• Αναζήτηση
  • Αποστόλης Μπαρμπαγιάννης: «Η μόνη εμμονή που δικαιολογώ είναι απέναντι στην εξουσία»

    Μπήκαν στη ζωή μας πριν από δέκα χρόνια.

    Μπήκαν στη ζωή μας πριν από δέκα χρόνια. Στην αρχή σχολιάζοντας καυστικά την πολιτική επικαιρότητα μέσα από κάρτες και χιουμοριστικά βίντεο, δίνοντας τη σκυτάλη στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ. Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν στις οθόνες μας ο Τσολιάς με την τεράστια περούκα και τη φουστανέλα που δεν αποχωρίζεται ποτέ, και λίγο αργότερα ο «βυσματίας» Μπαλούρδος, αστυνομικός το επάγγελμα, για την ακρίβεια ανήκει στις μονάδες αποκατάστασης τάξης, αλλά λόγω βιοπορισμού εργάζεται, παράλληλα, τα τελευταία χρόνια ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό κανάλι.
    Πίσω από τους εκκεντρικούς ήρωες της «Ελληνοφρένειας», που από το 2013 προβάλλεται από τη συχνότητα του Alpha (εφέτος η εκπομπή μεταδίδεται κάθε Τρίτη στις 23.00), κρύβεται ο Αποστόλης Μπαρμπαγιάννης, ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα που όμως δεν μας έχει δείξει ποτέ το πραγματικό του πρόσωπο. Αλλωστε, όπως ο ίδιος εξηγεί στο «Βήμα της Κυριακής», προτιμά να μείνει το έργο και όχι το πρόσωπο. Εφέτος οι ρόλοι στην εκπομπή άλλαξαν, με τον Μπαλούρδο να υποβαθμίζεται και από διευθυντής του σταθμού να καταλήγει ένας απλός ρεπόρτερ και τον Τσολιά να «εισβάλλει» στο Κανάλι αναλαμβάνοντας την παρουσίαση των «fake news» αλλά και κάνοντας αληθινές συνεντεύξεις σε πρόσωπα της πολιτικής που, απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι στιγμής, δεν έχουν φοβηθεί το καυστικό χιούμορ της εκπομπής, με κορυφαία ως τώρα τη συνέντευξη με τον Κώστα Μπακογιάννη.
    Ο Αποστόλης Μπαρμπαγιάννης μάς μιλάει για τα 10 χρόνια της εκπομπής, για τους δύο ήρωες που υποδύεται, για το εάν θα δούμε τους Αλέξη Τσίπρα και Κυριάκο Μητσοτάκη στη θέση του συνεντευξιαζόμενου αλλά και για το εάν η σάτιρα έχει όρια.
    Η τηλεοπτική εκδοχή της «Ελληνοφρένειας» συμπληρώνει την πρώτη της δεκαετία. Εχει αλλάξει στην πάροδο των χρόνων;
    «Προφανώς και έχει αλλάξει. Εχουν αλλάξει οι χρόνοι. Εχουν αλλάξει ακόμη και οι πάροδοι. Η «Ελληνοφρένεια» δεν θα αλλάξει; Αυτό όμως που μένει πάντα σταθερό είναι οι θέσεις μας, η θέασή μας για τα πράγματα και η στόχευσή μας».
    Τσολιάς και Μπαλούρδος διανύουν μια φάση «εμφύλιου πολέμου»;
    «Ισως. Μόνο που μιλάμε για τα δυο χέρια του ίδιου σώματος. Κυρίως του εκλογικού. Το ένα χέρι είναι του βολέματος, που κάθε τόσο το κόβουμε από τη ρίζα και θεριεύει ξανά και ξανά σαν άλλη Λερναία Υδρα, για να ξαναψηφίσει τα ίδια – μεταμφιεσμένα κάθε φορά – λάθη. Και το άλλο είναι χέρι του ξεβολέματος που κρατάει τη λεπίδα που κόβει κάθε φορά το πρώτο».
    Αν σας έλεγαν να διαλέξετε ανάμεσα στον Τσολιά και στον Μπαλούρδο ποιον θα επιλέγατε;
    «Ο Μπαλούρδος είναι η προσωποποίηση της πηγής του κακού, του κακού μας εαυτού. Λίγο της αρπαχτής, λίγο αφελής, λίγο με τον έναν, λίγο με τον άλλον, λίγο διορισμένος, λίγο διπλοθεσίτης, λίγο λαμόγιο, λίγο δυσαρεστημένος… γενικώς λίγος σε κάθε περίσταση. Ο Τσολιάς είναι πιο μάτσο. Σε όλα. Ο Τσολιάς είναι αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, αλλά ποτέ δεν το τολμήσαμε εξαιτίας ενός μπαλουρδαίικου κομματιού μέσα μας. Αυτό που διαλέγουμε, λοιπόν, είναι να εξαλείψουμε τη νοοτροπία αυτού του κομματιού».
    Το ένθετο με τις συνεντεύξεις έχει αγαπηθεί τόσο από τους τηλεθεατές όσο και από τους πολιτικούς, από ό,τι φαίνεται. Γιατί οι πολιτικοί ανοίγονται στον Τσολιά;
    «Οι πολιτικοί κυρίως αμύνονται στον Τσολιά. Οχι όμως επειδή ο Τσολιάς είναι επιθετικός, αλλά επειδή εκείνοι νιώθουν την ανάγκη για άμυνα σε κάποιον που τους κάνει κανονικές ερωτήσεις. Εχουν συνηθίσει να δίνουν συνεντεύξεις συνήθως σε προστατευμένο περιβάλλον, με δημοσιογράφους που δεν θα παραβιάσουν επ’ ουδενί την πολιτική ορθότητα και τους κανόνες του «πολιτικού πολιτισμού». Και ξαφνικά βρίσκονται σε ένα κουνημένο πλαίσιο, με κάποιον που μπορεί να ρωτήσει οτιδήποτε, χωρίς προσυμφωνημένη ατζέντα και όρους».
    Υπάρχουν στιγμές που τους φέρνει σε αμηχανία, με αποτέλεσμα να σταματήσει για λίγο το γύρισμα;
    «Δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής. Νομίζω ότι οι περισσότεροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν οτιδήποτε, αληθές ή ψευδές, με χαρακτηριστική ευκολία και θράσος».
    Εχετε εμμονές με συγκεκριμένα πρόσωπα;
    «Η σάτιρα δεν μπορεί να είναι εμμονική σε πρόσωπα. Η μόνη εμμονή που δικαιολογείται στη σάτιρα και σε αυτόν που την κάνει είναι απέναντι στην εξουσία. Γι’ αυτό προσπαθούμε να παίρνουμε συνεντεύξεις από πρόσωπα που την ασκούν ή την έχουν ασκήσει κατά το παρελθόν. Προφανώς και έχει άλλη βαρύτητα μια συνέντευξη με έναν υπουργό ή αρχηγό κόμματος που έχει κυβερνήσει και άλλη βαρύτητα μια συνέντευξη με έναν βουλευτή που μπήκε για πρώτη φορά στη Βουλή πριν από δύο χρόνια ή που το κόμμα του δεν έχει κυβερνήσει ποτέ».
    Θα δούμε τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να κάθονται απέναντί σας;
    «Καλώς να ορίσουν».
    Ο Τσολιάς εφέτος έκανε τη διαφορά και ανέβηκε στη σκηνή του Σταυρού του Νότου. Θα σκεφτόσασταν τη μεταφορά της εκπομπής στο παλκοσένικο;
    «Αν κάποια στιγμή, κοντινή ή μακρινή, δεν υπάρχει χώρος για εμάς στα κανάλια, δεν θα κάτσουμε σπίτια μας. Δεν καθόμαστε σπίτια μας ούτε τώρα, που για την ώρα έχουμε χώρο σε κανάλι. Το σίγουρο είναι πως αυτά που θέλουμε να πούμε, θα βρούμε τρόπο και μέρος να τα πούμε. Στη σκηνή τα πράγματα είναι πιο γυμνά. Πιο αληθινά. Είσαι σε άμεση επαφή με τον ακροατή σου. Δεν υπάρχουν δεσμεύσεις, δεν υπάρχει ΕΣΡ, δεν υπάρχουν διαφημίσεις, δεν υπάρχουν διευθυντές, δεν υπάρχουν καναλάρχες. Το κοινό εκεί είναι ενεργό, συνειδητό και απαιτητικό. Ξέρει γιατί ήρθε, δεν είδε φως και μπήκε. Ούτε σε βλέπει ενώ μαγειρεύει ή σιδερώνει. Ηρθε για να περάσει καλά, να γελάσει, να ακούσει, να προβληματιστεί και μπορεί ακόμη και να συγκινηθεί. Οχι για να περάσει η ώρα».

    «Το πρόσωπό μας το δείχνουμε με αυτά που λέμε»

    Τηλεόραση ή ραδιόφωνο; Ποιο από τα δύο μέσα προτιμάτε;
    «Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης, μιας και άλλη δουλειά κάνουμε στο ένα μέσο και εντελώς διαφορετική στο άλλο. Στο ραδιόφωνο η εκπομπή μπορεί να βγει από δύο άτομα, όπως έχει συμβεί για πάρα πολλά χρόνια, ενώ στην τηλεόραση τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το ραδιόφωνο έχει μια αμεσότητα και μια αυθεντικότητα που η τηλεόραση δεν μπορεί να προσφέρει. Το ραδιόφωνο κολλάει πιο πολύ ως μέσο σε εμάς, όχι μόνο ως επαγγελματιών αλλά και ως πολιτών. Το ραδιόφωνο το ακούς και σε μια διαδήλωση, από την τηλεόραση απλά βλέπεις τη διαδήλωση».

    Γιατί κυκλοφορείτε πάντα μεταμφιεσμένος; Θα θέλατε να δείξετε κάποια στιγμή το πρόσωπό σας;
    «Θεωρούμε αυτό που κάνουμε πιο σημαντικό από τη φάτσα μας και την αναγνωρισιμότητα που μπορεί να κερδίσει αυτή. Προτιμούμε να μείνει το έργο, όχι το πρόσωπο. Οι ρόλοι κρύβουν συμβολισμούς. Τα πρόσωπα κρύβουν περσόνες και περσονίστικες συμπεριφορές. Το πρόσωπό μας το δείχνουμε καθημερινά με αυτά που λέμε. Αυτή είναι η αλήθεια η δική μας. Τα υπόλοιπα είναι κουτσομπολιό».

    Εχει προσπαθήσει κανείς στον δρόμο να τραβήξει την περούκα του Τσολιά για να δει ποιος κρύβεται από κάτω;
    «Οχι, δεν έχει γίνει ποτέ κάτι τέτοιο».

    Ποια είναι η αντίδραση του κόσμου όταν σας συναντά έξω;
    «Σχεδόν πάντα πολύ ζεστή και φιλική. Ερχονται κοντά για μια φωτογραφία, για ένα φιλί, μια αγκαλιά, ένα μπράβο, μια χειραψία. Αλλοι τρέχουν να κρυφτούν να μην τους δείξει η κάμερα, άλλοι τη γυρεύουν. Οι περισσότεροι όμως έχουν κάτι να πουν. Και ο Τσολιάς τους ακούει».

    Ο Τσολιάς και ο Μπαλούρδος ασχολούνται με τα social media;
    «Ο Τσολιάς και ο Μπαλούρδος όχι».

    Εσείς;
    «Εμείς τα παρακολουθούμε στενά».

    Τον τελευταίο καιρό γίνεται μεγάλη συζήτηση για τα fake news και εσείς εφέτος έχετε εντάξει στην εκπομπή ένα μικρό δελτίο ειδήσεων με τα fake news της ημέρας. Υπάρχουν ψευδείς ειδήσεις;
    «Υπάρχουν αληθείς ειδήσεις; Κι αν υπάρχουν, η τηλεόραση θα τις μεταδώσει; Το κοινό που διαλέγουμε να μας δει είναι το υποψιασμένο κοινό. Κοινό που για να ενημερωθεί δεν θα περιμένει να έρθει η σωστή ώρα που όρισε το όποιο κανάλι. Αυτός λοιπόν που θα ψάξει την είδηση και δεν θα περιμένει να του σερβιριστεί σε ένα πιάτο με σίριαλ του κώλου, ριάλιτι αποχαύνωσης, τηλεπαιχνίδια και μαγειρικές για πεινασμένους, θα βρει την αληθινή».

    Εχετε δεχθεί παράπονα και συστάσεις από κάποιο πολιτικό πρόσωπο που έχει βρεθεί στο στόχαστρο της «Ελληνοφρένειας»;
    «Οχι, ποτέ. Τώρα αν έχουν φτάσει στα αφτιά και στα τηλέφωνα των διευθυντών ή και των ιδιοκτητών των μέσων που κατά καιρούς συνεργαζόμαστε, είναι θέμα που δεν μας αφορά. Το να έχεις μια εκπομπή πολιτικής σάτιρας στο κανάλι σου ή στο ραδιόφωνό σου είναι απόφαση. Με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Με όποιο ρίσκο και όποιο κόστος. Μια τέτοια εκπομπή μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε κλίμα απεριόριστης ελευθερίας. Οτιδήποτε άλλο είναι λογοκρισία».

    Η σάτιρα τελικά έχει όρια;
    «Τα όρια στη σάτιρα τα βάζουν ο κόσμος και ο ίδιος ο δημιουργός. Τα όρια δεν ορίζονται από τα συμφέροντα και τις δεσμεύσεις κανενός καναλιού ή ραδιοφώνου. Και κανενός οργάνου υποτιθέμενης τήρησης δεοντολογίας και ορθού πολιτικού λόγου».

    Το κοινό χαρακτηρίζει την εκπομπή όαση στην έρημο της ελληνικής τηλεόρασης. Εσείς πώς θα τη χαρακτηρίζατε;
    «Ως επώαση της σκέψης για το ξεκίνημα μιας φλογερής πραγματικότητας, μακριά από ερήμους, έρμους και έρμαια».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Media