• Αναζήτηση
  • Oδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: «Σε τι να ελπίζω ακριβώς;»

    Ο Oδυσσέας Παπασπηλιόπουλος μετράει πάνω από τη μισή ζωή του στο σανίδι. Bγήκε στη σκηνή από το πρώτο έτος της σχολής του Θεάτρου Τέχνης και σήμερα, στα 38 του, έχει ήδη μια εικοσαετία πίσω του και είναι πατέρας δύο παιδιών. Με αποσκευές το ταλέντο και την αγάπη του για το θέατρο, την πίστη του σε αυτό που κάνει, διατρέχει, με πολλή δουλειά, μια εξαιρετικά γόνιμη σεζόν.

    Ο Oδυσσέας Παπασπηλιόπουλος μετράει πάνω από τη μισή ζωή του στο σανίδι. Bγήκε στη σκηνή από το πρώτο έτος της σχολής του Θεάτρου Τέχνης και σήμερα, στα 38 του, έχει ήδη μια εικοσαετία πίσω του και είναι πατέρας δύο παιδιών. Με αποσκευές το ταλέντο και την αγάπη του για το θέατρο, την πίστη του σε αυτό που κάνει, διατρέχει, με πολλή δουλειά, μια εξαιρετικά γόνιμη σεζόν.

    Ο ορισμός της τρέλας


    «Το δύσκολο άρχισε προς το τέλος του καλοκαιριού και ενώ τα γυρίσματα για τον «Καζαντζάκη» είχαν ολοκληρωθεί. Η «Αλκηστη» πήρε παράταση, ο «Αμύντας» μεσολαβούσε, οι πρόβες του «Φάρου» είχαν ξεκινήσει αλλά και οι δικές μου στα «7 χρόνια». Ο ορισμός της τρέλας, δηλαδή. Κάτι τέτοιο δεν μου είχε ξανατύχει – ούτε το επιθυμώ. Συνέβη όμως και σκέφτηκα ότι για καλό θα συνέβη. Οργανώθηκα εγκαίρως και αποδείχθηκε χρήσιμο. Εμαθα να οριοθετώ τον ενεστώτα χρόνο, ένα τρομακτικό εφόδιο για την υποκριτική λειτουργία: Οταν είμαι «εδώ», είμαι μόνο «εδώ». Δούλευα 18 ώρες την ημέρα, χωρίς ρεπό, για δυόμισι μήνες. Πολύ δύσκολο. Η «Προδοσία» ξεκίνησε αφού τα άλλα είχαν δρομολογηθεί.  
    Εδώ και χρόνια αντιστεκόμουν στο να συμβούν πολλά πράγματα μαζί. Πιστεύω στην αντίσταση και στο λίγο-λίγο. Από την άλλη, μαζεύτηκαν μια σειρά από αναβολές και ήρθε η στιγμή τους, μαζί με τη σκηνοθεσία» (σ.σ.: οι πρώτες απόπειρες είχαν γίνει συν-σκηνοθετώντας παραστάσεις για παιδιά με την ηθοποιό και σύζυγό του Κατερίνα Παπαδάκη). Είχα αναβάλει την ανάληψη ευθύνης για μια παράσταση ενηλίκων, παρά το γεγονός ότι εδώ και χρόνια καλλιεργείται η σχέση μου με τα έργα, με τον σκηνοθέτη, και έχω πάψει να είμαι ένας ηθοποιός που περιμένει, αλλά έχω γίνει εκείνος που προτείνει και συμμετέχει στη δημιουργία. Και αυτό, πράγματι, συνδέεται με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και είναι από τα πράγματα για τα οποία τον ευχαριστώ και του είμαι ευγνώμων. Γιατί έχει ένα τεράστιο χάρισμα, ανάμεσα στα άλλα προσόντα και τις αρετές του. Είναι τόσο καίριος σε αυτό που θέλει να κάνει που του επιτρέπει να επιτρέπει σε όλους τους άλλους να είναι παρόντες με ισοτιμία. Το ονομάζω γενναιοδωρία, αλλά δεν είναι. Δεν το κάνει επειδή του περισσεύει αλλά από βαθιά εξυπνάδα και επιθυμία για μια καλή παράσταση, απαλλαγμένος από συμπλέγματα. Διανύουμε την πέμπτη χρονιά μαζί και είναι αλήθεια πως μας προβληματίζει και τους δύο η διάρκεια της συνεργασίας μας. Αν δεν υπάρχει λόγος, θα χωριστούμε.

    Σκηνοθετώντας ηθοποιούς της γενιάς μου, νομίζω ότι δουλεύω, κυρίως, με αγάπη. Ανακαλύπτω όλη τη λειτουργία που εγώ ο ίδιος έχω ως ηθοποιός. Θέλω να τους φροντίσω. Δεν ξέρω αν θα γίνω σκηνοθέτης. Αυτό που ξέρω είναι ότι άλλαξα κι εγώ ως ηθοποιός απέναντι στον σκηνοθέτη. Εγινα δέκα φορές πιο διαθέσιμος. Αν και δεν είμαι καθόλου τολμηρός ως άνθρωπος – είμαι βαθιά άτολμος και δειλός, όταν η ατολμία μου συνδέεται με το θέατρο, γίνεται τόλμη, θράσος».

    Προδοσία και προδοσίες…

    «Η «Προδοσία» του Πίντερ δεν αφορά την απιστία. Η έννοια της προδοσίας, πιστεύω εγώ, είναι μια διαρκής κατάσταση που υπάρχει με τον εαυτό σου, με τη σύνδεσή σου με την πραγματικότητα, με τους άλλους. Ολη μου η ζωή σημαίνει μια διαρκή, όχι ηθελημένη, προδοσία. Εγινα ηθοποιός για να μπορώ να συνδεθώ με μια ορισμένη, ασφαλή και άρα ελεγχόμενη πραγματικότητα, γιατί η δυνατότητά μου να συνδέομαι με την άλλη πραγματικότητα προδίδεται καθημερινά.
    Το ίδιο και η κοινωνία που προδίδει διαρκώς τον εαυτό της στην επαφή της με την πραγματικότητα. Εκεί βρίσκει γόνιμο έδαφος ο λαϊκισμός. Πατάει στην έλλειψη σχέσης με την πραγματικότητα. Είναι η βασική παραποίησή της. Είναι τεράστιο ψέμα να ισχυριστείς ότι κάποιος σε εξαπάτησε. Αφού εσύ το ήθελες. Δεν ξέρω ποιος έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη, γιατί και ο πολιτικός είναι παράγωγο της κοινωνίας. Από την άλλη, έχει την ευθύνη της απόφασης να ηγηθεί. Οπως εγώ όταν αναλαμβάνω μια παράσταση.
    Φοβάμαι πως η εποχή μας δεν έχει διέξοδο. Το βασικό μας πρόβλημα είναι η ανάληψη ευθύνης, η επαφή μας με την πραγματικότητα. Αντιθέτως υποστηρίζουμε την απουσία μας. Αρα σε τι να ελπίζω ακριβώς; Αν διαρκώς αποφεύγω να αποκτήσω συνείδηση του τι δημιουργεί το λάθος μου, τότε θα το ξανακάνω. Και αυτό μου στερεί την ελπίδα».

    «Τρέμω την ανυπαρξία»

    «Είχα διαβάσει την «Ασκητική» και τον «Ζορμπά», τίποτε άλλο. Την πρόταση του Γιάννη Σμαραγδή για κάτι καινούργιο και γοητευτικό την αποδέχτηκα αμέσως. Με ρώτησε κάποιος αν φοβήθηκα που θα ερμηνεύσω τον Καζαντζάκη. Μα τι να φοβηθώ; Μήπως δεν το κάνω καλά; Μα ως δεδομένο το παίρνω. Ποιος είμαι εγώ που μπορεί να ξέρει ποιος ήταν ο Καζαντζάκης; Εδώ δεν ξέρω τον εαυτό μου.

    Η ταινία είναι η ιστορία μιας μεγάλης αγάπης, η σύνδεση δύο ανθρώπων για έναν κοινό σκοπό, τον δικό του σκοπό. Είχε μια τρέλα και μια μανία να γράφει. Εγραφε παντού. Ταξίδευε και έγραφε, έγραφε και ταξίδευε. Για εμένα η ταινία ήταν μια τεράστια ευκαιρία – και δεν εννοώ καριέρας, αλλά εμπειρίας. Να βουτήξω, να διαβάσω, να ανακαλύψω τι γινόταν στην Ελλάδα τότε, να δω πόσο ανήσυχος ήταν, πόσο σημερινές σκέψεις είχε, πόσο η Ελλάδα είναι ακόμα εκεί. Ηταν συνταρακτικό που έμαθα πως ο Καζαντζάκης, δέκα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, το ’27, καλεσμένος από τη Σοβιετική Ενωση, γράφει σε μια επιστολή του ότι «μου ζητούν να μιλήσω για τον κομμουνισμό, αλλά εγώ τους μιλάω για τον μετακομμουνισμό, γιατί ο κομμουνισμός πέθανε». Και σκέφτεσαι μετά την ανθρωπότητα, πόσο πίσω αποδεικνύεται.

    Δεν είναι μόνον θέμα φωτεινού μυαλού και αναπτυγμένου εγκεφάλου, αλλά κυρίως η δυνατότητα σύνδεσης με την πραγματικότητα εκείνη τη στιγμή, την οποία μπορούσε να δει χωρίς ιδεολογία, άρα χωρίς τύφλωση. Γιατί η ιδεολογία είναι τύφλωση, και εγώ, όσο ψηλά κι αν την έχουμε τοποθετήσει, την πετάω στα σκουπίδια. Θεωρώ ότι η ιδεολογία κρύβει μέσα της όλα τα υλικά που μπορούν να δημιουργήσουν τον φανατισμό, τον φασισμό, τη θρησκοληψία, τον σκοταδισμό, την οπαδοσύνη, τον χουλιγκανισμό, ακόμη και την ιδεολογία της αγάπης που έφερε ο χριστιανισμός.
    Οχι, δεν είμαι θρήσκος. Είμαι μεταφυσικός, και το έχω τεράστια ανάγκη για να μπορώ να αντιμετωπίζω, όχι την έννοια του θανάτου, αλλά της ανυπαρξίας. Τρέμω την ανυπαρξία και την τρέλα που είναι συνδεδεμένη με την ανυπαρξία».

    Πού και πότε

    Παίζει στον «Φάρο» (Αθηνών) – Σκηνοθετεί το «7 χρόνια» (Αποθήκη) και την «Προδοσία» του Πίντερ (Μικρό Παλλάς – πρεμιέρα αρχές Δεκεμβρίου) – Πρωταγωνιστεί στην ταινία «Καζαντζάκης» του Γιάννη Σμαραγδή.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός