• Αναζήτηση
  • Το Χόλιγουντ άνοιξε το στόμα των γυναικών

    Η λάμψη της σκηνής συνοδεύεται σχεδόν πάντα από μια θαμπή ιστορία παρασκηνίου.

    Γεραντώνη Μαριλένα
    Η λάμψη της σκηνής συνοδεύεται σχεδόν πάντα από μια θαμπή ιστορία παρασκηνίου. Από την εποχή του Μολιέρου στη Γαλλία του 17ου αιώνα, ως τις αρχές του 20ού, με τα εγκαίνια του πρώτου κινηματογραφικού στούντιο στο Χόλιγουντ, ως και σήμερα, οι «ανταποδοτικές» σχέσεις, η κουλτούρα της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης αποτελούσαν ανέκαθεν ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Γιατί η κοινωνία αντιμετώπιζε το θέμα με τον ίδιο πάντα τρόπο. Εβλεπε. Ανεχόταν. Και σιωπούσε. Ωστόσο, οι αποκαλύψεις για τον πάλαι ποτέ πανίσχυρο παραγωγό ταινιών του Χόλιγουντ Χάρβεϊ Γουάινσταϊν άναψαν ξαφνικά το φως σε ένα σκοτεινό πλανητικό δωμάτιο, από όπου ξεχύθηκαν εκατομμύρια φωνές γυναικών – θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης – καταδεικνύοντας ότι ο κόσμος του θεάματος ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου.
     
    Μετά τις αναρίθμητες καταγγελίες ηθοποιών, αθλητριών, πολιτικών και άλλων επωνύμων γυναικών, όπως της ρωσίδας μπαλαρίνας Αναστάζια Βολότσκοβα που χαρακτήρισε τα Μπαλσόι ως έναν «οίκο ανοχής για τους ολιγάρχες», το  σύνθημα #MeToo (κι εγώ επίσης) κατέκλυσε με ορμή το Διαδίκτυο και κατέδειξε ότι το φαινόμενο αφορά στην πλειονότητα γυναίκες ανώνυμες, γυναίκες από όλους τους επαγγελματικούς χώρους, μεγάλης ή μικρότερης προβολής.

    Αυστηρότεροι κώδικες των εταιρειών  

    Οι αντιδράσεις είναι αλυσιδωτές. Εταιρείες-κολοσσοί δηλώνουν ότι θα υιοθετήσουν αυστηρότερους κώδικες εταιρικής συμπεριφοράς με επιβολή ποινών σε εκείνους που εμπίπτουν σε ανάλογα παραπτώματα. Μέσα Ενημέρωσης αποκηρύσσουν το θλιβερό φαινόμενο, το περιοδικό «Conde Nast», για παράδειγμα, αποφάσισε να μην ξανασυνεργαστεί με φωτογράφο που παρενοχλούσε σεξουαλικά γυναίκες, ενώ πολιτικοί από όλον τον κόσμο ζητούν αλλαγή νοοτροπίας και λήψη μέτρων εδώ και τώρα.
    Τον δρόμο έδειξε ο βουλευτής των Εργατικών Τομ Γουάτσον στη Μεγάλη Βρετανία. Μετά την καταγγελία της αμερικανίδας δημοσιογράφου Μέγκαν Κέλι και άλλων συναδέλφων της κατά του παρουσιαστή του Fox News Μπιλ Ο’ Ράιλι για σεξουαλική παρενόχληση, ο Γουάτσον αξίωσε μέσω επιστολής στην αρμόδια Εποπτική Αρχή να αρνηθεί την εξαγορά του βρετανικού δικτύου Skynews από τη μητρική εταιρεία 21st Century Fox του δισεκατομμυριούχου Ρούπερτ Μέρντοχ. Και τούτο διότι η εταιρεία, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Μέρντοχ, γνώριζε και συγκάλυπτε το κύμα καταγγελιών για πλήθος εξωδικαστικών συμβιβασμών που πέτυχε ο Ο’ Ράιλι με τα θύματά του, όπως αποκάλυψαν προσφάτως οι «New York Times». Επιπλέον, προσέφερε τον περασμένο Φεβρουάριο στον παρουσιαστή τετραετές συμβόλαιο ύψους 25 εκατομμυρίων δολαρίων, προτού τον απολύσει τελικά δύο μήνες αργότερα, υπό το βάρος του σάλου των καταγγελιών εις βάρος του.

    Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο

    Την περασμένη Τετάρτη, το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης τέθηκε επί τάπητος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο. Αν και η συμμετοχή των ανδρών ευρωβουλευτών ήταν συντριπτικά μικρότερη έναντι των γυναικών συναδέλφων τους (35 γυναίκες, μόνο πέντε άνδρες), ήταν ωστόσο μια αρχή. Εγιναν ουσιαστικές διατυπώσεις στήριξης και προστασίας των θυμάτων, συστάσεις για το μέλλον, ενώ δόθηκε διά στόματος της αρμόδιας επιτρόπου Σεσίλια Μάλστρεμ δέσμευση για άμεση δράση με το λανσάρισμα ενημερωτικής καμπάνιας σε όλη την Ευρώπη.
     
    Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσπάθεια καταπολέμησης λαμβάνει κατ’ εξοχήν θεσμικό χαρακτήρα. Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, βουλευτές εισηγούνται σχέδιο νόμου (με την ονομασία Models’ Harassment Protection Act) για την προστασία μοντέλων από πρακτικές σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης. Την ίδια ώρα, στην Καλιφόρνια ο πρόεδρος της Γερουσίας, Τεμ Κέβιν ντε Λεόν, αναμένεται να προσλάβει  δικηγορική εταιρεία και ειδικούς συμβούλους που θα κληθούν να εξετάσουν υποθέσεις καταγγελιών σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης μέσα στο ίδιο το νομοθετικό Σώμα.
     
    Τα πρώτα βήματα έχουν γίνει και είναι κατά κοινή ομολογία ενθαρρυντικά. Αρκούν όμως για να ξεριζωθεί ένα φαινόμενο που για χρόνια κυριαρχούσε κάτω από το πέπλο της συνενοχής; Αναλυτές εκτιμούν πως όχι. Τα εμπόδια εξακολουθούν να είναι μεγάλα και αφορούν κυρίως την αμφιθυμία των γυναικών να ακολουθήσουν τη νομική οδό. Είτε εξαιτίας του φόβου έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, ή του φόβου στο ενδεχόμενο αντιποίνων, όπως απόλυση από τον χώρο εργασίας, ή τρομοκράτησης από τον θύτη. Αλλοτε αγνοούν τα δικαιώματά τους, ή απλώς φοβούνται τον στιγματισμό από μια κυρίαρχη σεξιστική αντίληψη η οποία θέλει τη γυναίκα να έχει προκαλέσει την παρενόχληση-κακοποίηση ή να έχει σιωπηρά συναινέσει σε αυτήν.
    Οι δικηγόροι επισημαίνουν εξάλλου ότι η ύπαρξη αυστηρής νομοθεσίας κατά των διακρίσεων δεν αρκεί χωρίς τις αντίστοιχες δομές υποστήριξης, καθώς λίγες είναι οι γυναίκες που θα αποφασίσουν να ρισκάρουν την καριέρα τους και την οικονομική τους εξασφάλιση, παίρνοντας μέτρα κατά των εργοδοτών τους. Ζητούμενο πλέον είναι αν το momentum που έχει δημιουργηθεί μετά τον πάταγο των πρόσφατων αποκαλύψεων θα οδηγήσει σε ένα διαρκές ρεύμα πολιτικών παρεμβάσεων, αυστηρών κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης και συνακόλουθα αλλαγής νοοτροπίας στους εν δυνάμει θύτες ή θύματα.

    Ενα κρυφό, κοινό μυστικό

    Μιλώντας στο «Βήμα» η αντιπρόεδρος Γυναικών Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος Ζέφη Δημαδάμα αναφέρει ότι η σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας «αποτελεί ένα κρυφό αλλά κοινό μυστικό. Γυναίκες κατ’ εξοχήν, εκτίθενται απροκάλυπτα στη βία, ψυχολογική, λεκτική αλλά και σεξουαλική στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Λόγω του φόβου της απόλυσης και του εξευτελισμού τους, οι περισσότερες γυναίκες όχι μόνο δεν καταγγέλλουν το περιστατικό αλλά αρνούνται να αναγνωρίσουν τη σεξουαλική παρενόχληση! Αυτός είναι ο εσωτερικός αμυντικός μηχανισμός τους. Η ενίσχυση της νομοθεσίας για την πρόληψη – καταστολή του φαινομένου και κυρίως ο έλεγχος της εφαρμογής είναι καθοριστικός. Ταυτόχρονα απαιτείται η υιοθέτηση μιας νέας προσέγγισης με τη «συμμετοχή» περισσότερων εμπλεκομένων. Οι εργοδότες δεν είναι άμοιροι ευθυνών όταν αποτελεί νομική τους ευθύνη να παρέχουν ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στις γυναίκες εργαζόμενες. Οπως και η ανώτατη διοίκηση, η οποία επιβάλλεται να εφαρμόζει διακριτή εταιρική πολιτική κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης λαμβάνοντας μια στάση μηδενικής ανοχής συνεπικουρούμενη από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα σωματεία και τους εργαζομένους/ες» .

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος