• Αναζήτηση
  • Ο κλέψας του κλέψαντος

    Ενας άνδρας σε πλήρη απόγνωση. Ενα αγόρι, ο γιος του, πυλώνας δίπλα του, η ματιά της λογικής, απέναντι στον πανικό και στο άγχος που θολώνουν τη σκέψη.

    Ζουμπουλάκης Γιάννης
    Λουίτζι Μπαρτολίνι
    Ο κλέφτης των ποδηλάτων
    Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2017
    σελ. 192,τιμή 18,80 ευρώ
    Ενας άνδρας σε πλήρη απόγνωση. Ενα αγόρι, ο γιος του, πυλώνας δίπλα του, η ματιά της λογικής, απέναντι στον πανικό και στο άγχος που θολώνουν τη σκέψη. Κατά τη διάρκεια μιας και μόνον ημέρας, μιας εφιαλτικής όπως θ’ αποδειχθεί ημέρας, αυτό το ζευγάρι, μπαμπάς και γιος, θα «οργώσει» τη Ρώμη με έναν και μόνο σκοπό. Να βρει το ποδήλατο του πατέρα που εκλάπη. Βρισκόμαστε στη μεταπολεμική Ρώμη, τότε που η Αιώνια Πόλη μάζευε σιγά-σιγά τα συντρίμμια της, σε μια προσπάθεια να αναστηλωθεί και να αποκτήσει ξανά το παλιό της μεγαλείο. Ο πατέρας είναι απλός εργάτης και το κλεμμένο ποδήλατο το βασικό εργαλείο για τη δουλειά του. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτε.
    Οι ασπρόμαυρες εικόνες με φόντο τις φτωχικές συνοικίες της Ρώμης στον «Κλέφτη ποδηλάτων» (1948) δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν ποτέ τη μνήμη όλων όσοι έχουν δει την ταινία του Βιτόριο ντε Σίκα. Γυρισμένο την ίδια ακριβώς περίοδο που πραγματεύεται, το σπουδαίο αυτό κινηματογραφικό έργο, κορωνίδα του κινήματος του ιταλικού νεορεαλισμού (απέσπασε μάλιστα το ειδικό Οσκαρ, το πρώτο σε μη αγγλόφωνη ταινία), γίνεται μια οξεία παραβολή πάνω στη σκληρότητα που προκαλεί η φτώχεια (η ανεργία στην Ιταλία εκείνης της εποχής είχε φτάσει το 22%) αλλά συγχρόνως μια ευθύβολη όσο και συγκινητική ματιά πάνω στη σχέση ενός πατέρα με το παιδί του.
    Λιγότερο γνωστό ωστόσο είναι το βιβλίο το οποίο ενέπνευσε τον Ντε Σίκα και τον συν-σεναριογράφο του Τσέζαρε Τσαβατίνι (που επίσης υπήρξε ο σημαντικότερος θεωρητικός του κινήματος του ιταλικού νεορεαλισμού). Ο «Κλέφτης των ποδηλάτων» που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (18 χρόνια μετά την προηγούμενη κυκλοφορία του από τις εκδόσεις Στάχυ) γράφτηκε αμέσως μετά το τέλος του πολέμου από τον εικαστικό Λουίτζι Μπαρτολίνι που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους χαράκτες του 20ού αιώνα.
    Από τις σελίδες του Μπαρτολίνι απουσιάζει το δραματικό στοιχείο της σχέσης πατέρα – γιου μέσω του οποίου, φυσικά, η ταινία απογειώνεται. Ο συγγραφέας που γράφει σε πρώτο πρόσωπο (το θύμα της κλοπής του ποδηλάτου είναι ένας ζωγράφος) ενώ υπηρετεί το σασπένς σχετικά με την ανεύρεση ή όχι του ποδηλάτου, ενδιαφέρεται για μια όσο το δυνατόν λεπτομερέστερη καταγραφή της ζωής στη Ρώμη που δεν είναι απαραιτήτως μαύρη όπως στην ταινία αλλά πολύχρωμη, ενίοτε γραφική και με χιούμορ. Η Οδύσσεια του ζωγράφου να βρει το ποδήλατό του (σε μια εποχή που όπως διαβάζουμε κλέβονταν 400 με 500 ποδήλατα κάθε μέρα) είναι το όχημα μέσω του οποίου ο Μπαρτολίνι χαρτογραφεί μια Ρώμη γεμάτη εξωτικές οδούς (Βία ντέλα Σκάλα, Βία ντελ Ματονάτο, Βία ντελ Τσίνκουε κ.ά.), από τις οποίες συρρέουν διαρκώς κλέφτες σαν τις μέλισσες από σπασμένη κηρήθρα.
    Ο ήρωας κινείται ανάμεσα σε πωλητές κάθε λογής κλοπιμαίων – κουβερτών, ασπρορούχων, παλιοσιδερικών, χοντρού άλατος, κλωστών ή ακόμη και κενών δοχείων μα και σπίρτων. «Πόσα πράγματα που σε άλλες εποχές δεν θα είχαν καμία αξία!» γράφει ο Μπαρτολίνι. «Πράγματα όμως που έλειπαν από τα μαγαζιά της Ρώμης». Ομως ο συγγραφέας δεν μένει μόνο εκεί. Θέλει να «ακτινογραφήσει» όσες καταστάσεις μπορεί, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία της πλευράς του νόμου. Οι περισσότεροι αστυνομικοί τρέμουν τις εκκαθαρίσεις που γίνονταν από την επιτροπή εκκαθαρίσεων και τη συμμαχική επιτροπή ελέγχου γιατί την εποχή των παρτιζάνων και των αντιφασιστών κάποιοι είχαν προσφερθεί οικειοθελώς να μπουν σε εκτελεστικά αποσπάσματα για λίγες λιρέτες.
    Ο Μπαρτολίνι δεν αποφεύγει την εύκολη ηθικολογία προκειμένου να εκφράσει μια καταγγελία του πολέμου με φράσεις όπως «η μεγαλύτερη προσφορά προς τους συνανθρώπους μου είναι να τους κάνω να καταραστούν όλους τους πολέμους και να τους προτρέψω να επιδοθούν ολόψυχα και με όσα μέσα διαθέτουν στο ξερίζωμα της κακιάς ρίζας του πολέμου» ή «οι πόλεμοι γεννούν κλέφτες και δολοφόνους σε απείρως μεγαλύτερους αριθμούς από όσους γεννιούνται σε ομαλούς καιρούς ειρήνης». Εχει δίκιο βέβαια, όμως όλα όσα γράφει είναι τόσο αυτονόητα που εν τέλει αποδυναμώνουν την ιστορία του. Ευτυχώς όμως, αυτό συμβαίνει στο τέλος, άρα στο τέλος ενός συναρπαστικού οδοιπορικού που ωστόσο δεν θα πάψει ποτέ να είναι κατ’ αρχάς κινηματογραφικό και κατόπιν λογοτεχνικό.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία