• Αναζήτηση
  • 11 ερωτήσεις στον Διονύση Γραμμένο

    Ο 28χρονος μαέστρος Διονύσης Γραμμένος έχει πιάσει πολλές φορές τον εαυτό του να τραγουδά ένα ποπ κομμάτι.

    Πώς ξεκινά η σχέση σας με τη μουσική; «Λίγο με μια φλογέρα που μου χάρισαν οι γονείς μου, λίγο με κάποιες κασέτες που άκουγα όταν επισκεπτόμουν τον θείο μου και λίγο με τους ήχους των φιλαρμονικών στην Κέρκυρα, όπου γεννήθηκα».
    Θυμάστε την πρώτη σας ανάμνηση που να συνδέεται με ήχους; «Πολύ έντονα. Θυμάμαι να τρομάζω από τον δυνατό ήχο των κρουστών της Φιλαρμονικής που περνούσε από μπροστά μου και τράνταζε, στην κυριολεξία, όλο μου το σώμα. Για κάποιον παράξενο λόγο, όμως, θυμάμαι και να με μαγνητίζει η αίσθηση αυτή».
    Ξεκινήσατε αρχικά ως σολίστας κλαρινέτου και σήμερα είστε ένας διεθνώς αναγνωρισμένος διευθυντής ορχήστρας. Πώς συνέβη αυτή η μετάβαση; «Ηταν μια φυσική εξέλιξη, καθώς ανακάλυπτα όλο και περισσότερα έργα και νέους συνθέτες για τα τότε δικά μου δεδομένα, αλλά και καθώς άρχιζα να συνειδητοποιώ κάποια στοιχεία του χαρακτήρα μου. Ενιωθα εσωτερικά μια ισχυρή έλξη, σαν κάτι να μου υπαγορεύει πως αυτό πρέπει να κάνω».
    Είστε 28 ετών. Πόσο εύκολο είναι να διευθύνετε μουσικούς που έχουν τα διπλάσιά σας χρόνια; «Αυτό που πραγματικά με προβληματίζει είναι όχι τόσο η ηλικία των μουσικών που έχω κάθε φορά απέναντί μου, αλλά το πώς ένας 28χρονος είναι σε θέση να αντιληφθεί το ύφος και τη βαθύτερη πνοή του κάθε έργου και στη συνέχεια πώς μπορεί αυτό να το αναδείξει μέσα από την εκτέλεσή του. Είναι ένα βασικό ερώτημα που, κατά την ταπεινή μου άποψη, θα πρέπει να απασχολεί και τον κάθε μουσικό». 
    Σε ποιον βαθμό μπορεί να επηρεάσει ένας μαέστρος την εκτέλεση ενός έργου; «Ο κάθε μαέστρος, θέλοντας και μη, αφήνει τη δική του σφραγίδα, το δικό του αποτύπωμα, επάνω στην κάθε σύνθεση. Πολλές φορές, ακόμη και σε ηχογραφήσεις που δεν γνωρίζεις τους συντελεστές, είναι εύκολο να «ακούσεις» τον μαέστρο από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα. Είναι αυτή η αίσθηση της αύρας του και της ατμόσφαιρας που αποπνέει».
    Εχετε εμφανιστεί στο Carnegie Hall στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαρμονική του Βερολίνου, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βιέννης. Πώς ξεκίνησε αυτό το άνοιγμα στον κόσμο; «Η πρεμιέρα μου στη διεθνή σκηνή έγινε το 2008, στον Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό Νέων Μουσικών της EBU, στη Βιέννη. Ηταν ένα γεγονός που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη σταδιοδρομία μου και επίσης διαμόρφωσε τη μετέπειτα ζωή και την καθημερινότητά μου». 
    Αλήθεια, πώς διαμορφώνεται η καθημερινότητά σας σήμερα; «Είναι τόσο διαφορετικές όλες οι ημέρες μου και αυτό οφείλεται στο ότι μπορεί να βρίσκομαι σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Αλλοτε μπορεί να ταξιδεύω, άλλοτε να έχω πρόβα ή συναυλία ή να έχω μία ημέρα στη διάρκεια της οποίας θα επισκεφθώ και θα γνωρίσω καλύτερα μια νέα πόλη, τους ρυθμούς της, την κουλτούρα και τους ανθρώπους της».
    Σας στενοχωρεί ότι στην Ελλάδα φαίνεται να αγαπάμε περισσότερο τα ανατολίτικα ακούσματα παρά την κλασική μουσική; «Είναι πραγματικά το τελευταίο πράγμα που με στενοχωρεί στην Ελλάδα».
    Εχετε σπουδάσει Φυσική. Πόση σχέση έχουν τα μαθηματικά με τη μουσική; «Αν δεν κάνω λάθος, ο Γαλιλαίος έλεγε ότι τα μαθηματικά είναι η γλώσσα με την οποία ο Θεός έγραψε το Σύμπαν. Ισως η μουσική να είναι το μέσο του για να εκφράσει το μυστήριο και τη μαγεία του». 
    Τι μουσική ακούτε περά από κλασική; «Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον το μουσικό ρεύμα της εποχής μας. Προσπαθώ να είμαι ανοιχτός σε ακούσματα και να μην περιορίζομαι μονάχα στο δικό μου είδος. Πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να τραγουδά ένα ποπ κομμάτι που έτυχε κάπου να το ακούσω και να μου αρέσει».
    Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει; «»Κοίτα μπροστά, κοίτα ψηλά»». 
    Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; «Να τηρήσω τη συμβουλή αυτή».
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino