• Αναζήτηση
  • Κοινοτισμός και δημοκρατία

    Στα 1784, ο φιλόσοφος Χέρντερ (1744 - 1803), με το έργο του Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της

    Κυριακίδης Λάζαρος
    Κοινοτισμός και δημοκρατία | tovima.gr

    Στα 1784, ο φιλόσοφος Χέρντερ (1744 – 1803), με το έργο του Ιδέες για τη φιλοσοφία της ιστορίας της ανθρωπότητας, θέτει τις βάσεις του ρομαντικού εθνικισμού και ταυτόχρονα του αντιδιαφωτισμού. Υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος διαμορφώνει την ταυτότητά του αποκλειστικά με βάση την κοινότητα του έθνους στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, και με βάση την ιδιαιτερότητα του εθνικού του πολιτισμού. Εγκαινιάζει έτσι ένα είδος αντίδρασης απέναντι στον ατομικισμό και τον οικουμενισμό της νεωτερικότητας, καθώς η τελευταία, παρακάμπτοντας τα συλλογικά υποκείμενα, καθιέρωσε ένα υποκείμενο, το οποίο, είτε συλλαμβάνεται αναστοχαστικά, είτε υπερβατολογικά, είτε νομικά, δεν παύει να συγκροτείται αφηρημένα και αφαιρετικά εκφράζοντας μια καθολική ιδέα του ανθρώπου, μια κοινή και πανανθρώπινη ουσία, η οποία στερείται ιδιαίτερων χαρακτηριστικών.

    Στα μεγάλα καταστατικά κείμενα του φιλελευθερισμού, όπως η Αμερικάνικη διακήρυξη της ανεξαρτησίας και η Γαλλική διακήρυξη των δικαιωμάτων, διαβάζουμε ότι ο άνθρωπος έχει μια σειρά από δικαιώματα, τα οποία μάλιστα τα έχει, πρώτον, άμα τη γεννήσει του και δεύτερον, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκείας, καταγωγής, χρώματος, κοινωνικής τάξης κλπ. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει δικαιώματα στο μέτρο που ανάγεται στο αφηρημένο και ορθολογικό νομικοπολιτικό υποκείμενο, όπως το όρισε ο Διαφωτισμός, απαλείφοντας ό,τι το καθορίζει ιστορικά, στη μοναδικότητα και την πληθυντικότητά του.

    Από την άλλη, ο καθένας αναγνωρίζει – και αυτή είναι η ρομαντική άποψη – ένα μέρος της ταυτότητάς του (τις «πηγές του εαυτού του») στην κοινότητα στην οποία ανήκει, είτε αυτή είναι έμφυλη, είτε εθνική, είτε θρησκευτική, είτε γλωσσική, και στον ιδιαίτερο πολιτισμό, από τον οποίον αντλεί τα μη αναγώγιμα χαρακτηριστικά του.

    Η σύγκρουση ανάμεσα στο υπερεδαφικό – υπερχρονικό υποκείμενο, φορέα δικαιωμάτων και συμβαλλόμενο/διάδικο του Κοινωνικού Συμβολαίου (ο έτερος είναι το κράτος), αφενός, και το πρόσωπο, αφετέρου, το οποίο αναγνωρίζει κανείς μέσα σε – και χάρη σε – μια συγκεκριμένη, χωροχρονικά προσδιορισμένη, με γνώμονα τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις συγκεκριμένες παραδόσεις, ανθρώπινη κοινότητα, διαιωνίζει ως τις μέρες μας την πάλη ανάμεσα στις (ιστορικά νικηφόρες) δυνάμεις του Διαφωτισμού και εκείνες που, ήδη από τον ίδιο τον 18ο αιώνα, τις αντιστρατεύτηκαν: τις δυνάμεις του Ρομαντισμού.

    Οι δύο παραδόσεις μοιάζουν να αναιρούν η μία την άλλη εφόσον η απαλοιφή της ποικιλότητας (κουλτούρας, ηθών, εθίμων, αξιακών συστημάτων και ηθικών σημασιοδοτήσεων) καθιστά τα ανθρώπινα δικαιώματα εικονικά, θαρρείς και αναφέρονται σε ανυπόστατα όντα, ενώ η χοϊκότητα, η εδαφικότητα και η μοναδικότητα μας θέτουν, δυνάμει, μπροστά στην προοπτική – και υποψία – της βίας, των ανταγωνισμών και του ολοκληρωτισμού.

    Και καθώς οι ηττημένοι της ιστορίας δεν παύουν ποτέ να είναι παρόντες, η αναμέτρηση αυτή, η οποία υποβόσκει (και ήδη υποφώσκει) στις μέρες μας, προκαλεί αφενός έναν από τους πλέον άλυτους γρίφους της πολιτικής φιλοσοφίας, αφετέρου την απόλυτη αμηχανία της πολιτικής κάθε φορά που έχουμε να κάνουμε με ζητήματα όπως το προσφυγικό και το μεταναστευτικό, εκείνο της τρομοκρατίας, αλλά και με κάθε ζήτημα (εθνικών, θρησκευτικών, έμφυλων κλπ.) μειονοτήτων: θα λάβουμε ως κριτήριο αυτό το οποίο ξέρει και κατανοεί ως σωστό η κάθε ομάδα ή αυτό που προτάσσει ως καθολική ανθρωπιστική αρχή ο (δυτικός) ορθολογισμός; Υπάρχουν καθολικές αρχές δικαίου ή πάλι, αν δεν υπάρχουν, πως μπορεί να εξασφαλιστεί η συμβίωση μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών κοινοτήτων;

    Όσον αφορά στην πολιτική θεωρία, η αντιπαράθεση έλαβε τη μορφή της σύγκρουσης μεταξύ φιλελεύθερων και κοινοτιστών, και πολώθηκε γύρω από δύο βασικές έννοιες: την ελευθερία και την ισότητα (ή εναλλακτικά, την κοινωνική δικαιοσύνη).Οι μεν φιλελεύθεροι προκρίνουν την πρώτη έναντι της δεύτερης, δίνοντας έμφαση στην ιδέα της αυτονομίας του ατόμου και/άρα στο ελάχιστο του κράτους και στο ελάχιστο του (κοινά αποδεκτού) προσδιορισμού του ανθρώπινου αγαθού (ως ιδανικού στο οποίο κατατείνει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα).Από την άλλη, οι κοινοτιστές κατακρίνουν τον άκρατο ατομικισμό και τον ανεξέλεγκτο υποκειμενισμό αυτού του φίλαυτου νεωτερικού υποκειμένου ως κάτι το οποίο αντιστρατεύεται το προσδιορισμένο (ως κοινό και δημόσιο) κοινωνικό αγαθό και την ιδέα της ισότητας (ή εναλλακτικά της κοινωνικής δικαιοσύνης), την οποία και προκρίνουν έναντι της ελευθερίας.

    Η συζήτηση πήρε διαστάσεις από τη δεκαετία του ’80 και εξής, ύστερα και από την έκδοση, το 1971, του Μία θεωρία της δικαιοσύνης, από τον Αμερικανό καθηγητή στο Χάρβαρντ John Rawls, ο οποίος, αν και εκφράζει, σε αντίθεση με τους σκληροπυρηνικούς φιλελεύθερους (όπως ο θεωρητικός του αντίπαλος Robert Nozick, που θεωρούσε ασυμβίβαστη την ελευθερία με την ισότητα) αυτό που ονομάστηκε εξισωτικός φιλελευθερισμός, και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, θεωρείται σήμερα ο κύριος εκπρόσωπος του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Από το άλλο στρατόπεδο, συμβολικά θα αναφέρουμε τον Καναδό Charles Taylor, ίσως επειδή είναι πιο γνωστός στην Ελλάδα καθώς έχουν μεταφραστεί στη χώρα μας, όπως εξάλλου και του Rawls, σημαντικά βιβλία.

    Όσον αφορά πάλι στην πολιτική πρακτική, η πιο χαρακτηριστική έκφραση του φιλελευθερισμού υπήρξε ίσως το αμερικάνικο melting – pot (melt σημαίνει λιώνω), ο τρόπος δηλ. με τον οποίο η Αμερική αφομοίωσε διαφορετικές εθνικές ομάδες, με διακριτά ήθη, έθιμα και διακριτές παραδόσεις, επιβάλλοντας στους μετανάστες την υιοθέτηση βασικών αρχών και αξιών του Δυτικού κόσμου. Από την άλλη, ο αναπτυσσόμενος κοινοτισμός εκφράζεται σήμερα με τους αγώνες για νομική αναγνώριση των αναδυόμενων απαιτήσεων των εθνικών, εθνοτικών κλπ. μειονοτήτων στο πλαίσιο ενός μοντέλου πολιτισμικού πλουραλισμού, όπως και σε επιμέρους πολιτικές που προτάσσουν τη δικαιοσύνη έναντι της ελευθερίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι σοσιαλιστικές: για παράδειγμα η θέσπιση – παρ’ ότι ρωλσιανής έμπνευσης – του κατώτατου εγγυημένου βασικού εισοδήματος.

    Πως όμως θα μπορούσε κανείς να αποφύγει αποικιακές και μεταποικιακές συμπεριφορές; Αλλά και πως θα μπορούσαν οι πάσης φύσεως πολιτισμικοί θύλακες να συνυπάρξουν τόσο μεταξύ τους όσο και με τον βασικό πολιτισμό μιας χώρας; Πως θα μπορούσαν να συνυπάρξουν άνθρωποι που κατανοούν τους εαυτούς τους, την αξία τους αλλά και την αξία της ανθρώπινης ζωής γενικά, την έννοια του ευ ζην και του ανθρώπινου αγαθού αποκλειστικά μέσα σε ολιστικές/μη εξατομικευτικές/μη αναγωγιστικές κοινοτικές κουλτούρες: ολιστικές τόσο επειδή είναι οι μόνες που οι ίδιοι αναγνωρίζουν όσο και επειδή εξ’ ορισμού θέλουν – αν το μπορούν – να τις επιβάλουν πάνω σε ό,τι – και σε όσους – δεν αναγνωρίζουν;

    Κάθε φορά που αναφερόμαστε στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην πολυπολιτισμικότητα καθώς σε δύο εξίσου μοντέρνα προτάγματα, θα πρέπει να αναλογιζόμαστε ότι αυτά ανήκουν σε δύο διαφορετικές και αντιτιθέμενες μεταξύ τους παραδόσεις και ότι μας θέτουν απέναντι σε ένα ανυπέρβλητο δίλημμα. Το δίλημμα αυτό θα ορθώνεται πλέον μπροστά μας, για ιστορικά ευνόητους λόγους, με ολοένα και πιο επιτακτικό τρόπο.

    Γνώμες