• Αναζήτηση
  • Η Εκκλησία οφείλει να έχει λόγο και για καθαρά πολιτικά ζητήματα

    Θα αναφερθώ αποκλειστικά στην επίσημη διδασκαλία και στις αρχές της Καθολικής Εκκλησίας, εντούτοις προτού εκφράσω τη θέση μας εάν η Εκκλησία μπορεί να παρεμβαίνει στο νομοθετικό έργο της Πολιτείας, να διαβουλεύεται μαζί της πριν από την ψήφιση ενός νόμου και ποια είναι τα όρια και ο διακριτικός της ρόλος, θα ήθελα να εκφράσω μία απορία:

    Σπιτέρης Ι
    Η Εκκλησία οφείλει να έχει λόγο και για καθαρά πολιτικά ζητήματα | tovima.gr
    Θα αναφερθώ αποκλειστικά στην επίσημη διδασκαλία και στις αρχές της Καθολικής Εκκλησίας, εντούτοις προτού εκφράσω τη θέση μας εάν η Εκκλησία μπορεί να παρεμβαίνει στο νομοθετικό έργο της Πολιτείας, να διαβουλεύεται μαζί της πριν από την ψήφιση ενός νόμου και ποια είναι τα όρια και ο διακριτικός της ρόλος, θα ήθελα να εκφράσω μία απορία: παρακολουθώντας τις αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου, των ΜΜΕ, αλλά και μια σειρά ερευνών και δημοσκοπήσεων, το τελευταίο διάστημα, αναφορικά με την υπερψήφιση από τη Βουλή των Ελλήνων του νομοσχεδίου για την αλλαγή φύλου στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, αναρωτιέμαι το εξής: πώς είναι δυνατόν στη χώρα μας οι Εκκλησίες και κυρίως η Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν εκφράζουν μια άποψη για ένα κοινωνικό θέμα που αφορά ή εκφράζει τους έλληνες πολίτες, που στην πλειοψηφία τους δηλώνουν και ορθόδοξοι χριστιανοί, να παρατηρούμε, με αφορμή την πρόσφατη πρόταση νόμου, ένα ποσοστό που ξεπερνά το 44% να καταφέρεται αρνητικά για τη στάση και την εμπλοκή της Εκκλησίας πάνω σε αυτό το φλέγον ζήτημα.
    Αυτό το γεγονός δεν παρατηρείται ούτε στα κατ’ εξοχήν λαϊκά κράτη, όπως π.χ. η Γαλλία, εκεί όπου – όπως και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο – η στάση και η θέση της Εκκλησίας αντιμετωπίζονται με περισσότερη περίσκεψη και σεβασμό. Εχω την εντύπωση ότι στη χώρα μας, που δικαίως ή μη χαρακτηρίζεται ως μία από τις πλέον βαθιά και συνειδητά θρησκευόμενες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρατηρείται μια υπαρξιακή σχιζοφρένεια. Βλέπουμε τον πολίτη να αντιμετωπίζεται και να διακρίνεται ως χριστιανός από τη μία και ως πολίτης-ψηφοφόρος από την άλλη, ενώ πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο στο οποίο ενυπάρχουν τα ως άνω χαρακτηριστικά και ως χριστιανός και ως πολίτης, έννοιες οι οποίες δεν αναιρεί η μία την άλλη. Ο άνθρωπος άλλωστε δεν μπορεί να αναγκαστεί να απομονωθεί από την Εκκλησία για να λειτουργήσει, όπως θα τον ήθελαν δυστυχώς, μονάχα ως πολίτη. Η συνείδηση του χριστιανού εμπνέει ολόκληρη τη ζωή του.
    Για αυτόν τον λόγο η Εκκλησία, η οποία αποτελείται από χριστιανούς πολίτες, μπορεί και οφείλει να έχει λόγο ακόμη και για καθαρά πολιτικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους που την αποτελούν σε ό,τι σχετίζεται με θέματα ηθικής και δικαιοσύνης. Κάθε προσπάθεια απομόνωσης της Εκκλησίας στο «σκευοφυλάκιό» της είναι εκ του πονηρού ορμώμενη και καταδικασμένη στο τέλος να αποτύχει. Η Εκκλησία έχει την υποχρέωση να μεταδώσει στους ανθρώπους το μήνυμα, τον Λόγο και τη διδασκαλία του ιδρυτή της Χριστού. Θα ήταν υποκρισία να μην έπραττε κατ’ αυτόν τον τρόπο ακόμη και αν γνωρίζει πως μια μερίδα ανθρώπων έχει αντίθετη άποψη. Μεταξύ αυτών μια μερίδα πολιτικών και κοινοβουλευτικών, εμφορουμένων από συγκεκριμένες ιδεολογίες και ιδεοληψίες που αν και δηλώνουν άθεοι ή αντίθετοι με τα όσα πρεσβεύει η Εκκλησία, ικανοποιούν τις ψηφοθηρικές τους επιδιώξεις, συμμετέχοντας σε λιτανείες, θρησκευτικές εκδηλώσεις και άλλες εκκλησιαστικές πανηγύρεις.
    Εκκλησία και πολιτική
    Καταθέτοντας αυτά, ουδέποτε θα ισχυριζόμασταν ή θα επιθυμούσαμε το Κράτος να έχει έναν ρόλο περισσότερο θεοκρατικό ή φονταμενταλιστικό, όπως συμβαίνει σε χώρες που οι θρησκευτικοί ταγοί έχουν εξουσίες που δεν ταιριάζουν με το λειτούργημά τους, κυρίως στον μουσουλμανικό κόσμο, απλά να υπάρχει διάκριση των ρόλων, σεβασμός και συνδιαλλαγή. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να μεταφέρω ένα σχετικό απόσπασμα από τη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε με τον πλέον επίσημο τρόπο στη Β’ Σύνοδο του Βατικανού, που αποτελεί την κορυφαία διδακτική έκφραση της Καθολικής Εκκλησίας τον 20ό αιώνα: «Είναι μεγάλης σπουδαιότητας, κυρίως σε μια πλουραλιστική κοινωνία, να υπάρχει μια σωστή θεώρηση των σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική κοινότητα και στην Εκκλησία και να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στις πράξεις που οι πιστοί, μεμονωμένα ή ομαδικά, πράττουν στο όνομά τους, ως πολιτών, καθοδηγούμενων από τη χριστιανική τους συνείδηση και τις πράξεις που πράττουν στο όνομα της Εκκλησίας και σε κοινωνία με τους ποιμένες τους.
    Η Εκκλησία, η οποία λόγω της αποστολής της και της αρμοδιότητάς της με κανέναν τρόπο δεν συγχέεται με την πολιτική κοινότητα και δεν συνδέεται με κανένα πολιτικό σύστημα, είναι ταυτόχρονα το σημείο και η προάσπιση του υπερβατικού χαρακτήρα του ανθρώπινου προσώπου. Η πολιτική κοινότητα και η Εκκλησία είναι στον τομέα τους ανεξάρτητες και αυτόνομες η μία από την άλλη. Και οι δύο όμως, αν και με διαφορετικό ρόλο, είναι στην υπηρεσία της προσωπικής και κοινωνικής κλήσης των ανθρώπων. Ασκούν αυτή τους την υπηρεσία προς όφελος όλων κατά τρόπο τόσο περισσότερο αποτελεσματικό όσο περισσότερο καλλιεργούν μια υγιή συνεργασία μεταξύ τους, σύμφωνα με τους κατάλληλους στις περιστάσεις του τόπου και του χρόνου τρόπους.
    Οι δρόμοι του Ευαγγελίου
    Οι Απόστολοι και οι διάδοχοί τους με τους συνεργάτες τους, σταλμένοι να αναγγείλουν στους ανθρώπους τον Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου, στην άσκηση της αποστολής τους στηρίχθηκαν στη δύναμη του Θεού ο οποίος συχνά φανερώνει τη δύναμη του Ευαγγελίου στην αδυναμία των μαρτύρων. Ολοι εκείνοι που αφοσιώνονται στο λειτούργημα του λόγου του Θεού, ας χρησιμοποιούν τους δρόμους και τα μέσα του Ευαγγελίου τα οποία διαφέρουν σε πολλά σημεία από τα μέσα της γήινης πολιτείας.
    Βέβαια, τα γήινα πράγματα και εκείνα που στην ανθρώπινη κατάσταση υπερβαίνουν αυτόν τον κόσμο, είναι στενότατα ενωμένα και η ίδια η Εκκλησία χρησιμοποιεί επίγεια εργαλεία στο μέτρο που το απαιτεί η αποστολή της. Ωστόσο, δεν θέτει την ελπίδα της στα προνόμια που της προσφέρει η πολιτική αρχή. Μάλιστα, θα αρνηθεί την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων που απέκτησε νόμιμα, εκεί όπου θα διαπιστώσει ότι η χρήση τους μπορεί να προκαλέσει αμφιβολίες για την ειλικρίνεια της μαρτυρίας της ή καινούργιες περιστάσεις θα απαιτήσουν άλλες διευθετήσεις. Παντού και πάντοτε όμως και με πραγματική ελευθερία, είναι δικαίωμά της να κηρύττει την πίστη και να διδάσκει την κοινωνική της διδασκαλία, να ασκεί χωρίς εμπόδια την αποστολή της ανάμεσα στους ανθρώπους και να δίδει τη δική της ηθική κρίση ακόμη και σε πράγματα που αφορούν τη σφαίρα της πολιτικής. Οταν αυτό απαιτείται από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και από τη σωτηρία των ψυχών. Και αυτό θα το πράττει χρησιμοποιώντας όλα και μόνα εκείνα τα μέσα που συνάδουν με το Ευαγγέλιο και σε αρμονία μες στο καλό όλων, σύμφωνα με τη διαφορετικότητα των καιρών και των καταστάσεων.
    Ο κ. Ιωάννης Σπιτέρης είναι καθολικός Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες