• Αναζήτηση
  • Γιάννης Μουζάλας: Με το νυστέρι στο Προσφυγικό

    Στον έναν από τους τοίχους του υπουργικού γραφείου, στον τέταρτο όροφο της Δραγατσανίου 2, κρέμεται ένας τεράστιος χάρτης γεμάτος κόκκινα και κίτρινα σημάδια. Κόκκινα για τις προσωρινές δομές φιλοξενίας μεταναστών, κίτρινα για τις μόνιμες.

    Παπακώστα Καρολίνα
    Στον έναν από τους τοίχους του υπουργικού γραφείου, στον τέταρτο όροφο της Δραγατσανίου 2, κρέμεται ένας τεράστιος χάρτης γεμάτος κόκκινα και κίτρινα σημάδια. Κόκκινα για τις προσωρινές δομές φιλοξενίας μεταναστών, κίτρινα για τις μόνιμες. Ο Γιάννης Μουζάλας τον έχει απέναντί του ενώ δουλεύει στην κεφαλή του τραπεζιού των συσκέψεων. Εκεί είναι τα χαρτιά του, ένα σταθερό τηλέφωνο και τρία τασάκια. Δίνει την εντύπωση του «επισκέπτη» στην καρέκλα του υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής. Του περαστικού από την πολιτική. Υπό μία έννοια είναι, μιας και ο ίδιος ποτέ δεν θα ήθελε να γίνει υπουργός Εμπορίου. Υπό μία άλλη, τη δική του, όλα αυτά που κάνει σαράντα χρόνια τώρα είναι πολιτική. Ο χρόνος που πέρασε στην Παλαιστίνη. Το πόδι που του έσπασαν στο Ιράν. Το ντοκιμαντέρ που γύρισε στο Αφγανιστάν. Ο αγώνας κατά της στάσης της ελληνικής Εκκλησίας απέναντι στο δικαίωμα των γυναικών στις εκτρώσεις.
    Ποιος είναι, όμως, στα αλήθεια ο ακτιβιστής που βρέθηκε πολιτικός στη μέση του μεγαλύτερου μεταναστευτικού προβλήματος που αντιμετώπισε η Γηραιά Ηπειρος από τον Β’ Παγκόσμιο και έπειτα; Γεγονός για το οποίο, παρεμπιπτόντως, εκείνος δηλώνει «ευλογημένος». Και πιθανόν – αν λάβει κάποιος υπόψη όσα λέει με τη γλώσσα του σώματος όταν επισημαίνει πως «μιλάμε για τη μεγαλύτερη διαπίδυση μεταναστών από δύο ηπείρους σε μια τρίτη στην Ιστορία» – το εννοεί. Εχει τη δημόσια εικόνα μιας προσωπικότητας χωρίς γωνίες. Ενός ανθρώπου πολύ ήρεμου και ενίοτε αρκετά αφελούς πολιτικά εξαιτίας της αφοπλιστικής του ειλικρίνειας. Φαντάζει λάθος, με βάση τους κανόνες του πολιτικού μάρκετινγκ, να παραδέχεσαι ότι έχεις «συνείδηση πως η μετανάστευση δεν είναι παρτέρι με λουλούδια. Είναι λάσπη. Ούτε οι πρόσφυγες θα είναι ευτυχισμένοι, ούτε ο φιλοξενών λαός με όσα κάνεις. Γιατί διαχειρίζεσαι μια κρίση». Είναι σαν να λες ότι δεν έχεις λύσεις στα προβλήματα που καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Κι όμως. Ο Μουζάλας φαίνεται να έχει μεγαλύτερη επίγνωση από το κόμμα του οποίου είναι υπουργός της ανθρώπινης φύσης. Γιατί, όπως λέει και το τσιτάτο που συχνά επικαλείται, «το να αγαπήσεις τον νεκρό πρόσφυγα είναι εύκολο, το να αγαπήσεις τον ζωντανό είναι δύσκολο».
    Το ευρύ κοινό άκουσε για πρώτη φορά το όνομά του στα τέλη Αυγούστου του 2015. Οταν ανακοινώθηκε ότι αναλαμβάνει αναπληρωτής υπουργός για θέματα μετανάστευσης στην υπηρεσιακή κυβέρνηση της Βασιλικής Θάνου. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να τον συμπεριλάβει και στη δική του κυβέρνηση. Μόλις δύο μήνες μετά, δημιουργήθηκε και αυτόνομο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, γεγονός που τον προήγαγε σε υπουργό, παρότι ακόμη στεγάζεται σε κτίριο του υπουργείου Εσωτερικών. Αντικειμενικά μιλώντας, η αναβάθμιση υπαγορεύθηκε από τις συνθήκες. Το Μεταναστευτικό ήταν τότε κρίσιμο ζήτημα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Αναγκαστικά, λοιπόν, έγινε και της ελληνικής. Και στις στιγμές της κορύφωσης της κρισιμότητάς του, ο αρμόδιος υπουργός λάμβανε μέρος ακόμη και στον πρωινό καφέ του Μαξίμου.
    Η επιλογή του, σύμφωνα με τις διαρροές της περιόδου, είχε γίνει με το σκεπτικό πως είναι γνώστης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες. Οχι μόνο γιατί είχε στο ενεργητικό του πολλές εργατοώρες σε κοινωνικά κινήματα, αλλά και επειδή υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη των Γιατρών του Κόσμου. Στο βιογραφικό του, εξάλλου, έχει «γράψει» πάνω από 25 αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Αποστολές που ο ίδιος είχε περιγράψει σε συνεντεύξεις του ως συνεχείς μάχες με τις ελλείψεις. Ελλείψεις χειρουργείων, φαρμάκων και υποδομών. Κάπως έτσι ο μαιευτήρας χειρουργός-γυναικολόγος βρέθηκε στο τιμόνι ενός νευραλγικού – τουλάχιστον στα μάτια των ευρωπαίων εταίρων – υπουργείου, το οποίο συστάθηκε για να διαχειριστεί τις τύχες ανθρώπων που βιώνουν όλοι ανεξαιρέτως καταστάσεις τις οποίες ο σύγχρονος δυτικός κόσμος έχει αφήσει πίσω του εδώ και δεκαετίες.
    Εκείνος, πάλι, ανήκει στους λίγους Δυτικούς που τις έχουν δει από κοντά, από τα αντίσκηνα των ανθρωπιστικών αποστολών. Σίγουρα δεν έχουν πολλοί μαιευτήρες να διηγηθούν την ιστορία ενός τοκετού βουντού, ενός τοκετού που κλήθηκε να κάνει στην Αϊτή, σε μια σκηνή, φορώντας φακό στον μέτωπό του. Η ετοιμόγεννη, ήδη μητέρα τεσσάρων παιδιών, την ώρα των ωδίνων, τον πήρε από το χέρι και τον έβγαλε στο ύπαιθρο. Εκείνη χόρευε, έπιανε κλαδιά, ξάπλωνε στο χώμα και τραγουδούσε «Οh Jesus», θυμάται. Οι άλλοι γιατροί τού φώναζαν «τι είναι αυτά που κάνεις;» και αυτός τους απαντούσε «γεννούσαν και προτού έρθουμε εμείς εδώ». Οταν η τελετή τελείωσε και η γυναίκα είχε τέλεια διαστολή, επέστρεψαν στη σκηνή. Και την ξεγέννησε.
    Εκτός από αυτή του τη δράση, είχε παράλληλα και μια κανονική καριέρα στην Ιατρική. Και, ως τυπικός γιατρός, καπνίζει. Κυκλοφορεί, μάλιστα, πάντα με ένα θερμαινόμενο τσιγάρο στο χέρι. Αυτό δεν τον εμποδίζει να κάνει και τράκα. Πάντα εργοστασιακά, ποτέ στριφτά. Αφού τελείωσε την Ιατρική Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε σε Μιλάνο και Λονδίνο. Εχει εργαστεί στο Τζάνειο, στον Αγιο Σάββα και στο Ελενα, ενώ στη βρετανική πρωτεύουσα δούλεψε στο Queen Elisabeth-Saint John Clinic. Ο καιρός που πέρασε στο Μιλάνο, όμως, μάλλον τον στιγμάτισε περισσότερο. Επειδή τα ιταλικά του, λένε κάποιοι, είναι καλύτερα από τα αγγλικά του. Στην αθηναϊκή κοινότητα των γυναικολόγων, βέβαια, ήταν γνωστός πολύ προτού γίνει υπουργός. Τον ήξεραν ως τον γιατρό που έκανε τον πρώτο τοκετό στο νερό στη χώρα, το 1999 στο Λητώ. Και ως τον ιθύνοντα νου πίσω από τη δημιουργία αιθουσών φυσικού τοκετού με δυνατότητα χρήσης νερού στα μαιευτήρια. Κάποτε άνοιξε και ένα ιατρείο για τις διαταραχές της γυναικείας σεξουαλικότητας. Το έκλεισε, όμως, γρήγορα. Αιτία; Οπως λέει με μια δόση αυτοσαρκασμού: «Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να καταλάβω τα πάντα για τις γυναίκες».
    Ενας από τους φίλους του από τα φοιτητικά του χρόνια, επίσης γιατρός, τον περιγράφει ως άνθρωπο με χιούμορ. Και, κυρίως, με μεγάλο ενδιαφέρον για τα κοινά από τότε. Η πρώτη του, πάντως, επαφή με τις παρυφές της κεντρικής πολιτικής σκηνής είχε γίνει στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014. Τότε κατέβηκε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στην Αθήνα με την παράταξη του Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Οσοι τον γνωρίζουν από παλιά τον χαρακτηρίζουν ως «αριστερής νοοτροπίας» και «όχι απλά αριστερής ιδεολογίας».
    Αν, λοιπόν, μπορεί να προκύψει ένα συμπέρασμα από την παράθεση και μόνο του CV του, είναι πως δεν πρόκειται για κάποιον που ανδρώθηκε μέσα στον κομματικό σωλήνα. Αυτό ακριβώς το προφίλ, του πολιτικού που δεν είναι επαγγελματίας της πολιτικής, έχει κατορθώσει να διατηρήσει μέχρι και σήμερα που μετρά ήδη δύο χρόνια σε υπουργική καρέκλα. Ετσι τουλάχιστον αναφέρουν άνθρωποι που συνεργάζονται με το υπουργείο του στη διαχείριση του Μεταναστευτικού. Ενας από αυτούς, για να αποδείξει τα λεγόμενά του, φέρνει ως παράδειγμα ένα ταξίδι-αστραπή στο καμπ των Σερρών. Εκεί, ο υπουργός άκουσε πολλά παράπονα από τους μετανάστες. Αυτό που εξέπληξε την παραπάνω πηγή ήταν πως ο Μουζάλας δεν κατέφυγε στη συνήθη πρακτική των πολιτικών που απαντούν σε όλους «έχετε δίκιο». Το αντίθετο. Δεν δίστασε, θυμάται, να τους πάει κόντρα. Και να τους επισημάνει ότι δεν γίνεται κάθε καταυλισμός να φιλοξενεί μία μόνο εθνικότητα. Με δυο λόγια, είναι ευθύς. Πιθανόν περισσότερο από όσο προϋποθέτει μια πετυχημένη, με παραδοσιακούς όρους, σταδιοδρομία στην πολιτική.
    Είναι, άραγε, τόσο ευθύς και στις συνεδριάσεις της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ; Ισως ναι, ίσως όχι. Αν κρίνει κανείς, πάντως, από την αντίδρασή του όταν ερωτάται για την κριτική που έχει δεχθεί από τους συντρόφους του, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν διστάζει να τους μεμφθεί. «Οι διαφορετικές γνώμες δεν είναι κακό», λέει, «η κατάχρησή τους βλάπτει. Οπως και η μη συμμόρφωση στις κοινές αποφάσεις». Αναφέρεται στην τελευταία Πολιτική Γραμματεία του κόμματος, στην οποία η περιλάλητη τάση των 53+ έκανε ασκήσεις αριστεροσύνης επάνω του, ζητώντας του «επικέντρωση σε άμεσες κινήσεις που θα επαναφέρουν την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στις αφετηριακές θέσεις του κόμματος, αυτές που συνέβαλαν στο τεράστιο κύμα αλληλεγγύης του ελληνικού λαού στους πρόσφυγες και τους μετανάστες». Μεταφράζοντας το αίτημα από τα συριζαϊκά στα ελληνικά, του ζήτησαν να παραβεί τη συμφωνία που είχε υπογράψει η Ευρωπαϊκή Ενωση – άρα και η Ελλάδα – με την Τουρκία. Και να επανέλθουμε στη «χριστοδουλοπουλική» αντιμετώπιση που συνοψίστηκε στην περίφημη φράση: «Οι μετανάστες λιάζονται στην Ομόνοια».
    Εκείνος, άλλωστε, όπως σημειώνουν εμπλεκόμενοι από διάφορα πόστα στο Μεταναστευτικό, επιλέγει τη «θεσμική» προσέγγιση. Τηρεί, σημειώνουν, κατά γράμμα τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας. Στο τέλος της ημέρας, όμως, οι ίδιοι άνθρωποι του αναγνωρίζουν καλές προθέσεις αλλά του προσάπτουν και αδυναμία να επιβληθεί στον μηχανισμό της ελληνικής γραφειοκρατίας. Υποστηρίζουν δηλαδή, με πιο κομψό τρόπο, όσα του καταλογίζουν οι δήμαρχοι των νησιών του Βορείου Αιγαίου.
    Την εμμονή του στην τήρηση των συμφωνηθέντων την αναγνωρίζουν ακόμη και οι επικριτές του. Οπως, για παράδειγμα, ο Κωστής Παπαϊωάννου και ο Βασίλης Παπαδόπουλος – πρώην γενικός γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης και πρώην γενικός γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής αντίστοιχα -, που υπέγραψαν προσφάτως άρθρο στον «Guardian» με το οποίο τάσσονταν κατά μιας ενδεχόμενης υποψηφιότητάς του για τη θέση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην ανάλυσή τους είναι ακατάλληλος για το εν λόγω πόστο επειδή η υπουργική του θητεία δεν προήγαγε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για ποιον λόγο; «Ο σημερινός επίτροπος Νιλς Μούζνιεκς έχει εκφράσει σοβαρή ανησυχία για τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας, για τον περιορισμό της ροής σύρων προσφύγων στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα πολιτικές υποχωρήσεις και βοήθεια προς την Αγκυρα. Αντιθέτως, ο έλληνας υπουργός έχει υπάρξει ένας από τους ένθερμους προστάτες αυτής της αμφιλεγόμενης συμφωνίας. Εχει επιμείνει στην εφαρμογή της και αρνήθηκε όποια εισήγηση από ενδιαφερόμενα μέρη – σε εθνικό και διεθνές επίπεδο – σχετικά με τον αντίκτυπό της στα ανθρώπινα δικαιώματα» γράφουν.
    Αυτή δεν είναι η μοναδική κριτική που του ασκείται. Στους διαδρόμους των Βρυξελλών το άλλοτε καλό κλίμα για εκείνον έχει αλλάξει. Σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν όσα λέγονται πίσω από τις κλειστές πόρτες, ενώ στην αρχή οι εταίροι τον θεωρούσαν «σοβαρό συνομιλητή» και χρέωναν τις όποιες ολιγωρίες – ειδικά στην απορρόφηση και διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων – στην κυβέρνηση συνολικά και όχι στον Μουζάλα προσωπικά, πλέον δεν είναι θετικά διακείμενοι απέναντί του. Στην αρχή, μάλιστα, υποστηρίζει πηγή του Ευρωκοινοβουλίου, «είχε πολύ καλό όνομα, βασικά επειδή προερχόταν από τον χώρο των ΜΚΟ. Τόσο από την Επιτροπή, όσο και από τους κόλπους των ευρωβουλευτών, περίμεναν πολλά από αυτόν». Ωστόσο, κατά την ίδια πηγή, «απογοητεύτηκαν επειδή υπάρχουν πολύ μεγάλες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών προγραμμάτων». Για να είμαστε δίκαιοι, αυτή η σκοπιά παραβλέπει το ιδιότυπο μπρα-ντε-φερ μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας για τις προσφυγικές ροές αλλά και τις τριβές μεταξύ των κρατών-μελών για το ζήτημα των μεταναστών.
    Οσο για την υπερασπιστική γραμμή που συχνά χρησιμοποιούσε ο ίδιος για να απαντήσει στην κριτική των Ευρωπαίων, ότι δηλαδή δεν ευθύνεται το υπουργείο του, μιας και δεν διαχειρίζεται χρήμα, αλλά έχει καθαρά συντονιστικό ρόλο, αφού τα κονδύλια κατά βάση διατίθενται στη χώρα μέσω ΜΚΟ και διεθνών οργανισμών; Μοιάζει να μην πείθει πια. Εξάλλου, οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, πολύ προτού βγει on camera ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Φρανς Τίμερμανς, να δηλώσει ότι η Ενωση έχει διαθέσιμο 1 δισ. ευρώ για τις υποδομές περίπου 50.000 προσφύγων στην Ελλάδα αλλά η χώρα μας δεν τα έχει απορροφήσει, μιλούσαν off the record για τις αστοχίες της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Μουζάλας, από την άλλη, επιμένει. Για την ακρίβεια, η ακαριαία αντίδρασή του όταν μπαίνει στην κουβέντα το εν λόγω ζήτημα είναι «φτάνει πια με αυτή την ιστορία. Είναι ένα φτηνό αντιπολιτευτικό κόλπο». Για λεπτομέρειες παραπέμπει στην ανάλυση που δημοσίευσε προ ημερών ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Αλέξης Χαρίτσης, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα όχι μόνο έχει απορροφήσει το 30% των κονδυλίων, αλλά έχει το μεγαλύτερο ποσοστό απορρόφησης από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη.
    Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον έλληνα υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, διατείνονται οι διαδρομιστές στο κέντρο της ευρωκρατίας, ήταν μια ακρόαση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωκοινοβουλίου, στα τέλη Ιουνίου. Είχε κληθεί σε αυτήν προκειμένου να τους παρουσιάσει το σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης εν όψει του χειμώνα. Τι, δηλαδή, σκόπευε αυτή να κάνει ώστε να αποφευχθούν όσα συνέβησαν πέρυσι στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Ελλάδας. Σε Στρασβούργο, Βρυξέλλες και κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν έχουν ξεχάσει τα τηλεοπτικά πλάνα με τις σκηνές έτοιμες να πέσουν από το βάρος του χιονιού. Ο έλληνας υπουργός αρνήθηκε να παραστεί. Και έχασε, με αυτή του την απόφαση, αρκετούς φίλους στα όργανα της ΕΕ.
    Συνέπεια όχι αμελητέα, αν αναλογιστούμε ότι – έπειτα από κυβερνητική πρόταση που αυτός χαρακτηρίζει κολακευτική – ενδιαφέρεται να διεκδικήσει τη θέση του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Οι κακές γλώσσες λένε ότι το Μαξίμου θα τον στηρίξει σε αυτή τη διεκδίκηση, προτρέποντάς τον έτσι να θέσει – κατά τον ανδρεοπαπανδρεϊκό ευφημισμό – εαυτόν εκτός κυβερνήσεως. Συνομιλητές του, από την άλλη, σημειώνουν ότι ο ίδιος όχι μόνο φαίνεται αλλά και δηλώνει σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις του κουρασμένος από όλη αυτή την περιπέτεια στο κέντρο της διακυβέρνησης.
    Σε ορισμένους από αυτούς δε, δίνει την εντύπωση πως νιώθει πιο άνετα στα καμπ των μεταναστών παρά στις άλλες υποχρεώσεις που συνεπάγονται τα υπουργικά του καθήκοντα. Τόσο άνετα ώστε οι φορές που τον έχει συλλάβει ο φακός, φωτογραφικός και τηλεοπτικός, να μιλά ή να παίζει με παιδιά που είναι γύρω του να είναι πια αντικείμενο αστεϊσμών μεταξύ των εργαζομένων σε ΜΚΟ και διεθνείς οργανισμούς. Πολλοί έχουν μια τέτοια στιγμή να αφηγηθούν: είτε σε μια επιχείρηση επανεγκατάστασης στη Γαλλία – έχοντας τον γάλλο πρωθυπουργό δίπλα του – να βάζει τα γυαλιά του σε ένα μωρό, είτε στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» να παίζει με το παπιγιόν ενός πιτσιρικά που είχε φορέσει τα καλά του για να ταξιδέψει στη νέα του πατρίδα. Η εντύπωση που έχουν είναι κατά πάσα πιθανότητα σωστή. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι έχουν υπάρξει βράδια που έχει κοιμηθεί σε καταυλισμούς χωρίς να το γνωρίζει η Αστυνομία;
    Οι γιατροί λένε πως η Ιατρική δεν είναι μαθηματικά. Κοινώς, είσαι πάντα αντιμέτωπος με τον αστάθμητο παράγοντα. Θα μπορούσε να πει κανείς πως το αξίωμα ισχύει και στην πολιτική. Και να υποθέσει ότι θα το επιβεβαίωνε και ο Μουζάλας. Στη σύντομη πολιτική του σταδιοδρομία έχει αντιμετωπίσει αρκετά απρόβλεπτα. Από την αύξηση των προσφυγικών ροών στα νησιά και τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των ευρωπαίων συμμάχων μέχρι την επαναστατική γυμναστική των συριζαίων συντρόφων. Η αίσθηση, ωστόσο, που δίνει στον συνομιλητή του είναι ότι τα αναλύει με την ψυχρότητα ενός χειρουργού. Για να το πούμε αλλιώς, είναι περισσότερο πολιτικός απ’ ό,τι φαίνεται.
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino