• Αναζήτηση
  • Ν. Καζαντζάκης προς Γ. Αγγελάκη: «Σα δύο αδερφοί που σμίξαν ύστερα από αιώνες»

    Οι επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη στον δικηγόρο και φίλο του Γιάννη Αγγελάκη, πατέρα της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, ανατυπώνονται την Κυριακή από «Το Βήμα» αποκαλύπτοντας ανθρώπινες στιγμές του μεγάλου συγγραφέα

    ΤοΒΗΜΑ Team

    Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόλογος ή να γνωρίζει το περιεχόμενο εκδόσεων με τίτλους όπως «Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη» ή «The Selected Letters of Nikos Kazantzakis» για να συμπεράνει ότι ο κρητικός συγγραφέας που υπέγραψε παγκοσμίου φήμης μυθιστορήματα, αλλά και φιλοσοφικά δοκίμια, ταξιδιωτικά έργα, μεταφράσεις αρχαίων κειμένων, θεατρικά ή και κινηματογραφικά σενάρια, ήταν και μανιώδης επιστολογράφος.

    Την αξία των επιστολών του εξηγούσε καλύτερα ο φιλόλογος Παναγιώτης Μαστροδημήτρης σε άρθρο του στο περιοδικό «Νέα Εστία», τον Δεκέμβριο του 2007: «(…) η διαλογική υφή των επιστολών του Καζαντζάκη, που συνδυάζει τη μεγαλόπνοη ιδεολογική δήλωση με την τετριμμένη καθημερινή αναφορά, καθιστά τις επιστολές του ιδιαίτερα σημαντικά ψυχολογικά τεκμήρια ερμηνείας της προσωπικής και της λογοτεχνικής του ιδιοσυστασίας».

    Η παραπάνω διαπίστωση ισχύει και για την αλληλογραφία του Καζαντζάκη με τον έμπιστο δικηγόρο του και αφοσιωμένο φίλο Γιάννη Αγγελάκη, αλληλογραφία που το 2013 κυκλοφόρησε από το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη χάρη στη δωρεά της κόρης του Αγγελάκη και βαφτιστήρας του Καζαντζάκη, της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Οπως σημείωνε στην εισαγωγή της έκδοσης ο επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Θανάσης Αγάθος, ο γεννημένος στα Δαρδανέλλια Αγγελάκης, εργαζόμενος επί σειρά ετών στην Ιονική Τράπεζα, μέλος της αποστολής επαναπατρισμού των Ελλήνων του Καυκάσου το 1919 ή νομικός σύμβουλος του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, είχε αναλάβει όλες τις υποθέσεις του Καζαντζάκη, από τις δοσοληψίες του με εκδοτικούς οίκους ώς την αγορά του οικοπέδου στην Αίγινα στο οποίο ο συγγραφέας έχτισε κατόπιν το σπίτι του.

    Η έκδοση του Μουσείου Καζαντζάκη, που ανατυπώνεται την Κυριακή από «Το Βήμα», συμπεριλαμβανομένου του προλόγου της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, αποτελείται από 74 τεκμήρια, επιστολές και επιστολικά δελτάρια, και καλύπτει το διάστημα μεταξύ 1917 και 1957, φανερώνοντας πλείστες ανθρώπινες στιγμές του συγγραφέα του «Ζορμπά» και της «Ασκητικής»: τις περιπλανήσεις στην Ευρώπη, την ανασφάλεια για τα οικονομικά, τις διαφωνίες με εκδότες όπως ο Ελευθερουδάκης κι ο Δημητράκος, αλλά και την πολιτική του δράση, τις σχέσεις με την Γαλάτεια και την Ελένη, τις δύο συζύγους του, την επιθυμία του να εγκατασταθεί στην Αίγινα, την παρεπιδημία του στη Γαλλία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή τη σχέση του με τη βαφτιστήρα του.

    Οι δεσμοί φιλίας και αγάπης που συνδέουν τους δύο άνδρες, πέρα από την επαγγελματική τους σχέση, δεν κρύβονται από καμία σχεδόν επιστολή ή κάρτα: «Αγαπημένε μου, το καλό Σου γράμμα της 3-2-18 το ‘λαβα», αναφέρει σε μια επιστολή του με ημερομηνία 1 Μαΐου 1918 «και το διάβασα με αργοστάλλαχτη πίκρα, γιατί θυμήθηκα τις ώρες που περάσαμε μαζί, την Ανατολή évoquée με νοσταλγία αβάσταχτη, τ’ όνειρο το γιομάτο ήλιο, στοχασμό κι ανάπαψη, που ζήσαμε οι δυο μας, σα δυο αδερφοί που σμίξαν ύστερα από αιώνες και διηγούνται τις κοινές παιδιάτικές τους θύμησες».

    Ο παραλήπτης προβάλλει ως ο πλέον αφοσιωμένος και τακτικός αλληλογράφος του Καζαντζάκη, ως εκείνος που του γράφει σταθερά, όταν όλοι σχεδόν τον έχουν ξεχάσει ή έχουν απομακρυνθεί. Ο συγγραφέας από τη μεριά του επιδίδεται συχνά σε έντιμη ενδοσκόπηση του εσωτερικού του κόσμου, ξεδιπλώνοντας ποικίλες πτυχές της προσωπικότητάς του, αλλά και προβαίνοντας σε εκμυστηρεύσεις για το έργο του. «Δουλεύω μόνος μου», γράφει τον Νοέμβριο του 1917, από τη Ζυρίχη, «γυρίζω τα βουνά και κάποτε η μορφή του Νίτσε παρουσιάζεται μπροστά μου troublante, comme un pressentiment douloureux. Γι’ αυτό θέλω να γερέψω καλά και πάω σε πολύ ψηλό βουνό, για να μπορώ να σηκώσω το βάρος της ανησυχίας και της επιθυμίας μου δίχως να λυγίσω».

    Οι χαρακτηριστικές καζαντζακικές ρήσεις και σοφίες δεν λείπουν: «Ηδονή και ελευτερία μου είναι να δουλεύω πάνου και πιο πολύ από το χρέος μου», δηλώνει τον Ιούνιο του ’19 από την Αθήνα. Και τον Μάιο του 1957, λίγους μήνες πριν πεθάνει, θα γράψει από τη γαλλική Αντίμπ: «Δουλεύω, σα να ‘μουν υποχρεωμένος, σα να ‘μουν σκλάβος κάποιου δαίμονα. Και τη σκλαβιά αυτή τη λέω ελευτερία».

    INFO
    «Επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη προς την οικογένεια Αγγελάκη» σε επιμέλεια, εισαγωγή και σχόλια Θανάση Αγάθου. Προλογίζει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου μαζί με «Το Βήμα».

    Πολιτισμός