον γηροκομήσει με συγκινητική αφοσίωση.

    Πρόλαβε την καταξίωση

    Ο Γιαννούλης Χαλεπάς πρόλαβε να γνωρίσει την καταξίωση και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε περιβάλλον ζεστό και προστατευτικό. Αυτό αφού είχε διανύσει μια διαδρομή δύσβατη και επίπονη, μια πορεία γεμάτη πόνο και απόγνωση. Δεν βγήκε αλώβητος από την περιπέτεια, επέζησε όμως. Επέζησε, πολέμησε, νίκησε τους δαίμονές του και συνέχισε να δημιουργεί. Εχουν γραφτεί πολλά για τον καλλιτέχνη που πέρασε στην ιστορία ως ο σημαντικότερος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας. Αξιόλογοι αναλυτές, τεχνοκριτικοί, λογοτέχνες και δημοσιογράφοι έχουν δημοσιεύσει βιβλία, αφιερώματα, αναλύσεις του έργου του. Διατυπώθηκαν επιπλέον πολλές θεωρίες για τη ζωή του και τη σχέση του με τους άλλους. Ομως το ποιος ήταν παραμένει τελικά σε μεγάλο βαθμό αίνιγμα.
    Λένε πως κάθε καλλιτέχνης κρύβει το αληθινό πρόσωπό του μέσα στο έργο του. Μένει πίσω λοιπόν το σημαντικό αυτό έργο, γλυπτά και σχέδια όπου «το ανανεωτικό και καινοτόμο στοιχείο δεν έγκειται στα θέματα αλλά στις ελευθερίες που διεκδικεί και κατακτά ο καλλιτέχνης για να τα ερμηνεύσει: ο παγανιστικός κόσμος της Αρχαιότητας συνυπάρχει ειρηνικά με τον χριστιανικό. Κλίμακες και ιεραρχίες παραβιάζονται. Ονειρο, φαντασία και πραγματικότητα δεν έχουν σύνορα στα μεταλογικά έργα του Χαλεπά. Λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Η ενότητα του χρόνου και του τόπου καταλύεται» (Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, «Το Βήμα» 4/2/2007).  Ογδόντα χρόνια μετά τον θάνατό του η ιστορία του Γιαννούλη Χαλεπά συγκινεί (εσχάτως και η Ρέα Γαλανάκη έσκυψε πάνω της με τρυφερότητα στη νεοεκδοθείσα νουβέλα της «Αθηνά Βοσκοπούλα» – περιλαμβάνεται στο «Δύο γυναίκες, δύο θεές» των εκδόσεων Καστανιώτη) και τα γλυπτά του εντυπωσιάζουν με τη δύναμή τους. Τη δύναμη μιας ψυχής προορισμένης για να κάνει τον πόνο της δημιουργία.

    Χρονολόγιο

    14 /8/1851

    Γεννιέται στον Πύργο Τήνου.
    1869 – 1872
    Μαθητεύει στο Σχολείον των Τεχνών (μετέπειτα Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση.
    1873
    Πηγαίνει στο Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου.
    1876
    Ανοίγει εργαστήριο στην Αθήνα.
    1877
    Φιλοτεχνεί την «Κοιμωμένη».
    1888
    Οι γιατροί διαγιγνώσκουν άνοια, αποφασίζεται ο εγκλεισμός του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας (11/7/1888) όπου θα παραμείνει για 14 χρόνια.
    1902
    Μετά τον θάνατο του πατέρα του η μητέρα του τον βγάζει από το Ψυχιατρείο (6/6/1902) και τον παίρνει μαζί της, πίσω στον Πύργο Τήνου.
    1916
    Η μητέρα του πεθαίνει. Ο Χαλεπάς αρχίζει να ασχολείται πάλι με την τέχνη του.
    1927
    Η Ακαδημία Αθηνών τον βραβεύει με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.
    1930
    Επειτα από επιμονή την ανιψιάς του Ειρήνης Β. Χαλεπά αφήνει την Τήνο και την ακολουθεί στο σπίτι της στην Αθήνα όπου θα ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, δημιουργικός ως το τέλος.
    15/9/1938
    Πεθαίνει στην Αθήνα.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός